Η θαλάσσια στρατηγική μετά την κρίση του Ιράν: Τα όρια της στρατιωτικής ισχύος, η θεωρία του θαλάσσιου ελέγχου και οι επιχειρησιακές προκλήσεις για την Ελλάδα

close-up-magnifying-glass-colorful-ancient-map

source: Freepik

Γράφει ο Δημήτριος Τσαϊλάς

Εισαγωγή

Οι πρόσφατες επιχειρήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ κατά του Ιράν επανέφεραν στο προσκήνιο ένα από τα πλέον διαχρονικά ζητήματα της στρατηγικής σκέψης: ποια είναι τα πραγματικά όρια της στρατιωτικής ισχύος ως μέσου επίτευξης πολιτικών σκοπών;

Η εκτεταμένη χρήση αεροπορικής ισχύος, πυραύλων ακριβείας, κυβερνοεπιχειρήσεων και ναυτικών δυνάμεων κατέδειξε την τεχνολογική υπεροχή της Δύσης. Παράλληλα, όμως, ανέδειξε και μια θεμελιώδη στρατηγική πραγματικότητα: η καταστροφή στρατιωτικών δυνατοτήτων δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με την επίτευξη πολιτικής νίκης.

Η διάκριση αυτή βρίσκεται στον πυρήνα της στρατηγικής θεωρίας ήδη από τον Θουκυδίδη και επανέρχεται με συστηματικό τρόπο στον Clausewitz. Η σύγχρονη κρίση στο Ιράν επιβεβαιώνει ότι η στρατιωτική ισχύς, όσο συντριπτική κι αν είναι, δεν μπορεί να υποκαταστήσει την πολιτική στρατηγική. Η ισχύς δημιουργεί δυνατότητες, η πολιτική καθορίζει εάν και πώς αυτές μετατρέπονται σε διατηρήσιμα στρατηγικά αποτελέσματα.

Η αντιπαράθεση με το Ιράν αποκαλύπτει, επομένως, κάτι βαθύτερο από μια περιφερειακή σύγκρουση. Αναδεικνύει τη μετάβαση από την παραδοσιακή αντίληψη της στρατιωτικής επικράτησης, γνωστής και ως «χερσοκεντρικής διάστασης» σε ένα περιβάλλον όπου το πραγματικό κέντρο βάρους βρίσκεται στον έλεγχο των θαλάσσιων γραμμών επικοινωνίας, στην ανθεκτικότητα των ναυτικών δυνάμεων και στην ικανότητα άσκησης ολοκληρωμένης αποτροπής.

Η στρατηγική θεωρία ως ερμηνευτικό πλαίσιο

Ο Θουκυδίδης υπήρξε ο πρώτος που συνέδεσε την ισχύ με τη βούληση και τον πολιτικό σκοπό. Η αφήγησή του για τον Πελοποννησιακό Πόλεμο καταδεικνύει ότι οι στρατιωτικές επιτυχίες αποκτούν στρατηγική αξία μόνο όταν υπηρετούν ένα συνεκτικό πολιτικό σχέδιο. Η Αθήνα δεν ηττήθηκε λόγω έλλειψης στρατιωτικής ισχύος, αλλά επειδή η στρατηγική της υπερέβη τις πραγματικές πολιτικές και οικονομικές δυνατότητές της.

Ο Clausewitz συστηματοποίησε αυτή τη σκέψη διατυπώνοντας την περίφημη αρχή ότι ο πόλεμος αποτελεί συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα. Η αρχή αυτή δεν αποτελεί απλώς φιλοσοφική παρατήρηση, συνιστά κριτήριο αξιολόγησης κάθε στρατιωτικής επιχείρησης. Όταν οι στρατιωτικές ενέργειες παύουν να υπηρετούν σαφώς καθορισμένους πολιτικούς στόχους, η στρατηγική μετατρέπεται σε διαχείριση επιχειρήσεων χωρίς ορατό τέλος.

