Το γεωστρατηγικό «Τρίγωνο του Διαβόλου» και η μάχη για τον έλεγχο της παγκόσμιας οικονομίας

Mediterranean_Sea_16.61811E_38.99124N

Γράφει ο Δημήτριος Τσαϊλάς*

Η διεθνής προσοχή έχει στραφεί δικαιολογημένα στο Στενό του Ορμούζ. Ωστόσο, η στρατηγική πραγματικότητα υπενθυμίζει ότι η παγκόσμια οικονομία δεν εξαρτάται από ένα μόνο θαλάσσιο πέρασμα. Η ασφάλεια των θαλασσίων συγκοινωνιών αποτελεί ένα ενιαίο και αλληλοσυνδεόμενο σύστημα, όπου η αποσταθεροποίηση ενός κόμβου επηρεάζει ολόκληρη την αλυσίδα των εμπορικών και ενεργειακών ροών.

Σήμερα διαμορφώνεται ένα γεωστρατηγικό «Τρίγωνο του Διαβόλου», που εκτείνεται από το Στενό του Ορμούζ και το Bab el-Mandeb έως τη Μαύρη Θάλασσα. Πρόκειται για τρεις κρίσιμους θαλάσσιους χώρους, οι οποίοι συνδέουν την παραγωγή ενέργειας, το παγκόσμιο εμπόριο και τη στρατηγική ισορροπία μεταξύ Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Ινδο-Ειρηνικού. Η ταυτόχρονη πίεση σε αυτούς τους θαλάσσιους διαδρόμους δεν συνιστά τρεις ξεχωριστές κρίσεις, αλλά μια ενιαία γεωστρατηγική πρόκληση με παγκόσμιες προεκτάσεις.

Η πρόσφατη ανακοίνωση των Χούθι περί επιβολής «ναυτικού εμπάργκο» κατά της Σαουδικής Αραβίας μεταφέρει το επίκεντρο της αντιπαράθεσης από τον Περσικό Κόλπο στη νότια είσοδο της Ερυθράς Θάλασσας. Δεν πρόκειται απλώς για μια περιφερειακή κλιμάκωση. Συνιστά προσπάθεια του Ιράν να διευρύνει το γεωστρατηγικό πεδίο αντιπαράθεσης, αξιοποιώντας τους συμμάχους του ώστε να ασκήσει πίεση όχι μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες αλλά και στις παγκόσμιες ενεργειακές και εμπορικές ροές.

Το Bab el-Mandeb λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής ισχύος. Αποτελεί τον θαλάσσιο σύνδεσμο μεταξύ της Ερυθράς Θάλασσας και του Κόλπου του Άντεν, οδηγώντας στη Διώρυγα του Σουέζ, από όπου διέρχεται σημαντικό μέρος του εμπορίου μεταξύ Ευρώπης και Ασίας. Τα τελευταία χρόνια, η Σαουδική Αραβία επιχείρησε να περιορίσει την εξάρτησή της από το Στενό του Ορμούζ, μεταφέροντας μεγάλο μέρος των εξαγωγών πετρελαίου μέσω του αγωγού East–West προς τα λιμάνια της Ερυθράς Θάλασσας. Εάν όμως και το Bab el-Mandeb καταστεί επισφαλές, τότε καταρρέει και αυτή η στρατηγική εναλλακτική, μετατρέποντας μια περιφερειακή κρίση σε παγκόσμιο ενεργειακό πρόβλημα.

Η εμπειρία του Ορμούζ έχει ήδη αποδείξει ότι δεν απαιτείται απόλυτος έλεγχος μιας θαλάσσιας περιοχής για να διαταραχθεί η ελευθερία της ναυσιπλοΐας. Το Ιράν δημιούργησε ένα αποτελεσματικό πρότυπο ασύμμετρης ναυτικής πίεσης, αξιοποιώντας ταχύπλοα σκάφη, μη επανδρωμένα αεροχήματα, πυραύλους μικρού βεληνεκούς και θαλάσσιες νάρκες. Οι Χούθι φαίνεται να υιοθετούν την ίδια στρατηγική.

Η διακήρυξη ενός «ναυτικού εμπάργκο» με το σύνθημα «οφθαλμόν αντί οφθαλμού» αποτελεί κυρίως πολιτικό και ψυχολογικό εργαλείο. Δεν απαιτείται η βύθιση μεγάλου αριθμού πλοίων. Αρκεί να δημιουργηθεί η αντίληψη υψηλού κινδύνου. Στη σύγχρονη ναυτιλία, η αβεβαιότητα είναι συχνά εξίσου αποτελεσματική με την πραγματική στρατιωτική ισχύ. Η αύξηση των ασφαλίστρων πολέμου, η απροθυμία των πληρωμάτων να διέλθουν από επικίνδυνες περιοχές και οι αναγκαστικές αλλαγές δρομολογίων αρκούν για να προκαλέσουν σημαντικές διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες.

