Η Ερυθρά Θάλασσα ως εργαστήριο νέας περιφερειακής θαλάσσιας ασφάλειας
Γράφει ο Δημήτριος Τσαϊλάς*
Η Σαουδική Αραβία και 13 άλλες χώρες επιβεβαίωσαν τη δημιουργία ενός ναυτικού στρατιωτικού συνασπισμού, με σκοπό, τη διασφάλιση της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας μέσω του στενού Μπαμπ αλ-Μαντέμπ, της Ερυθράς Θάλασσας και του Κόλπου του Άντεν, ενώ αναμένεται να συμμετάσχουν και άλλα έθνη. Το Μπαχρέιν, το Μπαγκλαντές, οι Κομόρες, το Τζιμπουτί, η Αίγυπτος, η Ιορδανία, το Κουβέιτ, το Πακιστάν, το Κατάρ, η Σαουδική Αραβία, η Σομαλία, το Σουδάν, η Τουρκία και η Υεμένη είναι οι πρώτες που θα υπογράψουν.
Ωστόσο, η δημιουργία της πολυεθνικής ναυτικής συμμαχίας υπό σαουδαραβική ηγεσία για την προστασία της Ερυθράς Θάλασσας αποτελεί εξέλιξη που υπερβαίνει κατά πολύ το επιχειρησιακό ζήτημα της αντιμετώπισης των Χούθι. Ανεξάρτητα από το εάν η νέα δομή θα αποδειχθεί αποτελεσματική στην προστασία της εμπορικής ναυτιλίας, η ίδια η συγκρότησή της αποκαλύπτει μια βαθύτερη μεταβολή στη στρατηγική αρχιτεκτονική της Μέσης Ανατολής.
Το βασικό ερώτημα δεν είναι εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες εγκαταλείπουν την περιοχή. Είναι εάν τα κράτη της περιοχής αρχίζουν να αντιλαμβάνονται ότι η ασφάλεια των ζωτικών θαλάσσιων γραμμών επικοινωνίας δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά σε έναν εξωπεριφερειακό εγγυητή.
Αυτό είναι το πραγματικό στρατηγικό μήνυμα. Η Ερυθρά Θάλασσα, το Bab el-Mandeb, ο Κόλπος του Άντεν και το Στενό του Ορμούζ αποτελούν ένα ενιαίο γεωστρατηγικό σύστημα. Όποιος ελέγχει ή μπορεί να απειλήσει αυτά τα σημεία ελέγχου δεν χρειάζεται να διαθέτει συμβατική ναυτική υπεροχή. Αρκεί να διαθέτει την ικανότητα να αυξάνει το κόστος της ναυσιπλοΐας, να επιβάλλει καθυστερήσεις, να αυξάνει τα ασφάλιστρα και να δημιουργεί αβεβαιότητα στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες. Ακριβώς εδώ βρίσκεται η στρατηγική σημασία των Χούθι.
Από τη ναυτική σύγκρουση στον έλεγχο των θαλάσσιων διαύλων
Η κλασική ναυτική θεωρία εξακολουθεί να προσφέρει εξαιρετικά χρήσιμα εργαλεία για την κατανόηση της σημερινής πραγματικότητας. Ο Alfred Thayer Mahan συνέδεσε τη θαλάσσια ισχύ με την οικονομική ισχύ και τον έλεγχο των θαλάσσιων μεταφορών. Στην εποχή του, η συζήτηση αφορούσε κυρίως τους στόλους μάχης, τις βάσεις και την προστασία του θαλάσσιου εμπορίου. Σήμερα η ίδια αρχή αποκτά διαφορετική μορφή.
Ένας περιφερειακός δρών μπορεί να μην έχει τη δυνατότητα να καταστρέψει έναν μεγάλο πολεμικό στόλο, αλλά μπορεί να καταστήσει μια θαλάσσια περιοχή οικονομικά και επιχειρησιακά επισφαλή. Με μη επανδρωμένα αεροσκάφη, πυραύλους, παράκτια συστήματα και σχετικά περιορισμένο κόστος, μπορεί να υποχρεώσει έναν πολύ ισχυρότερο αντίπαλο να διαθέσει δυσανάλογους πόρους για την προστασία της ναυσιπλοΐας. Αυτή είναι η νέα οικονομία της θαλάσσιας ισχύος.
