Στο Στενό του Ορμούζ και στο Αιγαίο η γεωγραφία υπερισχύει της στρατιωτικής υπεροχής

Persian-Gulf

Γράφει ο Δημήτριος Τσαϊλάς*

Η κρίση στο Στενό του Ορμούζ αποτελεί ίσως το χαρακτηριστικότερο σύγχρονο παράδειγμα της διαχρονικής σχέσης μεταξύ γεωγραφίας, θαλάσσιας ισχύος και στρατηγικής. Παρά τη συντριπτική στρατιωτική υπεροχή των Ηνωμένων Πολιτειών, η πλήρης αποκατάσταση της ελεύθερης και ασφαλούς ναυσιπλοΐας εξακολουθεί να αποτελεί ζητούμενο. Η διαπίστωση αυτή δεν συνιστά αποτυχία της αμερικανικής στρατιωτικής ισχύος· αντιθέτως, επιβεβαιώνει μια θεμελιώδη αρχή της στρατηγικής σκέψης: η ναυτική ισχύς μπορεί να δημιουργήσει συνθήκες ασφάλειας, αλλά δεν αρκεί από μόνη της για να επιβάλει ένα διαρκές στρατηγικό αποτέλεσμα.

Ο Alfred Thayer Mahan είχε υποστηρίξει ότι ο έλεγχος των θαλάσσιων γραμμών επικοινωνίας αποτελεί προϋπόθεση για την οικονομική και πολιτική ισχύ ενός κράτους. Ο Julian Corbett, ωστόσο, διευκρίνισε ότι ο έλεγχος της θάλασσας δεν είναι ποτέ απόλυτος αλλά σχετικός, χρονικά και γεωγραφικά περιορισμένος (Τόπος, Χρόνος). Η σημερινή πραγματικότητα στο Ορμούζ επιβεβαιώνει περισσότερο από ποτέ αυτή τη θεώρηση. Ακόμη και η ισχυρότερη ναυτική δύναμη του κόσμου αδυνατεί να εξασφαλίσει μόνιμο και αδιαμφισβήτητο έλεγχο ενός στενού θαλάσσιου περάσματος όταν ο αντίπαλος αξιοποιεί αποτελεσματικά τα πλεονεκτήματα της γεωγραφίας και της ασύμμετρης στρατηγικής.

Το Στενό του Ορμούζ αποτελεί τον σημαντικότερο ενεργειακό θαλάσσιο δίαυλο του πλανήτη. Από αυτό διέρχεται περίπου το 20% του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου πετρελαίου και σημαντικό ποσοστό των εξαγωγών υγροποιημένου φυσικού αερίου. Η σημασία του υπερβαίνει κατά πολύ την περιφερειακή ασφάλεια του Περσικού Κόλπου, καθώς συνδέεται άμεσα με τη σταθερότητα των διεθνών αγορών, την ενεργειακή ασφάλεια και τη λειτουργία της παγκόσμιας οικονομίας.

Η στρατηγική του Ιράν βασίζεται διαχρονικά στη λογική της Anti-Access/Area Denial (A2/AD). Αντί να επιδιώξει συμμετρική αντιπαράθεση με το αμερικανικό Ναυτικό, επένδυσε σε ένα αποκεντρωμένο δίκτυο παράκτιων πυραυλικών συστημάτων, κινητών εκτοξευτών, ναρκών, μη επανδρωμένων αεροχημάτων, ταχύπλοων σκαφών και μέσων ηλεκτρονικού πολέμου. Η φιλοσοφία αυτής της στρατηγικής δεν αποσκοπεί στην καταστροφή του αντιπάλου, αλλά στη διατήρηση μιας διαρκούς αβεβαιότητας ως προς την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας.