Οι σποραδικές επιθέσεις κατά εμπορικών πλοίων δεν πλήττουν μόνο την περιφερειακή ασφάλεια. Προκαλούν πληθωριστικές πιέσεις, αυξάνουν το κόστος μεταφοράς, επιβαρύνουν τις τιμές της ενέργειας και επηρεάζουν άμεσα την οικονομική σταθερότητα της Ευρώπης και της διεθνούς αγοράς. Η ναυτιλία δεν λειτουργεί υπό το καθεστώς της βεβαιότητας, αλλά της διαχείρισης κινδύνου. Όταν ο κίνδυνος αυξάνεται, οι συνέπειες μεταφέρονται άμεσα στον καταναλωτή και στις εθνικές οικονομίες.

Το Ριάντ έχει ήδη διαμηνύσει ότι θα προστατεύσει τη ναυσιπλοΐα με κάθε νόμιμο μέσο, ενώ χαρακτηρίζει τις ενέργειες των Χούθι πράξεις θαλάσσιας πειρατείας και κατάφωρη παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου. Ωστόσο, η εμπειρία τόσο στον Περσικό Κόλπο όσο και στην Ερυθρά Θάλασσα αποδεικνύει ότι ακόμη και η παρουσία ισχυρών ναυτικών δυνάμεων δεν αρκεί από μόνη της για να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη της εμπορικής ναυτιλίας.

Η ελευθερία των θαλασσών δεν διασφαλίζεται με αποσπασματικές επιχειρήσεις. Απαιτεί μόνιμη ναυτική παρουσία, αποτελεσματική αεράμυνα και αντιπυραυλική προστασία, δυνατότητες αντιμετώπισης μη επανδρωμένων συστημάτων, διαρκή ανταλλαγή πληροφοριών και, κυρίως, σαφείς και αποφασιστικούς κανόνες εμπλοκής. Η αποτροπή είναι αξιόπιστη μόνο όταν συνδυάζει στρατιωτική ισχύ με πολιτική βούληση.

Για την Ελλάδα, ως κορυφαία ναυτιλιακή δύναμη, η ασφάλεια αυτών των θαλάσσιων διαδρόμων δεν αποτελεί αφηρημένη αρχή του Διεθνούς Δικαίου, αλλά ζωτικό εθνικό συμφέρον. Η ελληνική εμπορική ναυτιλία, όπως και η ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης, εξαρτώνται από την απρόσκοπτη λειτουργία της αλυσίδας που συνδέει τον Ινδικό Ωκεανό, την Ερυθρά Θάλασσα, το Σουέζ, την Ανατολική Μεσόγειο και, τελικά, τη Μαύρη Θάλασσα.

Η πραγματική πρόκληση, επομένως, δεν είναι εάν θα χαθεί ο έλεγχος ενός ακόμη στενού περάσματος. Είναι εάν η διεθνής κοινότητα θα επιτρέψει τη μετατροπή ενός δικτύου αλληλοσυνδεόμενων θαλάσσιων κόμβων σε πεδίο μόνιμης γεωστρατηγικής αντιπαράθεσης. Εάν συμβεί αυτό, δεν θα αντιμετωπίζουμε δύο ή τρεις ανεξάρτητες κρίσεις, αλλά μια ενιαία αναμέτρηση για τον έλεγχο των σημαντικότερων ενεργειακών και εμπορικών διαδρόμων του πλανήτη.

Η ιστορία της ναυτικής στρατηγικής διδάσκει ότι όποιος ελέγχει τα θαλάσσια περάσματα δεν επηρεάζει μόνο τις κινήσεις των στόλων. Επηρεάζει το εμπόριο, τις οικονομίες, τη διπλωματία και τελικά τις πολιτικές αποφάσεις των κρατών. Γι’ αυτό το πραγματικό επίκεντρο της σύγκρουσης δεν βρίσκεται αποκλειστικά στις ακτές του Ιράν ή της Υεμένης, αλλά στα στενά που συνδέουν τις ηπείρους και καθορίζουν τη λειτουργία του παγκόσμιου εμπορίου.