Ένας ακόμη θεωρητικός της θαλάσσιας ισχύος. ο Sir Julian Corbett θα έδινε πιθανότατα ακόμη μεγαλύτερη σημασία στην ανάλυση αυτή. Για τον Corbett, η θαλάσσια ισχύς δεν είχε ως αυτοσκοπό την καταστροφή του εχθρικού στόλου. Η ουσία της ήταν ο έλεγχος της επικοινωνίας και η δυνατότητα χρησιμοποίησης της θάλασσας προς εξυπηρέτηση πολιτικών σκοπών.
Η Ερυθρά Θάλασσα αποτελεί σχεδόν ιδανικό παράδειγμα. Οι Χούθι δεν χρειάζεται να «κερδίσουν» μια ναυμαχία. Χρειάζεται να καταστήσουν τη ναυσιπλοΐα αρκετά επικίνδυνη ώστε ένα μέρος της εμπορικής κίνησης να αλλάξει πορεία. Αυτό από μόνο του συνιστά στρατηγικό αποτέλεσμα.

Το Bab el-Mandeb ως στρατηγικός πολλαπλασιαστής
Το στενό του Bab el-Mandeb είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η γεωγραφία πολλαπλασιάζει την ισχύ ενός περιφερειακού δρώντος.
Το στενό συνδέει την Ερυθρά Θάλασσα με τον Κόλπο του Άντεν και, μέσω της διώρυγας του Σουέζ, με τη Μεσόγειο. Επομένως, μια κρίση στο Bab el-Mandeb δεν παραμένει τοπική. Μεταφέρεται στην Ευρώπη. Μεταφέρεται στην Ασία. Μεταφέρεται στις ασφαλιστικές αγορές. Μεταφέρεται στις τιμές της ενέργειας. Μεταφέρεται στις εφοδιαστικές αλυσίδες. Η θάλασσα, επομένως, λειτουργεί ως μηχανισμός μετάδοσης στρατηγικού κόστους.
Αυτό εξηγεί γιατί μια σχετικά περιορισμένη στρατιωτική δύναμη μπορεί να αποκτήσει επιρροή πολύ μεγαλύτερη από το πραγματικό μέγεθος των ενόπλων δυνάμεών της.
Το δίδαγμα του Clausewitz
Η προσέγγιση αυτή μας οδηγεί στον Θεωρητικό της τέχνης του πολέμου, Clausewitz. Ο πόλεμος δεν είναι αυτοσκοπός. Είναι εργαλείο πολιτικής. Συνεπώς, η επιχειρησιακή επιτυχία πρέπει πάντοτε να αξιολογείται σε σχέση με το πολιτικό αποτέλεσμα. Η ερώτηση, λοιπόν, δεν είναι εάν οι Χούθι μπορούν να προκαλέσουν ζημιές σε ένα εμπορικό πλοίο. Μπορούν.
Η ερώτηση είναι εάν μπορούν να μετατρέψουν αυτή την ικανότητα σε διαρκή πολιτική επιρροή. Από την άλλη πλευρά, η ερώτηση για τη Σαουδική Αραβία και τους εταίρους της δεν είναι εάν μπορούν να καταστρέψουν περισσότερους εκτοξευτές ή να αναχαιτίσουν περισσότερα drones. Η πραγματική ερώτηση είναι εάν μπορούν να δημιουργήσουν μια διαρκή και αξιόπιστη αρχιτεκτονική θαλάσσιας ασφάλειας, η οποία θα επιτρέπει στην εμπορική ναυτιλία να συνεχίζει να χρησιμοποιεί την περιοχή. Εδώ βρίσκεται η διαφορά μεταξύ τακτικής επιτυχίας και στρατηγικής επιτυχίας.
Η επιστροφή της περιφερειακής ναυτικής ευθύνης
Η σαουδαραβική πρωτοβουλία αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή σηματοδοτεί μια προσπάθεια μεταφοράς μέρους του βάρους ασφαλείας από την εξωτερική προς την περιφερειακή ισχύ. Δεν σημαίνει ότι η αμερικανική ναυτική παρουσία καθίσταται περιττή. Σημαίνει κάτι πιο σύνθετο.