Αυτό ακριβώς αποτελεί και το στρατηγικό κέντρο βάρους της κρίσης. Η εμπορική ναυτιλία δεν λειτουργεί με όρους απόλυτης ασφάλειας, αλλά με όρους αποδεκτού κινδύνου. Οι αποφάσεις των πλοιοκτητών, των ασφαλιστικών οργανισμών και των διεθνών αγορών καθορίζονται σε μεγάλο βαθμό από την αντίληψη της απειλής και όχι αποκλειστικά από την πραγματική της διάσταση. Επομένως, ακόμη και εάν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις μειώσουν σημαντικά τις επιχειρησιακές δυνατότητες του Ιράν, η εμπορική δραστηριότητα δεν πρόκειται να αποκατασταθεί πλήρως όσο παραμένει ενεργή η αίσθηση ότι οποιοδήποτε δεξαμενόπλοιο μπορεί να αποτελέσει στόχο.

Εδώ αναδεικνύεται η θεμελιώδης διάκριση μεταξύ επιχειρησιακής επιτυχίας και στρατηγικού αποτελέσματος. Η εξουδετέρωση πυραυλικών συστοιχιών, αποθηκών πυρομαχικών ή κέντρων διοίκησης αποτελεί αναμφίβολα επιχειρησιακή επιτυχία. Δεν συνεπάγεται, όμως, ότι επιτυγχάνεται ο τελικός πολιτικός και στρατηγικός σκοπός, δηλαδή η πλήρης αποκατάσταση της ελεύθερης και ασφαλούς ναυσιπλοΐας. Η στρατηγική επιτυχία δεν μετράται από τους καταστραφέντες στόχους, αλλά από την επαναφορά της κανονικότητας.

Οι επιχειρήσεις συνοδείας εμπορικών πλοίων, οι οποίες απέδωσαν κατά τον Πόλεμο των Δεξαμενόπλοιων τη δεκαετία του 1980, παραμένουν χρήσιμο εργαλείο, αλλά δεν αποτελούν πανάκεια. Το σύγχρονο επιχειρησιακό περιβάλλον χαρακτηρίζεται από την εκτεταμένη χρήση μη επανδρωμένων συστημάτων, πυραύλων ακριβείας μεγάλου βεληνεκούς, έξυπνων ναρκών και προηγμένων δυνατοτήτων ηλεκτρονικού πολέμου. Η προστασία κάθε εμπορικού πλοίου προϋποθέτει πλέον τη διάθεση σημαντικών ναυτικών, αεροπορικών και πληροφοριακών μέσων, γεγονός που αυξάνει δραματικά το επιχειρησιακό και οικονομικό κόστος μιας μακροχρόνιας αποστολής.

Η γεωγραφία εξακολουθεί να λειτουργεί υπέρ του αμυνόμενου. Οι ιρανικές ακτές και τα νησιά που δεσπόζουν επί του Στενού προσφέρουν φυσικά πλεονεκτήματα επιτήρησης, απόκρυψης και ταχείας ανάπτυξης μέσων. Οι κινητοί εκτοξευτές, η διασπορά των δυνάμεων και η δυνατότητα ταχείας ανασυγκρότησης καθιστούν εξαιρετικά δύσκολη την πλήρη εξουδετέρωση της απειλής. Η γεωγραφία δεν μπορεί να βομβαρδιστεί. Παραμένει ο πλέον σταθερός παράγοντας κάθε στρατηγικής εξίσωσης.

Παράλληλα, το νομικό διακύβευμα είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Το Στενό του Ορμούζ αποτελεί διεθνές στενό, όπου εφαρμόζεται το δικαίωμα της ελεύθερης διελεύσεως (transit passage), θεμελιώδης αρχή του Δικαίου της Θάλασσας. Η αμφισβήτηση αυτής της αρχής μέσω στρατιωτικής πίεσης δεν αφορά μόνο τον Περσικό Κόλπο. Δημιουργεί προηγούμενο για κάθε άλλο στρατηγικό θαλάσσιο πέρασμα του πλανήτη, υπονομεύοντας την ίδια την έννοια της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας.