Το διακύβευμα δεν είναι απλώς η ασφάλεια δύο ακόμη θαλάσσιων περασμάτων. Είναι η διατήρηση της αξιοπιστίας της διεθνούς ναυτικής τάξης, της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας και της σταθερότητας της παγκόσμιας οικονομίας. Αν η διεθνής κοινότητα έχασε την πρωτοβουλία σε ένα στρατηγικό στενό, δεν έχει την πολυτέλεια να επιτρέψει να συμβεί το ίδιο και σε ένα δεύτερο — ή, ακόμη χειρότερα, σε ολόκληρο το «Τρίγωνο του Διαβόλου» που συνδέει το Ορμούζ, το Bab el-Mandeb και τη Μαύρη Θάλασσα.

Η νέα γεωοικονομία των θαλάσσιων διαδρόμων

Η γεωπολιτική του 21ου αιώνα δεν θα κριθεί αποκλειστικά από τον έλεγχο της ξηράς, αλλά από την ασφάλεια των θαλάσσιων γραμμών επικοινωνίας (Sea Lines of Communication – SLOCs). Όποιος μπορεί να διαταράξει τα κρίσιμα θαλάσσια περάσματα, ακόμη και χωρίς να ασκήσει πλήρη ναυτική κυριαρχία, αποκτά δυσανάλογη γεωπολιτική επιρροή. Το κόστος δεν μετριέται μόνο σε βυθισμένα πλοία, αλλά σε αυξημένα ασφάλιστρα, μεταβολές των ενεργειακών τιμών, ανατροπές στις εφοδιαστικές αλυσίδες και πολιτικές αποφάσεις που λαμβάνονται υπό την πίεση της οικονομικής αβεβαιότητας.

Το «Τρίγωνο του Διαβόλου» — Ορμούζ, Bab el-Mandeb και Μαύρη Θάλασσα — δεν αποτελεί απλώς έναν γεωγραφικό προσδιορισμό. Αποτελεί το σημείο όπου διασταυρώνονται η ενεργειακή ασφάλεια, η ναυτιλία, το διεθνές εμπόριο και ο ανταγωνισμός των μεγάλων δυνάμεων. Εάν αυτοί οι τρεις θαλάσσιοι κόμβοι βρεθούν ταυτόχρονα υπό διαρκή πίεση, η παγκόσμια οικονομία θα εισέλθει σε μια περίοδο μόνιμης στρατηγικής αστάθειας, όπου η αβεβαιότητα θα αποτελεί τον νέο κανόνα.

Για την Ελλάδα, η πρόκληση είναι ακόμη μεγαλύτερη. Ως η μεγαλύτερη ναυτιλιακή δύναμη του κόσμου και πυλώνας σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο, δεν μπορεί να αντιμετωπίζει την ασφάλεια των θαλάσσιων οδών ως ζήτημα που αφορά αποκλειστικά άλλους. Η προστασία της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας, η ενίσχυση της ευρωπαϊκής ναυτικής παρουσίας και η ενεργός συμμετοχή στη διαμόρφωση της ναυτικής στρατηγικής της Ευρώπης αποτελούν πλέον στοιχεία εθνικής στρατηγικής και όχι απλές επιλογές εξωτερικής πολιτικής.

Η διεθνής κοινότητα δεν έχει απέναντί της δύο ή τρεις ανεξάρτητες κρίσεις. Αντιμετωπίζει μια ενιαία γεωστρατηγική αναμέτρηση για τον έλεγχο των σημαντικότερων θαλάσσιων αρτηριών του πλανήτη. Η απώλεια της πρωτοβουλίας σε ένα στρατηγικό στενό ήταν ήδη αρκετά δαπανηρή. Η απώλεια ενός δεύτερου θα σήμαινε ότι η αποτροπή υποχώρησε απέναντι στον εξαναγκασμό. Η ταυτόχρονη αποσταθεροποίηση του Ορμούζ, του Bab el-Mandeb και της Μαύρης Θάλασσας θα σηματοδοτούσε κάτι ακόμη σοβαρότερο: τη μετάβαση από μια εποχή ελεύθερης ναυσιπλοΐας σε μια εποχή όπου οι θαλάσσιες οδοί θα χρησιμοποιούνται ως εργαλεία γεωοικονομικού εκβιασμού.

Το πραγματικό διακύβευμα, επομένως, δεν είναι ο έλεγχος ενός ακόμη στενού. Είναι η διατήρηση της αξιοπιστίας της διεθνούς ναυτικής τάξης. Και αυτή η μάχη θα κριθεί όχι μόνο από τη ναυτική ισχύ, αλλά από τη συλλογική βούληση των δημοκρατικών κρατών να προστατεύσουν τις θαλάσσιες αρτηρίες που κρατούν ζωντανή την παγκόσμια οικονομία.

 

 

Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security(INIS)και του Strategy International (SI) και του Research Institute for European and American Studies (RIEAS).

 

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Don`t copy text!