Το Αιγαίο δεν είναι σύνορο-Είναι η στρατηγική μας
Γράφει ο Δημήτριος Τσαϊλάς*
Η Agenda 2030 θα κριθεί από το αν η Ελλάδα θα αποκτήσει όχι απλώς ισχυρότερες Ένοπλες Δυνάμεις, αλλά τη στρατηγική ενός πραγματικού θαλάσσιου κράτους.
Υπάρχει μια πολύ ενδιαφέρουσα διάκριση στη σύγχρονη συζήτηση για τη στρατηγική. Αυτή είναι η διάκριση ανάμεσα σε μια χώρα που διαθέτει θαλάσσια ισχύ και σε ένα πραγματικό θαλάσσιο κράτος. Η διαφορά δεν είναι λεκτική. Είναι στρατηγική.
Μια χώρα μπορεί να διαθέτει ισχυρό στόλο, υποβρύχια, αεροσκάφη, πυραύλους και δορυφόρους και παρ’ όλα αυτά να μην είναι κράτος που οργανώνει την οικονομία, τη διπλωματία, την άμυνα και την πολιτική του γύρω από τη θάλασσα. Ακριβώς εδώ βρίσκεται και το ελληνικό πρόβλημα.
Η Ελλάδα περιβάλλεται από θάλασσα παντού. Έχει νησιά, εμπορικό στόλο, λιμάνια, ναυτική παράδοση, ενεργειακούς διαδρόμους και μια γεωγραφική θέση που την τοποθετεί στο σημείο συνάντησης Ευρώπης, Ανατολικής Μεσογείου, Βαλκανίων και Μέσης Ανατολής.
Έχει, με άλλα λόγια, όλους τους πόρους μιας θαλάσσιας δύναμης. Το ερώτημα είναι αν έχει και στρατηγική θαλάσσιου κράτους.
Οι πρόσφατες κρίσεις στη Μαύρη θάλασσα, στην Ερυθρά θάλασσα και στην Αραβική θάλασσα είναι αποκαλυπτικές. Η ιδέα, όπως την έχει διατυπώσει ο ιστορικός Andrew Lambert, είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες, παρά το ισχυρότερο Ναυτικό στον κόσμο, δεν υπήρξαν ποτέ στην ίδια κατηγορία με την Αθήνα, την Καρχηδόνα, τη Βενετία, την Ολλανδική Δημοκρατία ή τη Βρετανία ως κατεξοχήν «θαλάσσια κράτη». Η Αμερική είναι πρωτίστως ηπειρωτική δύναμη που απέκτησε τεράστια θαλάσσια ισχύ. Για την Ελλάδα, η θάλασσα δεν αποτελεί προαιρετική υπερπόντια ευθύνη. Η θάλασσα αποτελεί τη στρατηγική γεωγραφία της χώρας.
Για την Αμερική η θάλασσα είναι επιλογή στρατηγικής. Για την Ελλάδα είναι γεωγραφική μοίρα.
Δεν μπορούμε να κλείσουμε τις πόρτες και να στραφούμε προς την ενδοχώρα. Αυτή είναι μια χερσοκεντρική ερμηνεία που δεν αντιλαμβάνονται ότι η ναυτική ισχύς δεν μετριέται μόνο σε αριθμό πλοίων. Η ενδοχώρα μας τελειώνει εκεί όπου αρχίζει η θάλασσα και η θάλασσα αποτελεί ταυτόχρονα σύνορο, οικονομία, ενεργειακό διάδρομο, εμπορικό δρόμο και πεδίο σύγκρουσης.
Για την Ελλάδα, το μήνυμα είναι σαφές. Στον 21ο αιώνα, η αποτροπή δεν θα κριθεί μόνο από το μέγεθος του στόλου, αλλά από την ανθεκτικότητα, την τεχνολογική υπεροχή και την ικανότητα διαρκούς ελέγχου των θαλάσσιων γραμμών επικοινωνίας. Όποιος διατηρεί αυτές τις δυνατότητες, διατηρεί και τη στρατηγική πρωτοβουλία.
