Τεχνητή νοημοσύνη ως εργαλείο αστυνόμευσης & δικαιοσύνης
Γράφει ο Αλέξανδρος Νίκλαν
Σύμβουλος Θεμάτων Ασφαλείας
Στην Ελλάδα, η ενσωμάτωση της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ) στη δικαιοσύνη και την αστυνόμευση αποτελεί ένα πεδίο που εξελίσσεται ραγδαία, κινείται όμως σε ένα τεντωμένο σχοινί ανάμεσα στον εκσυγχρονισμό και την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Το υφιστάμενο πλαίσιο στηρίζεται στον Ν. 4961/2022, ο οποίος έθεσε τις βάσεις για τις αναδυόμενες τεχνολογίες, ενώ η πρόσφατη ευθυγράμμιση με τον EU AI Act καθιστά τη χρήση συστημάτων ΤΝ σε τομείς υψηλού κινδύνου, όπως η δικαιοσύνη και η επιβολή του νόμου, αυστηρά ελεγχόμενη. Στη δικαστική πρακτική, οι εφαρμογές περιορίζονται επί του παρόντος σε υποστηρικτικά καθήκοντα (ανωνυμοποίηση αποφάσεων, αυτόματη μετάφραση, διαχείριση εγγράφων), διασφαλίζοντας ότι ο ανθρώπινος παράγοντας παραμένει ο τελικός κριτής.
Η λογική της χρήσης ΤΝ για την επιτάχυνση της δικαιοσύνης (διαχείριση δεδομένων) αποτελεί πιθανόν και τον προθάλαμο για το Predictive Policing (Προγνωστική Αστυνόμευση). Το σκεπτικό εδώ είναι πώς άν η δικαιοσύνη μπορεί να χρησιμοποιεί ΤΝ για να «προβλέψει» ή να διαχειριστεί γενικότερα νομικά ζητήματα, τότε δεν θα υφίσταται και νομικό κώλυμα ώστε και η αστυνομία να μπορεί αντίστοιχα να χρησιμοποιήσει αλγορίθμους για να «προβλέψει» την εγκληματικότητα.
Ωστόσο, εδώ η εφαρμογή του παραπάνω σκεπτικού προσκρούει σε σοβαρά νομικά και ηθικά εμπόδια:
-
Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΑΠΔΠΧ) έχει ήδη σταθεί αρνητικά απέναντι σε συστήματα «έξυπνης αστυνόμευσης» που εφαρμόστηκαν πιλοτικά, επισημαίνοντας την έλλειψη σαφούς νομικής βάσης και την απουσία εκτίμησης αντικτύπου (DPIA) καθώς και άλλα επιχειρήματα που μέχρι και σήμερα έχουν προσωρινά απαγορεύσει την χρήση bodycams από αστυνομικούς.
-
Υπάρχει επιχείρημα νομικών πώς η προγνωστική αστυνόμευση, αν δεν διέπεται από αυστηρούς κανόνες, κινδυνεύει να δημιουργήσει «αυτοεκπληρούμενες προφητείες». Αν ένας αλγόριθμος για παράδειγμα υποδείξει μια περιοχή ως υψηλού κινδύνου, η εντατικοποίηση των περιπολιών εκεί θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε περισσότερες συλλήψεις, επιβεβαιώνοντας στατιστικά την πρόβλεψη, αλλά ενδεχομένως οδηγώντας σε κοινωνική περιθωριοποίηση της περιοχής. Είναι μια πιθανότητα που αρκετοί αναλυτές όμως θεωρούν πώς έχει ελάχιστη βάση, καθώς οι στατιστικές που διαμορφώνουν τον συγκεκριμένο αλγόριθμο βασίζονται σε ήδη υφιστάμενα δεδομένα και δεν δημιουργούν εκ του μηδενός τάσεις.

Αναφερόμενος τώρα στο θέμα των μέσων καταγραφής και βιομετρικής ανάλυσης στην Ελλάδα προφανώς θα πρέπει να τονιστεί πώς αυτό διέπεται από ένα αυστηρό, πλην όμως συχνά συζητήσιμο πλαίσιο:
-
Bodycams & Κάμερες Οχημάτων: Αν και αποτελούν εργαλεία που με την καταγραφή τους διευκολύνουν το έργο της ΕΛ.ΑΣ όπως η καταγραφή συλλήψεων, ερευνών και γενικότερα συμπεριφορές πολιτών και αστυνομικών, η γνωμάτευση της ΑΠΔΠΧ απαιτεί σαφείς δικλίδες για το πότε θα ενεργοποιούνται. Η χρήση τους στην Ελλάδα παραμένει περιορισμένη, καθώς η ΑΠΔΠΧ θεωρεί οτι η συλλογή ήχου και εικόνας πρέπει να ισορροπεί με το άρθρο 5 του Συντάγματος (δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή). Το αντιεπιχείρημα φυσικά εδώ είναι πώς η ιδιωτική ζωή δεν έχει απολύτως καμία βάση όταν μιλάμε για αξιόποινη πράξη. Αυτό όμως είναι αδύνατον να διαγνωστεί πριν να συμβεί, οπότε η εκ των υστέρων ενεργοποίηση δεν προσφέρει προφανώς κάτι. Το ζητούμενο είναι να λειτουργεί η κάμερα για την καταγραφή του περιστατικού από την αρχή ώς το τέλος του.
-
Βιομετρικά Στοιχεία: Η χρήση τους από την Ελληνική Αστυνομία είναι εξαιρετικά περιορισμένη και ελεγχόμενη (κυρίως σε διεθνείς βάσεις όπως το SIS – Schengen Information System), υπό την αυστηρή εποπτεία της Αρχής Προστασίας Δεδομένων. Η εφαρμογή ΤΝ για αναγνώριση προσώπων σε δημόσιο χώρο (live facial recognition) αποτελεί, βάσει του AI Act, πρακτική που απαγορεύεται ή υπόκειται σε εξαιρετικά αυστηρές εξαιρέσεις (π.χ. αποτροπή τρομοκρατικής απειλής). Και εδώ όμως υπάρχει το ίδιο αντίθετο επιχείρημα που βασίζεται στην πρόληψη μιας πράξης πριν συμβεί και αυτό μπορεί να γίνει μόνο εκ την προτέρων αναγνώριση πιθανού δράστη.
Προφανώς τώρα, δικαίως η ελληνική έννομη τάξη κινείται προσεκτικά ώστε να μπορέσει να αποφύγει πιθανές εκτροπές και υπερβάσεις στην χρήση νέων τεχνολογιών. Όμως η όλη στάση επί του θέματος ενδέχεται να πρέπει να εξισορροπήσει την ανάγκη της εφαρμογής της τεχνολογίας ώστε να μπορεί να συμβαδίσει με τις εξελίξεις που αναπτύσσει η παραβατική πλευρά των πραγμάτων και να μην υπερφορτώνει τις δικλείδες λειτουργίας με υπερβολικές νομικές απαιτήσεις, μόνο και μόνο για να είναι “ακέραιη” απόφαση, η χρήση τους.