Τα Στενά του Ορμούζ μετά τον πόλεμο: Ποιος θα καθορίσει τους κανόνες της νέας θαλάσσιας τάξης;

Screenshot 2026-08-06 083553

Γράφει ο Δημήτριος Τσαϊλάς*

Η επικείμενη συμφωνία για την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ παρουσιάζεται ως μια σημαντική διπλωματική επιτυχία που μπορεί να οδηγήσει στην αποκλιμάκωση της κρίσης μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν. Ωστόσο, η πραγματική σημασία της υπερβαίνει κατά πολύ την αποκατάσταση της εμπορικής ναυσιπλοΐας. Το ουσιαστικό διακύβευμα είναι η διαμόρφωση της μεταπολεμικής ισορροπίας ισχύος στον Περσικό Κόλπο και, κατ’ επέκταση, ενός νέου μοντέλου διακυβέρνησης των στρατηγικών θαλάσσιων στενωπών.

Στη ναυτική στρατηγική, τα στενά δεν αποτελούν απλώς γεωγραφικά περάσματα. Είναι σημεία συγκέντρωσης ισχύος. Από την εποχή του Θουκυδίδη μέχρι τις θεωρίες του Alfred Thayer Mahan και του Sir Julian Corbett, ο έλεγχος των θαλάσσιων γραμμών επικοινωνίας θεωρείται θεμελιώδης προϋπόθεση για την οικονομική ευημερία, την πολιτική επιρροή και τη στρατιωτική ισχύ ενός κράτους. Δεν είναι τυχαίο ότι οι μεγαλύτερες ναυτικές δυνάμεις της ιστορίας επεδίωξαν όχι την κατοχή κάθε θαλάσσιας περιοχής, αλλά τον έλεγχο των κρίσιμων σημείων διέλευσης.

Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτής της πραγματικότητας. Από εκεί διέρχεται περίπου το 20% του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου πετρελαίου και σημαντικό μέρος των εξαγωγών υγροποιημένου φυσικού αερίου. Η λειτουργία τους επηρεάζει άμεσα τις διεθνείς αγορές ενέργειας, το κόστος μεταφορών και τη συνολική σταθερότητα της παγκόσμιας οικονομίας.

Οι πληροφορίες που βλέπουν το φως της δημοσιότητας αποκαλύπτουν ότι το Ομάν επιχειρεί να διαμορφώσει έναν προσωρινό μηχανισμό ασφαλούς διέλευσης, ενώ το Ιράν επιδιώκει να διατηρήσει ενεργό ρόλο στη διαχείριση της κυκλοφορίας μέσω των Στενών, προβάλλοντας την ανάγκη παροχής υπηρεσιών ασφαλείας, περιβαλλοντικής προστασίας και ναυτικής υποστήριξης. Αντίθετα, η Ουάσιγκτον επιμένει ότι η ελευθερία της ναυσιπλοΐας δεν μπορεί να εξαρτάται από την έγκριση ή τον έλεγχο οποιουδήποτε παράκτιου κράτους.

Πίσω από αυτή τη φαινομενικά τεχνική διαφωνία κρύβεται η ουσία της στρατηγικής αντιπαράθεσης. Δεν συζητείται απλώς η επαναλειτουργία μιας θαλάσσιας οδού. Συζητείται ποιος θα διαθέτει τη νομιμοποίηση να επηρεάζει τις ροές του παγκόσμιου εμπορίου.

Ο Clausewitz υπενθύμιζε ότι ο πόλεμος αποτελεί συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα. Εξίσου αληθές είναι όμως και το αντίστροφο. Δηλαδή, ότι η διπλωματία που ακολουθεί έναν πόλεμο αποτελεί συνέχεια της στρατηγικής ισχύος. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις αποκτούν πραγματική αξία μόνο όταν παράγουν ευνοϊκά πολιτικά αποτελέσματα. Επομένως, η έκβαση της διαπραγμάτευσης για τα Στενά του Ορμούζ θα αποτελέσει το πραγματικό μέτρο επιτυχίας ή αποτυχίας της σύγκρουσης.