Είναι λάθος να μετράμε τη θαλάσσια ισχύ με πλώρες
Εδώ βρίσκεται η αξία της στρατηγικής σκέψης. Το πρόβλημα δεν είναι αν η Ελλάδα θα αποκτήσει περισσότερες φρεγάτες. Ούτε αν θα έχει καλύτερα μαχητικά αεροσκάφη. Ούτε αν θα διαθέτει περισσότερους πυραύλους, drones ή υποβρύχια. Όλα αυτά είναι απαραίτητα. Αλλά είναι μέσα. Δεν είναι στρατηγική.
Ένα κράτος μπορεί να έχει εξαιρετικά σύγχρονα οπλικά συστήματα και να παραμένει στρατηγικά αδύναμο εάν δεν μπορεί να τα συνδέσει σε ένα συνεκτικό σύστημα ισχύος. Η θάλασσα δεν κερδίζεται με καταλόγους εξοπλισμών. Κερδίζεται με παρουσία, πληροφορία, αντοχή, εφοδιασμό, αεροπορική ισχύ, υποβρύχια, μη επανδρωμένα συστήματα, λιμάνια, ναυπηγεία, εμπορική ναυτιλία και διπλωματία. Αυτό είναι το κρίσιμο μήνυμα που πρέπει να διαβάσει κανείς πίσω από την Agenda 2030. Επομένως, θα ερμήνευα το ναυτικό στοιχείο της Ατζέντας 2030, όχι ως:
«Πόσες φρεγάτες θα διαθέτει η Ελλάδα;» αλλά, «Μπορεί η Ελλάδα να δημιουργήσει αξιόπιστο έλεγχο ή άρνηση του θαλάσσιου χώρου ως μέρος ενός ολοκληρωμένου εθνικού συστήματος;»
Αυτή είναι μια πολύ πιο απαιτητική ερώτηση.
Να μη γίνουμε απλώς ένα ακριβό A2/AD οχυρό
Υπάρχει ένας πειρασμός στη σύγχρονη ελληνική στρατηγική, και δεν είναι άλλος από το να μετατρέψουμε το Αιγαίο σε ένα τεράστιο σύστημα άρνησης πρόσβασης.
Πύραυλοι στα νησιά.
Drones.
Αισθητήρες.
Αντιαεροπορικά.
Αντιπλοϊκά.
Υποβρύχια.
Μαχητικά.
Η λογική είναι απολύτως κατανοητή. Να κάνουμε την Ελλάδα τόσο επικίνδυνη για τον αντίπαλο ώστε να μην τολμήσει να επιτεθεί.
Αλλά υπάρχει μια παγίδα.
Η άρνηση πρόσβασης δεν είναι το ίδιο με τη θαλάσσια ισχύ.
Μπορείς να κάνεις μια θάλασσα απροσπέλαστη χωρίς να μπορείς να τη χρησιμοποιήσεις. Και εδώ βρίσκεται η ουσία της προειδοποίησης για μια Ελλάδα που θα μπορούσε να κλειστεί πίσω από τα δικά της «Μακρά Τείχη», δημιουργώντας Θαλάσσια άρνηση, δηλαδή, «Δεν μπορείτε να εισέλθετε με ασφάλεια σε αυτήν την περιοχή.» Όμως η διαφορά της Ναυτικής ισχύος, είναι «Μπορώ να προσδιορίσω τι συμβαίνει σε αυτόν τον θαλάσσιο χώρο.»
Η Αθήνα των αρχαίων χρόνων δεν επιβίωσε επειδή είχε απλώς τείχη. Επιβίωσε όσο μπορούσε να χρησιμοποιεί τη θάλασσα. Αυτό είναι το κρίσιμο μάθημα. Η Ελλάδα δεν πρέπει απλώς να κάνει το Αιγαίο απαγορευτικό για τον αντίπαλο. Πρέπει να μπορεί να επιχειρεί μέσα σε αυτό.
Να το επιτηρεί.
Να το ελέγχει όπου απαιτείται.
Να προστατεύει τις θαλάσσιες επικοινωνίες της.
Να ενισχύει τα νησιά της.
Να προστατεύει ενεργειακές υποδομές.
Να διατηρεί την εμπορική κίνηση.
