Στενό του Ορμούζ: Η αποτροπή πρέπει να υπηρετεί τη στρατηγική και όχι να την υποκαθιστά
USS George H.W. Bush (CVN 77) sails in the Arabian Sea.
Γράφει ο Δημήτριος Τσαϊλάς*
Η αναζωπύρωση της σύγκρουσης στο Στενό του Ορμούζ ανέδειξε για ακόμη μία φορά πόσο εύθραυστη είναι η διεθνής ναυτική τάξη. Καμία υπεύθυνη χώρα δεν μπορεί να αποδεχθεί την προσπάθεια οποιουδήποτε κράτους να εκφοβίζει την εμπορική ναυτιλία ή να παρεμποδίζει την ελευθερία της ναυσιπλοΐας σε μία από τις σημαντικότερες θαλάσσιες οδούς του πλανήτη. Όταν εμπορικά πλοία αποτελούν αντικείμενο σκόπιμων επιθέσεων, η διεθνής κοινότητα διαθέτει τόσο το νομικό δικαίωμα όσο και το στρατηγικό συμφέρον να αντιδράσει.
Ωστόσο, η αποτελεσματική αντίδραση διαφέρει ουσιωδώς από την απλή επίδειξη ισχύος.
Η πρόταση για συνδυασμό τιμωρητικών αεροπορικών πληγμάτων, οικονομικής πίεσης, εντατικοποίησης των Επιχειρήσεων Ελευθερίας της Ναυσιπλοΐας (Freedom of Navigation Operations – FONOPs) και ηλεκτρονικού πολέμου συνιστά μια συνεκτική επιχειρησιακή κλιμάκωση. Εντούτοις, ενέχει τον κίνδυνο να συγχέει τη στρατιωτική δραστηριότητα με τη στρατηγική επιτυχία. Η ιστορία διδάσκει επανειλημμένα ότι η καταστροφή στρατιωτικών στόχων είναι συχνά πολύ ευκολότερη από την επίτευξη διαρκών πολιτικών αποτελεσμάτων.
Η πρώτη αρχή της ναυτικής στρατηγικής είναι ότι ο έλεγχος της θάλασσας δεν είναι ποτέ απόλυτος. Ασκείται, διατηρείται και αμφισβητείται συνεχώς. Είναι αυτό που λέμε στο Πολεμικό Ναυτικό έλεγχος για «τόπο, χρόνο». Το Στενό του Ορμούζ αποτελεί ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτής της πραγματικότητας. Η ίδια η γεωγραφία του, ευνοεί εκείνον που αμύνεται. Οι ιρανικές ακτές, τα νησιά, τα παράκτια πυραυλικά συστήματα, τα μη επανδρωμένα μέσα, τα ναρκοπέδια και τα ταχύπλοα σκάφη δημιουργούν ένα πολυεπίπεδο περιβάλλον άρνησης πρόσβασης (A2/AD), το οποίο δεν μπορεί να εξουδετερωθεί αποκλειστικά με την αεροπορική ισχύ.
Κατά συνέπεια, ακόμη και εκτεταμένα πλήγματα κατά παράκτιων στρατιωτικών υποδομών είναι πιθανό να μειώσουν προσωρινά τις επιχειρησιακές δυνατότητες του Ιράν, χωρίς όμως να αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη των ναυτιλιακών εταιρειών, των ασφαλιστικών οργανισμών ή των ενεργειακών αγορών. Τα εμπορικά πλοία δεν επιστρέφουν στη θάλασσα επειδή οι στρατιωτικοί ανακοινώνουν ότι μια περιοχή είναι ασφαλής. Επιστρέφουν όταν οι πλοιοκτήτες και οι ασφαλιστές εκτιμήσουν ότι το επίπεδο κινδύνου έχει καταστεί αποδεκτό.
Αυτή η διάκριση είναι καθοριστικής σημασίας.
Ορθώς επισημαίνεται ότι οι Επιχειρήσεις Ελευθερίας της Ναυσιπλοΐας αποτελούν ένα σημαντικό εργαλείο της διεθνούς ναυτικής πολιτικής. Ωστόσο, οι FONOPs σχεδιάστηκαν πρωτίστως ως νομικές και πολιτικές επιχειρήσεις αμφισβήτησης υπερβολικών θαλάσσιων διεκδικήσεων και όχι ως πολεμικές αποστολές επιβολής διέλευσης μέσα από ενεργό πεδίο μάχης. Από τη στιγμή που οι ναυτικές δυνάμεις αναμένουν εχθρικά πυρά, η αποστολή μετατρέπεται από νομική επίδειξη δικαιωμάτων σε επιχείρηση υψηλής έντασης. Και αυτή η μετάβαση έχει σοβαρές νομικές, πολιτικές και στρατιωτικές συνέπειες.