Στο ναυτικό πεδίο, ο Alfred Thayer Mahan υποστήριξε ότι η θαλάσσια ισχύς αποτελεί θεμέλιο της εθνικής ισχύος, διότι επιτρέπει τον έλεγχο του παγκόσμιου εμπορίου, της οικονομικής ευημερίας και της στρατηγικής προβολής ισχύος. Αναφέρει μεταξύ άλλων: «Ο έλεγχος των θαλάσσιων γραμμών επικοινωνίας (Sea Lines of Communication – SLOCs) είναι ο μηχανισμός μέσω του οποίου τα κράτη μετατρέπουν την οικονομική τους ισχύ σε γεωπολιτική επιρροή.»

Ο Sir Julian Corbett διαφοροποιήθηκε ουσιωδώς από τον Mahan. Για τον Corbett, η θάλασσα δεν αποτελεί αυτοσκοπό ούτε ο απόλυτος έλεγχός της είναι πάντοτε αναγκαίος. Εκείνο που έχει σημασία είναι ο βαθμός θαλάσσιου ελέγχου που απαιτείται για την επίτευξη του πολιτικού σκοπού. Η ναυτική ισχύς λειτουργεί ως εργαλείο στρατηγικής και όχι ως αυτοτελής πηγή νίκης. Έτσι μας έδωσε την έννοια του «τόπθ-χρόνου»

Η σύγχρονη κρίση στο Ιράν επιβεβαιώνει περισσότερο τον Corbett παρά τον Mahan. Η αντιπαράθεση δεν αφορά την καταστροφή του ιρανικού στόλου, αλλά τη διατήρηση της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας, την προστασία των SLOCs και την αποτροπή της μετατροπής κρίσιμων θαλάσσιων περασμάτων σε μέσα γεωπολιτικού εξαναγκασμού.

Το πραγματικό κέντρο βάρους είναι η θάλασσα

Η συζήτηση γύρω από το Ιράν επικεντρώνεται συχνά στις πυρηνικές εγκαταστάσεις, στις βαλλιστικές δυνατότητες και στις αεροπορικές επιχειρήσεις. Ωστόσο, από στρατηγική άποψη, το πραγματικό κέντρο βάρους δεν βρίσκεται στην ενδοχώρα αλλά στη θάλασσα.

Το Στενό του Ορμούζ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα στρατηγικού choke point. Η σημασία του δεν απορρέει από το έδαφος που το περιβάλλει αλλά από τον όγκο του παγκόσμιου εμπορίου ενέργειας που διέρχεται από αυτό. Σε συνδυασμό με το Bab el-Mandeb και τη Μαύρη Θάλασσα, συγκροτεί ένα ενιαίο πλέγμα θαλάσσιων σημείων ελέγχου, όπου η τοπική αστάθεια μπορεί να προκαλέσει παγκόσμιες οικονομικές επιπτώσεις.

Το Ιράν αξιοποιεί αυτή τη γεωγραφική πραγματικότητα μέσω μιας στρατηγικής Anti-Access/Area Denial (A2/AD), συνδυάζοντας παράκτιους πυραύλους, θαλάσσιες νάρκες, μη επανδρωμένα συστήματα, ταχύπλοα σκάφη, ηλεκτρονικό πόλεμο και περιφερειακούς πληρεξουσίους. Στόχος του δεν είναι η συμβατική ναυτική επικράτηση αλλά η αύξηση του κόστους για κάθε δύναμη που επιχειρεί να διατηρήσει ανοικτές τις θαλάσσιες γραμμές επικοινωνίας.

Η ουσία της ασύμμετρης στρατηγικής έγκειται ακριβώς στη δυσανάλογη σχέση κόστους–αποτελέσματος. Μέσα σχετικά χαμηλού κόστους μπορούν να επιβάλουν δυσανάλογη επιχειρησιακή και οικονομική επιβάρυνση σε ναυτικές δυνάμεις υψηλής τεχνολογίας.

Η αεροπορική ισχύς και τα όρια του εξαναγκασμού

Η αεροπορική ισχύς παραμένει εξαιρετικά αποτελεσματική στην καταστροφή κρίσιμων υποδομών, κέντρων διοίκησης, αποθηκών πυρομαχικών και συστημάτων διοικητικής μέριμνας. Δεν ακολουθεί όμως κατ’ ανάγκην ότι μπορεί να επιβάλει πολιτική κατάρρευση.

