Η χερσαία εισβολή στο Ιράν είναι Στρατηγική επιλογή ή εργαλείο πολιτικής πίεσης;
USS Donald Cook (DDG 75) transits the Arabian Sea while an MH-60S Sea Hawk flies nearby.@CENTCOM
Γράφει ο Δημήτριος Τσαϊλάς*
Οι πρόσφατες δηλώσεις της αμερικανικής ηγεσίας, σύμφωνα με τις οποίες δεν αποκλείεται η ανάπτυξη χερσαίων δυνάμεων στο Ιράν, αναζωπύρωσαν τη συζήτηση περί μιας ενδεχόμενης αμερικανικής εισβολής. Ωστόσο, μεταξύ της πολιτικής ρητορικής και της στρατιωτικής πραγματικότητας υπάρχει συχνά μεγάλη απόσταση.
Στη στρατηγική, δεν αρκεί να εξετάζουμε τι δηλώνεται δημόσια. Οφείλουμε να αξιολογούμε εάν τα διαθέσιμα μέσα επαρκούν για την επίτευξη των πολιτικών αντικειμενικών σκοπών.
Σήμερα, όλα τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες συνεχίζουν να εφαρμόζουν μια στρατηγική ελεγχόμενης στρατιωτικής πίεσης, χωρίς να προετοιμάζονται για μια μεγάλης κλίμακας χερσαία εκστρατεία.
Η αεροπορική εκστρατεία, οι ναυτικές επιχειρήσεις, οι κυβερνοεπιθέσεις και οι οικονομικές κυρώσεις αποσκοπούν στη σταδιακή αποδυνάμωση των στρατιωτικών δυνατοτήτων του Ιράν, ιδιαίτερα εκείνων που απειλούν την ελευθερία της ναυσιπλοΐας στο Στενό του Ορμούζ. Παρά τις συνεχείς επιδρομές, όμως, η Τεχεράνη εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικές δυνατότητες άρνησης πρόσβασης (Anti-Access/Area Denial – A2/AD), αξιοποιώντας πυραύλους, μη επανδρωμένα συστήματα, νάρκες και παράκτιες πυροβολαρχίες.
Στο πλαίσιο αυτό, η κατάληψη ορισμένων στρατηγικών νησιών, όπως η Qeshm ή η Kharg, προβάλλεται κατά καιρούς ως πιθανή επιχειρησιακή επιλογή. Η σημασία τους είναι προφανής. Η νήσος Kharg αποτελεί τον κύριο κόμβο εξαγωγών ιρανικού πετρελαίου, ενώ η νήσος Qeshm δεσπόζει στην είσοδο του Στενού του Ορμούζ, παρέχοντας δυνατότητες επιτήρησης, ανάπτυξης μη επανδρωμένων συστημάτων και υποστήριξης παράκτιων πυραυλικών επιχειρήσεων.
Ωστόσο, ακόμη και μια επιτυχής αμφίβια επιχείρηση κατάληψης αυτών των νησιών δεν θα ισοδυναμούσε με στρατηγική νίκη. Η κατοχή εδάφους αποτελεί μόνο την αρχή. Η διατήρηση και η υπεράσπισή του απαιτεί συνεχή ανεφοδιασμό, αεροπορική υπεροχή, ναυτική κυριαρχία και ισχυρές χερσαίες δυνάμεις, οι οποίες σήμερα δεν φαίνεται να έχουν αναπτυχθεί στην περιοχή.
Οι αριθμοί είναι αποκαλυπτικοί. Οι δυνάμεις των Marine Expeditionary Units (MEUs) και της 82ης Αερομεταφερόμενης Μεραρχίας επαρκούν για περιορισμένες αποβατικές επιχειρήσεις, επιχειρήσεις ειδικών δυνάμεων ή προσωρινή κατάληψη κρίσιμων εγκαταστάσεων. Δεν επαρκούν, όμως, για μια εισβολή σε μια χώρα με την έκταση, τον πληθυσμό και το ανάγλυφο του Ιράν.