Εξίσου προβληματική είναι η παραδοχή ότι οι ευρωπαϊκές χώρες μπορούν εύκολα να αναλάβουν ηγετικό επιχειρησιακό ρόλο. Αναμφίβολα, τα ευρωπαϊκά ναυτικά διαθέτουν σύγχρονα ναρκοθηρευτικά, φρεγάτες, αντιαεροπορικά συστήματα και εξελιγμένες δυνατότητες ηλεκτρονικού πολέμου. Όμως η συμμετοχή σε πολεμικές επιχειρήσεις δεν αποτελεί μόνο ζήτημα στρατιωτικών δυνατοτήτων, αλλά εξαρτάται πρωτίστως από την πολιτική βούληση και τη συναίνεση των κυβερνήσεων. Η συνοχή των συμμαχιών δεν πρέπει ποτέ να θεωρείται δεδομένη.
Ανάλογη προσοχή απαιτούν και οι προτεινόμενες οικονομικές κυρώσεις. Η αξιοποίηση δεσμευμένων ιρανικών κεφαλαίων ή η παρακράτηση εσόδων από κρατικά περιουσιακά στοιχεία μπορεί να αυξήσει την οικονομική πίεση προς την Τεχεράνη. Ωστόσο, η ιστορία δείχνει ότι η οικονομική πίεση σπανίως αποδίδει άμεσα όταν ένα κράτος θεωρεί ότι διακυβεύεται η ίδια του η επιβίωση. Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι κυβερνήσεις συνήθως προσαρμόζονται, αναζητούν εναλλακτικά οικονομικά δίκτυα ή επιλέγουν ασύμμετρες μορφές αντίδρασης αντί της υποχώρησης.
Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι κάθε στρατηγική έναντι του Ιράν οφείλει να απαντήσει πρώτα στο βασικό πολιτικό ερώτημα. Ποιος είναι ο τελικός σκοπός;
- Είναι η αποκατάσταση της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας;
- Η επιστροφή του Ιράν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων;
- Η αποδυνάμωση των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης;
- Ή μια συνολικότερη αλλαγή της συμπεριφοράς του ιρανικού καθεστώτος;
Κάθε ένας από αυτούς τους στόχους απαιτεί διαφορετική στρατιωτική προσέγγιση, διαφορετικούς κανόνες εμπλοκής, διαφορετικό επίπεδο διπλωματικής υποστήριξης και, κυρίως, διαφορετική στρατηγική εξόδου.
Χωρίς σαφώς καθορισμένους πολιτικούς σκοπούς, ακόμη και η πιο επιτυχημένη στρατιωτική επιχείρηση κινδυνεύει να αποδειχθεί στρατηγικά άνευ σημασίας.
Η διεθνής κοινότητα οφείλει ασφαλώς να υπερασπιστεί την αρχή της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας, η οποία αποτελεί θεμέλιο του διεθνούς εμπορίου και του Δικαίου της Θάλασσας. Όμως η επαναλειτουργία του Στενού του Ορμούζ δεν μπορεί να εξελιχθεί σε μια ανοικτής διάρκειας στρατιωτική εκστρατεία, της οποίας οι πολιτικοί στόχοι μεταβάλλονται ανάλογα με την ένταση των στρατιωτικών συγκρούσεων.
Η ναυτική στρατηγική βασίζεται πάντοτε σε μια λεπτή ισορροπία μεταξύ αποτροπής και αυτοσυγκράτησης. Η υπερβολική επιφυλακτικότητα ενθαρρύνει την αναθεωρητική συμπεριφορά η υπερβολική χρήση στρατιωτικής ισχύος εγκυμονεί τον κίνδυνο μιας γενικευμένης περιφερειακής σύρραξης. Η πραγματική πρόκληση για τους υπεύθυνους λήψης αποφάσεων δεν είναι απλώς να τιμωρήσουν την παραβίαση του διεθνούς δικαίου, αλλά να αποκαταστήσουν μια σταθερή θαλάσσια τάξη πραγμάτων, διατηρώντας ταυτόχρονα ανοικτό τον δρόμο προς τη διπλωματική αποκλιμάκωση.
Τελικά, το μέτρο της επιτυχίας δεν θα είναι ο αριθμός των στόχων που καταστράφηκαν ούτε οι αεροπορικές εξορμήσεις που πραγματοποιήθηκαν. Θα είναι η ασφαλής επιστροφή της εμπορικής ναυτιλίας, η σταθεροποίηση των διεθνών ενεργειακών αγορών, η διατήρηση της συνοχής των συμμαχιών και η αποτροπή της μετατροπής μιας περιφερειακής κρίσης σε γενικευμένο πόλεμο.
Η ναυτική ισχύς δεν υπάρχει μόνο για να κερδίζει πολέμους. Υπάρχει πρωτίστως για να διατηρεί εκείνες τις συνθήκες ασφάλειας, σταθερότητας και ελευθερίας της ναυσιπλοΐας που επιτρέπουν στο διεθνές εμπόριο και στην ειρήνη να ευημερούν.
Αυτό είναι το διαχρονικό δίδαγμα της ναυτικής στρατηγικής. Και αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα στο Στενό του Ορμούζ σήμερα.
*Ο Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security(INIS), και του Strategy International (SI) και του Research Institute for European and American Studies (RIEAS).