Οι στρατηγικοί βομβαρδισμοί του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι επιχειρήσεις στο Κόσοβο, στο Ιράκ και στη Λιβύη καταδεικνύουν ότι η αεροπορική υπεροχή δημιουργεί επιχειρησιακά αποτελέσματα, όχι όμως απαραίτητα σταθερές πολιτικές λύσεις.

Το ίδιο ισχύει και για τις οικονομικές κυρώσεις ή τους ναυτικούς αποκλεισμούς. Επιβάλλουν κόστος, αλλά δεν μετατρέπουν αυτομάτως την οικονομική πίεση σε πολιτικό εξαναγκασμό. Η στρατηγική επιτυχία εξαρτάται από την ύπαρξη ενός σαφώς καθορισμένου πολιτικού τέλους (political end state), το οποίο θα επιτρέψει τη μετάβαση από τη στρατιωτική πίεση στη διαπραγμάτευση.

Η φθορά ή εξουθένωση ως στρατηγική

Η σημαντικότερη ίσως καινοτομία της ιρανικής στρατηγικής είναι ότι δεν επιδιώκει την καταστροφή της αμερικανικής στρατιωτικής ισχύος. Επιχειρεί να επιβάλει συνεχή επιχειρησιακή φθορά.

Η διατήρηση ισχυρών ναυτικών δυνάμεων στον Περσικό Κόλπο, στην Ερυθρά Θάλασσα και στην Ανατολική Μεσόγειο απαιτεί τεράστιους πόρους, συνεχή συντήρηση, επαρκή στελέχωση, αδιάλειπτη διοικητική μέριμνα και εκτεταμένη εφοδιαστική υποστήριξη. Η στρατηγική επιτυχία του Ιράν δεν θα προκύψει από μια αποφασιστική ναυμαχία αλλά από την ικανότητά του να αυξάνει διαρκώς το κόστος της αμερικανικής παρουσίας.

Η εξέλιξη αυτή αντανακλά μια βαθύτερη μεταβολή στον χαρακτήρα του ναυτικού πολέμου. Η ισορροπία ισχύος δεν εξαρτάται πλέον αποκλειστικά από τον αριθμό των μεγάλων μονάδων επιφανείας αλλά από την ανθεκτικότητα των δυνάμεων, τη διατήρηση της επιχειρησιακής διαθεσιμότητας και την ενσωμάτωση επανδρωμένων και μη επανδρωμένων συστημάτων σε ενιαίο επιχειρησιακό δίκτυο.

Η ολοκληρωμένη αποτροπή ως στρατηγική απάντηση

Η πλέον βιώσιμη προσέγγιση δεν είναι ούτε η διαρκής κλιμάκωση ούτε η μονοδιάστατη χρήση στρατιωτικής ισχύος. Η απάντηση βρίσκεται στην ολοκληρωμένη αποτροπή (Integrated Deterrence), η οποία συνδυάζει ναυτική παρουσία, αεροπορική και αντιπυραυλική άμυνα, κυβερνοάμυνα, πληροφορίες, οικονομικές κυρώσεις, διπλωματία και στενή συνεργασία με περιφερειακούς εταίρους.

Η αποτροπή δεν αποσκοπεί στην καταστροφή του αντιπάλου αλλά στη διαμόρφωση ενός περιβάλλοντος όπου το κόστος της επιθετικής ενέργειας υπερβαίνει τα αναμενόμενα οφέλη. Πρόκειται για μια δυναμική διαδικασία, η οποία απαιτεί διαρκή προσαρμογή στις επιχειρησιακές και τεχνολογικές εξελίξεις.

Οι επιπτώσεις για την ελληνική ναυτική στρατηγική

Οι εξελίξεις στον Περσικό Κόλπο παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Ελλάδα, όχι μόνο λόγω της ναυτιλιακής της ισχύος αλλά και εξαιτίας της γεωγραφικής της θέσης στο νοτιοανατολικό άκρο της Ευρώπης.

Το Αιγαίο και η Ανατολική Μεσόγειος συγκεντρώνουν χαρακτηριστικά ανάλογα με εκείνα του Ορμούζ, όπως περιορισμένους θαλάσσιους διαδρόμους, υψηλή πυκνότητα ναυσιπλοΐας, έντονο γεωπολιτικό ανταγωνισμό και αυξανόμενη παρουσία συστημάτων A2/AD.