Να προβάλλει ισχύ στην Ανατολική Μεσόγειο.
Αυτό είναι πολύ διαφορετικό από ένα ακριβό αμυντικό οχυρό. Επομένως, η Ατζέντα 2030 δεν θα πρέπει να αξιολογείται ως Ναυτικό εναντίον Στρατού Ξηράς/Αεροπορίας. Θα πρέπει να αξιολογηθεί ως εξής: Ναυτικό + Πολεμική Αεροπορία + Στρατός Ξηράς + νησιά + αισθητήρες + πύραυλοι + δορυφόροι + κυβερνοεπίθεση + μη επανδρωμένα αεροσκάφη = ένας ολοκληρωμένος θαλάσσιος χώρος μάχης.
Η Ελλάδα διαθέτει έναν στόλο που δεν βρίσκεται μόνο στο Πολεμικό Ναυτικό
Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη ελληνική στρατηγική ευκαιρία. Η Ελλάδα δεν είναι μόνο ναυτική χώρα επειδή έχει Πολεμικό Ναυτικό. Είναι ναυτική χώρα επειδή έχει εμπορική ναυτιλία παγκόσμιας κλάσης. Έχει ναυτιλιακές επιχειρήσεις, ναυτικούς, λιμάνια, διαχειριστές πλοίων, ναυπηγοεπισκευαστική τεχνογνωσία, ναυτιλιακή χρηματοδότηση και δεκαετίες συσσωρευμένης γνώσης. Αυτό είναι εθνική ισχύς.
Το ερώτημα είναι αν το ελληνικό κράτος ξέρει να τη συνδέσει με την εθνική στρατηγική.
Όχι βεβαίως με την έννοια της κρατικοποίησης της ναυτιλίας ή της μετατροπής των εμπορικών πλοίων σε πολεμικά μέσα. Αλλά με την έννοια μιας ολιστικής θαλάσσιας πολιτικής. Άμυνα, ενέργεια, λιμάνια, ναυπηγεία, τεχνολογία, εμπορική ναυτιλία και διπλωματία πρέπει να αντιμετωπίζονται ως αλληλένδετες συνιστώσες εθνικής ισχύος.
Η πραγματική δοκιμασία της Agenda 2030
Γι’ αυτό η Agenda 2030 πρέπει να κριθεί με διαφορετικό τρόπο. Όχι από το πόσα Rafale αγοράσαμε. Όχι από το πόσες φρεγάτες θα παραλάβουμε. Όχι από το αν αποκτήσαμε F-35. Αλλά από το αν η Ελλάδα μπορεί, ως αποτέλεσμα αυτής της μεταρρύθμισης, να κάνει κάτι πολύ πιο δύσκολο, να παράγει και να διατηρεί θαλάσσια ισχύ σε διάρκεια.
Μπορεί να επιτηρεί το Αιγαίο συνεχώς;
Μπορεί να διατηρεί ασφαλείς τις θαλάσσιες επικοινωνίες της;
Μπορεί να ενισχύσει ένα απομονωμένο νησί σε συνθήκες κρίσης;
Μπορεί να διατηρήσει επιχειρήσεις για εβδομάδες ή μήνες;
Μπορεί να προστατεύσει κρίσιμες ενεργειακές και λιμενικές υποδομές;
Μπορεί να χρησιμοποιήσει τη ναυτική ισχύ ως εργαλείο διπλωματίας;
Μπορεί η ελληνική αμυντική βιομηχανία να συντηρήσει αυτό το σύστημα σε έναν παρατεταμένο πόλεμο;
Εάν η απάντηση είναι ναι, τότε η Agenda 2030 θα έχει επιτύχει κάτι πολύ μεγαλύτερο από έναν εκσυγχρονισμό των Ενόπλων Δυνάμεων. Θα έχει δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για ένα ελληνικό θαλάσσιο κράτος.