Αρκεί να θυμηθούμε ότι για την εισβολή στο Ιράκ το 2003 απαιτήθηκε πολύμηνη συγκέντρωση περίπου 160.000 στρατιωτών, τεράστιες ποσότητες υλικού και μια από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις στρατηγικής μεταφοράς των τελευταίων δεκαετιών. Σήμερα δεν παρατηρείται τίποτε αντίστοιχο.
Εξίσου σημαντική είναι και η γεωγραφία. Το Ιράν δεν είναι το Ιράκ. Οι ορεινοί όγκοι, οι μεγάλες αποστάσεις, οι περιορισμένοι άξονες προέλασης και η δυνατότητα αποκεντρωμένης δράσης των Φρουρών της Επανάστασης δημιουργούν ένα ιδιαίτερα απαιτητικό επιχειρησιακό περιβάλλον. Έτσι η γεωγραφία λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής ισχύος για τον αμυνόμενο.
Από την άλλη πλευρά, η Τεχεράνη επιδιώκει να καλλιεργήσει την εικόνα ότι όχι μόνο δεν φοβάται μια χερσαία εισβολή, αλλά θα την επιθυμούσε, θεωρώντας ότι ένας παρατεταμένος πόλεμος θα εξαντλούσε πολιτικά και οικονομικά τις Ηνωμένες Πολιτείες. Πρόκειται κυρίως για μήνυμα αποτροπής και ψυχολογικών επιχειρήσεων, με στόχο να αυξηθεί το αντιληπτό κόστος οποιασδήποτε αμερικανικής κλιμάκωσης.
Το πραγματικό διακύβευμα, ωστόσο, δεν είναι η κατάληψη εδάφους. Είναι η διατήρηση ή η απώλεια του ελέγχου στις θαλάσσιες γραμμές επικοινωνίας και στα ενεργειακά δίκτυα. Για τον λόγο αυτό, η νήσος Kharg αποκτά ιδιαίτερη σημασία ως οικονομικό κέντρο βάρους του Ιράν. Η διακοπή της λειτουργίας των πετρελαϊκών της εγκαταστάσεων θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρό οικονομικό πλήγμα στην Τεχεράνη. Όμως, η ολοκληρωτική καταστροφή τους θα είχε πιθανότατα σημαντικές επιπτώσεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας, γεγονός που εξηγεί γιατί μέχρι σήμερα οι αμερικανικές επιχειρήσεις εμφανίζονται περισσότερο επιλεκτικές παρά καταστροφικές.
Συμπέρασμα
Η στρατηγική δεν βασίζεται σε δηλώσεις, αλλά σε δυνατότητες και σκοπούς. Παρά τη σκληρή ρητορική, δεν διακρίνονται οι προϋποθέσεις που θα δικαιολογούσαν μια μεγάλης κλίμακας χερσαία εισβολή των Ηνωμένων Πολιτειών στο Ιράν.
Το πιθανότερο είναι ότι η Ουάσιγκτον θα συνεχίσει να στηρίζεται σε αεροπορική ισχύ, ναυτικές επιχειρήσεις, κυβερνοπόλεμο, ειδικές δυνάμεις και οικονομική πίεση, επιδιώκοντας να κάμψει τη βούληση της Τεχεράνης χωρίς να αναλάβει το τεράστιο κόστος μιας νέας χερσαίας εκστρατείας στη Μέση Ανατολή.
Η κρίση αυτή υπενθυμίζει μια διαχρονική αρχή της στρατηγικής, ότι η στρατιωτική ισχύς μπορεί να καταστρέψει δυνατότητες, αλλά μόνο μια συνεκτική πολιτική στρατηγική μπορεί να δημιουργήσει διαρκή ειρήνη. Όσο οι πολιτικοί αντικειμενικοί σκοποί παραμένουν ασαφείς ή ασύμβατοι, ο πόλεμος θα συνεχίσει να ταλαντεύεται ανάμεσα στην κλιμάκωση και την αποκλιμάκωση, χωρίς ορατό τέλος.
*Ο Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security(INIS), και του Strategy International (SI) και του Research Institute for European and American Studies (RIEAS).