Για το Πολεμικό Ναυτικό, το βασικό δίδαγμα δεν αφορά μόνο την ισχύ πυρός. Αφορά κυρίως τη διατήρηση επιχειρησιακής αντοχής σε παρατεταμένες κρίσεις. Η ικανότητα συνεχούς παρουσίας, η ανθεκτική εφοδιαστική υποστήριξη, η ολοκληρωμένη αντιαεροπορική και αντιπυραυλική άμυνα, η ενσωμάτωση μη επανδρωμένων μέσων, η διαλειτουργικότητα με συμμαχικές δυνάμεις και η δικτυοκεντρική διοίκηση αποτελούν πλέον κρίσιμες προϋποθέσεις αποτελεσματικής αποτροπής.

Η ελληνική ναυτική στρατηγική οφείλει να σχεδιάζει όχι μόνο την επιτυχή διεξαγωγή των πρώτων ημερών μιας κρίσης, αλλά και τη δυνατότητα διατήρησης επιχειρήσεων επί μακρό χρονικό διάστημα. Η αντοχή (endurance), η ανθεκτικότητα (resilience) η εφοδιαστική υποστήριξη (sustainment) και η επιχειρησιακή διαθεσιμότητα αναδεικνύονται σε ισοδύναμους παράγοντες ισχύος με τα οπλικά συστήματα.

Συμπεράσματα

Η κρίση του Ιράν επιβεβαιώνει μια διαχρονική αρχή της στρατηγικής, ότι η ισχύς πυρός δεν αποτελεί από μόνη της θεωρία νίκης. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις μπορούν να διαμορφώσουν το πεδίο των εξελίξεων, δεν μπορούν όμως να υποκαταστήσουν τον πολιτικό σχεδιασμό ούτε να εγγυηθούν μια βιώσιμη μεταπολεμική τάξη.

Ο Θουκυδίδης, ο Clausewitz, ο Mahan και ο Corbett, παρά τις διαφορετικές ιστορικές τους αφετηρίες, συγκλίνουν σε μία θεμελιώδη παραδοχή, ότι η στρατιωτική ισχύς αποκτά στρατηγική αξία μόνο όταν υπηρετεί έναν σαφώς καθορισμένο πολιτικό σκοπό.

Στον 21ο αιώνα, το αποφασιστικό πεδίο αντιπαράθεσης δεν βρίσκεται αποκλειστικά στην ξηρά ούτε στον αέρα. Βρίσκεται στις θαλάσσιες αρτηρίες που στηρίζουν την παγκόσμια οικονομία, στις αλυσίδες εφοδιασμού, στην ενεργειακή ασφάλεια και στην ικανότητα των ναυτικών δυνάμεων να διατηρούν ανοικτές τις θαλάσσιες γραμμές επικοινωνίας.

Για την Ελλάδα, η εξέλιξη αυτή δεν αποτελεί απλώς αντικείμενο θεωρητικού ενδιαφέροντος. Συνιστά στρατηγική πραγματικότητα. Ως ναυτικό κράτος και κορυφαία ναυτιλιακή δύναμη, η χώρα καλείται να αναπτύξει ένα Πολεμικό Ναυτικό ικανό όχι μόνο να αποτρέπει αλλά και να διατηρεί μακροχρόνια επιχειρησιακή παρουσία σε ένα ολοένα πιο αμφισβητούμενο θαλάσσιο περιβάλλον. Η διατήρηση της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας, η προστασία των θαλάσσιων υποδομών, η ανθεκτικότητα των δυνάμεων και η αποτελεσματική ενσωμάτωση όλων των συντελεστών ισχύος αποτελούν πλέον το πραγματικό μέτρο της στρατηγικής επιτυχίας.

Η ισχύς πυρός μπορεί να ανοίξει τον δρόμο προς τη νίκη. Η θαλάσσια στρατηγική, όμως, είναι εκείνη που καθορίζει αν η νίκη αυτή θα μετατραπεί σε διατηρήσιμη πολιτική τάξη και μακροπρόθεσμη ασφάλεια.

 

 

Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security(INIS)και του Strategy International (SI) και του Research Institute for European and American Studies (RIEAS).

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Don`t copy text!