Η Ελλάδα πρέπει να σταματήσει να βλέπει τη θάλασσα ως σύνορο
Αυτό ίσως είναι το δυσκολότερο σημείο. Η ελληνική στρατηγική σκέψη συχνά αντιμετωπίζει το Αιγαίο πρωτίστως ως γραμμή αντιπαράθεσης με την Τουρκία. Είναι φυσικό. Αλλά είναι ανεπαρκές. Το Αιγαίο δεν είναι μόνο σύνορο. Είναι στρατηγικός χώρος. Η Ανατολική Μεσόγειος δεν είναι απλώς περιοχή κινδύνου. Είναι πεδίο γεωπολιτικής επιρροής. Τα ελληνικά λιμάνια δεν είναι απλώς υποδομές. Είναι στρατηγικά περιουσιακά στοιχεία. Η ελληνική εμπορική ναυτιλία δεν είναι απλώς ένας εξαγωγικός κλάδος. Είναι συσσωρευμένη εθνική θαλάσσια ισχύς. Και το Πολεμικό Ναυτικό δεν είναι απλώς ένας ακόμη Κλάδος των Ενόπλων Δυνάμεων. Είναι ο βασικός μηχανισμός με τον οποίο μια χώρα σαν την Ελλάδα μετατρέπει τη γεωγραφία της σε στρατηγική.
Η Ελλάδα έχει τη γεωγραφία και την οικονομική δομή ενός ναυτικού κράτους. Συνεπώς, χρειάζεται μια στρατιωτική στρατηγική που βασίζεται στη ναυτική ισχύ. Αυτό σημαίνει ότι η Ατζέντα 2030 θα πρέπει αναμφισβήτητα να κριθεί από το αν καθιστά την Ελλάδα πιο γνήσια ναυτική, όχι απλώς από το αν καθιστά την Ελλάδα πιο τεχνολογικά προηγμένη. Και αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη. Ένα τεχνολογικά προηγμένο αμυντικό σύστημα ηπειρωτικού τύπου θα μπορούσε να καταστήσει πολύ δύσκολη την εισβολή στην Ελλάδα.
Μια πραγματικά θαλάσσια στρατηγική θα μπορούσε να επιτρέψει στην Ελλάδα να ελέγχει, να αρνείται, να προστατεύει και να εκμεταλλεύεται τις γύρω θάλασσες, και ως εκ τούτου να επηρεάζει τη στρατηγική ισορροπία της Ανατολικής Μεσογείου.
Το πραγματικό δίλημμα
Η Ελλάδα έχει δύο επιλογές.
Η πρώτη είναι να αποκτήσει έναν εξαιρετικά σύγχρονο στρατό, με κορυφαία οπλικά συστήματα, και να συνεχίσει να σκέφτεται στρατηγικά ως μια ηπειρωτική χώρα που τυχαίνει να έχει πολλά νησιά.
Η δεύτερη είναι πιο φιλόδοξη.
Να αναγνωρίσει ότι η Ελλάδα είναι θαλάσσιο κράτος και να οργανώσει γύρω από αυτή την πραγματικότητα όχι μόνο την άμυνα, αλλά την οικονομία, την ενέργεια, τη διπλωματία, τις υποδομές, τη βιομηχανία και την τεχνολογική της πολιτική.
Η πρώτη επιλογή παράγει καλύτερες Ένοπλες Δυνάμεις. Η δεύτερη μπορεί να παράγει εθνική στρατηγική.
Η συζήτηση για την αμερικανική απομάκρυνση από τον ρόλο του παγκόσμιου θαλάσσιου εγγυητή μας δίνει ένα χρήσιμο μάθημα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να αναρωτηθούν εάν θέλουν να συνεχίσουν να πληρώνουν το κόστος της παγκόσμιας θαλάσσιας τάξης. Η Ελλάδα δεν μπορεί να αναρωτηθεί εάν θέλει τη θάλασσα. Η Ελλάδα είναι η θάλασσά της.
Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι απλώς να αποκτήσουμε περισσότερη θαλάσσια ισχύ. Είναι να αποκτήσουμε τη στρατηγική, τους θεσμούς και την πολιτική κουλτούρα ενός πραγματικού θαλάσσιου κράτους.
Και αυτή είναι ίσως η πιο φιλόδοξη και η πιο αναγκαία ερμηνεία της Agenda 2030.
*Ο Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security(INIS), του Strategy International (SI) και του Research Institute for European and American Studies (RIEAS).