Η κρίση αποκτά έτσι σαφή γεωοικονομική διάσταση. Η αύξηση των ασφαλίστρων πολεμικού κινδύνου, των ναύλων και του ενεργειακού κόστους επηρεάζει άμεσα τις διεθνείς αλυσίδες εφοδιασμού, ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις και επιβαρύνει ιδιαίτερα τις οικονομίες που εξαρτώνται από τις εισαγωγές ενέργειας. Το Ορμούζ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο μια τοπική κρίση μπορεί να παράγει παγκόσμιες οικονομικές συνέπειες.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η διατήρηση της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας απαιτεί μια ολοκληρωμένη στρατηγική προσέγγιση. Η συνεχής ναυτική παρουσία, οι επιχειρήσεις εκκαθάρισης ναρκών, η προστασία εμπορικών νηοπομπών, η ολοκληρωμένη θαλάσσια επίγνωση της κατάστασης (Maritime Domain Awareness), η ανταλλαγή πληροφοριών, ο ηλεκτρονικός πόλεμος και η διπλωματική κινητοποίηση αποτελούν αλληλοσυμπληρούμενα στοιχεία μιας ενιαίας στρατηγικής. Καμία από αυτές τις δράσεις δεν επαρκεί αυτοτελώς· όλες μαζί δημιουργούν τις προϋποθέσεις για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης.

Για την Ελλάδα, τα διδάγματα της κρίσης έχουν ιδιαίτερη στρατηγική σημασία. Ως ναυτικό κράτος με παγκόσμια εμπορική παρουσία και ως χώρα που θεμελιώνει τα κυριαρχικά της δικαιώματα στις αρχές του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας, δεν μπορεί να αντιμετωπίζει την κρίση ως ένα απομακρυσμένο περιφερειακό γεγονός. Η αμφισβήτηση της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας σε ένα διεθνές στενό δημιουργεί προηγούμενα που δυνητικά επηρεάζουν κάθε περιοχή όπου η θαλάσσια κυκλοφορία συνδέεται με ζητήματα κυριαρχίας, ασφάλειας και διεθνούς νομιμότητας.

Το Αιγαίο και το Ορμούζ αποτελούν διαφορετικά γεωστρατηγικά περιβάλλοντα. Ωστόσο, αναδεικνύουν μια κοινή πραγματικότητα, η γεωγραφία διαμορφώνει τις στρατηγικές επιλογές, το Διεθνές Δίκαιο προσδίδει νομιμοποίηση στη θαλάσσια τάξη και η αποτροπή αποκτά αξία μόνο όταν συνοδεύεται από αξιοπιστία και πολιτική βούληση. Η διατήρηση της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας δεν αποτελεί μόνο επιχειρησιακή αποστολή, αποτελεί διαρκή στρατηγική υποχρέωση των ναυτικών δυνάμεων και θεμελιώδη προϋπόθεση της διεθνούς σταθερότητας.

Η κρίση στο Στενό του Ορμούζ υπενθυμίζει, τελικά, ότι η τεχνολογία μεταβάλλει τα μέσα διεξαγωγής του πολέμου, αλλά όχι τις θεμελιώδεις αρχές της στρατηγικής. Η γεωγραφία εξακολουθεί να επιβάλλει περιορισμούς, η θαλάσσια ισχύς παραμένει μέσο και όχι αυτοσκοπός, ενώ το τελικό στρατηγικό αποτέλεσμα εξακολουθεί να κρίνεται όχι στο πεδίο της τακτικής, αλλά στην ικανότητα διατήρησης ενός σταθερού, ασφαλούς και διεθνώς αποδεκτού θαλάσσιου περιβάλλοντος. Αυτή είναι η ουσία της θαλάσσιας στρατηγικής και το σημαντικότερο δίδαγμα που αναδεικνύει σήμερα το Στενό του Ορμούζ.

 

 

Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security(INIS)και του Strategy International (SI) και του Research Institute for European and American Studies (RIEAS).

 

 

 

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Don`t copy text!