Εάν η τελική συμφωνία αναγνωρίζει, ακόμη και εμμέσως, έναν μόνιμο επιχειρησιακό ή θεσμικό ρόλο του Ιράν στη διαχείριση της ναυσιπλοΐας, τότε η Τεχεράνη θα έχει επιτύχει ένα στρατηγικό αποτέλεσμα δυσανάλογο προς τις στρατιωτικές της δυνατότητες. Θα έχει μετατρέψει την ανθεκτικότητα που επέδειξε κατά τη διάρκεια του πολέμου σε διαρκή γεωπολιτική επιρροή.

Αντιθέτως, εάν αποκατασταθεί πλήρως η αρχή της ελεύθερης και ανεμπόδιστης ναυσιπλοΐας, χωρίς ιδιαίτερα δικαιώματα ή μηχανισμούς που να παρέχουν στο Ιράν δυνατότητα ελέγχου ή παρέμβασης, τότε οι Ηνωμένες Πολιτείες θα έχουν διαφυλάξει μία από τις σημαντικότερες αρχές της μεταπολεμικής διεθνούς ναυτικής τάξης.

Ωστόσο, η στρατηγική εικόνα δεν περιορίζεται στα Στενά του Ορμούζ. Οι επιθέσεις των Χούθι στην Ερυθρά Θάλασσα και οι απειλές κατά του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ καταδεικνύουν ότι οι δύο αυτοί θαλάσσιοι δίαυλοι λειτουργούν πλέον ως ένα ενιαίο γεωστρατηγικό σύστημα. Η ασφάλεια της παγκόσμιας ναυσιπλοΐας δεν εξαρτάται από τη σταθερότητα ενός μόνο σημείου, αλλά από την ταυτόχρονη διασφάλιση όλων των κρίσιμων θαλάσσιων στενωπών που συνδέουν τον Ινδικό Ωκεανό με τη Μεσόγειο.

Η κρίση ανέδειξε επίσης μια νέα πραγματικότητα. Στη σύγχρονη εποχή, η γεωπολιτική επιρροή δεν ασκείται αποκλειστικά μέσω της κατάληψης εδαφών ή της καταστροφής στρατιωτικών δυνάμεων. Ασκείται μέσω της δυνατότητας διακοπής των θαλάσσιων γραμμών επικοινωνίας, της διατάραξης των εφοδιαστικών αλυσίδων και της επιβολής οικονομικού κόστους στους αντιπάλους. Τα στρατηγικά στενά μετατρέπονται σταδιακά σε εργαλεία οικονομικού εξαναγκασμού και πολιτικής πίεσης.

Αυτό ακριβώς εξηγεί γιατί η διαπραγμάτευση για το Ορμούζ έχει σημασία που υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια του Περσικού Κόλπου. Η συμφωνία που θα προκύψει θα αποτελέσει πιθανότατα πρότυπο για τον τρόπο με τον οποίο η διεθνής κοινότητα θα αντιμετωπίσει αντίστοιχες κρίσεις σε άλλα στρατηγικά περάσματα, από το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ μέχρι τη Νότια Σινική Θάλασσα.

Η ιστορία διδάσκει ότι η θαλάσσια ισχύς δεν μετριέται μόνο από τον αριθμό των πολεμικών πλοίων ή την ισχύ ενός στόλου. Μετριέται κυρίως από την ικανότητα ενός κράτους να διατηρεί ανοικτές τις θαλάσσιες οδούς, να επιβάλλει τους κανόνες που τις διέπουν και να εξασφαλίζει την εμπιστοσύνη της διεθνούς ναυτιλιακής κοινότητας.

Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι πότε θα ανοίξουν τα Στενά του Ορμούζ. Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιος θα καθορίσει τους κανόνες της νέας θαλάσσιας τάξης που θα αναδυθεί μετά τον πόλεμο. Διότι εκείνος που καθορίζει τους κανόνες ενός στρατηγικού θαλάσσιου περάσματος δεν επηρεάζει μόνο τη ναυσιπλοΐα. Διαμορφώνει την περιφερειακή ισορροπία ισχύος, επηρεάζει την παγκόσμια ενεργειακή ασφάλεια και συμβάλλει καθοριστικά στη διαμόρφωση της διεθνούς τάξης του 21ου αιώνα.

 

 


Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα
 είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security(INIS), του Strategy International (SI) και του Research Institute for European and American Studies (RIEAS).

 

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Don`t copy text!