Οι περιφερειακές δυνάμεις φαίνεται να επιδιώκουν μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία, χωρίς απαραίτητα να εγκαταλείπουν τις σχέσεις ασφαλείας με την Ουάσιγκτον. Αυτό είναι σημαντικό. Η περιφερειακή ασφάλεια δεν οικοδομείται με την απλή αποχώρηση μιας μεγάλης δύναμης. Ούτε με την απεριόριστη παραμονή της. Οικοδομείται όταν οι τοπικές δυνάμεις αποκτούν την ικανότητα να αναλαμβάνουν μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για το άμεσο γεωγραφικό τους περιβάλλον. Η αρχή αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ευρώπη.

Από την Ερυθρά Θάλασσα στην Ανατολική Μεσόγειο
Για την Ελλάδα, η εξέλιξη αυτή δεν πρέπει να αντιμετωπισθεί ως μια μακρινή υπόθεση της Μέσης Ανατολής. Άλλωστε σε αυτόν το ναυτικό στρατιωτικό συνασπισμό συμμετέχουν και η Τουρκία με την Αίγυπτο.
Επίσης η Ελλάδα βρίσκεται στο δυτικό άκρο του ίδιου θαλάσσιου συστήματος. Ερυθρά Θάλασσα – Σουέζ – Ανατολική Μεσόγειος – Αιγαίο αποτελούν διαδοχικούς κρίκους μιας ενιαίας θαλάσσιας γραμμής επικοινωνίας.
Επομένως, η ασφάλεια του Bab el-Mandeb έχει άμεση σχέση με την ασφάλεια των ελληνικών λιμένων, της ελληνικής εμπορικής ναυτιλίας, των ενεργειακών ροών και τελικά της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Εδώ βρίσκεται και ένα σημαντικό δίδαγμα για το Πολεμικό Ναυτικό.
Η ναυτική ισχύς του μέλλοντος δεν μπορεί να σχεδιάζεται αποκλειστικά με βάση το ερώτημα: «Πόσα πολεμικά πλοία διαθέτουμε;» Το ορθότερο ερώτημα είναι: «Πόσο διάστημα μπορούμε να διατηρήσουμε αξιόπιστη επιχειρησιακή παρουσία σε πολλαπλά θέατρα; »
Αυτό απαιτεί διαθεσιμότητα μονάδων, επαρκή αποθέματα, δυνατότητες επιτήρησης, αντιαεροπορική και αντιπυραυλική άμυνα, μη επανδρωμένα συστήματα, ηλεκτρονικό πόλεμο, πληροφορίες και, κυρίως, ανθεκτική εφοδιαστική υποστήριξη.
Η εμπειρία της Ερυθράς Θάλασσας αποδεικνύει ότι η επιχειρησιακή αντοχή μπορεί να είναι εξίσου σημαντική με την ισχύ πυρός.

Το Αιγαίο ως ιδιαίτερο επιχειρησιακό περιβάλλον
Το δίδαγμα είναι ακόμη σημαντικότερο για το Αιγαίο. Το Αιγαίο δεν είναι η Ερυθρά Θάλασσα. Οι γεωγραφικές, επιχειρησιακές και πολιτικές συνθήκες είναι διαφορετικές. Υπάρχει όμως μία θεμελιώδης ομοιότητα. Η γεωγραφία πολλαπλασιάζει την αξία σχετικά μικρών δυνατοτήτων.
Νησιά, στενά περάσματα, περιορισμένοι θαλάσσιοι διάδρομοι, παράκτια συστήματα, μη επανδρωμένα μέσα και αισθητήρες δημιουργούν ένα σύνθετο επιχειρησιακό περιβάλλον στο οποίο η ναυτική ισχύς δεν μπορεί να αξιολογείται με όρους απλής αριθμητικής υπεροχής.
Το Πολεμικό Ναυτικό πρέπει συνεπώς να μπορεί να επιχειρεί μέσα σε ένα δικτυοκεντρικό, κορεσμένο και διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον απειλής.
Η έννοια της θαλάσσιας κυριαρχίας αποκτά έτσι νέα σημασία. Δεν σημαίνει ότι κάθε τετραγωνικό χιλιόμετρο θάλασσας ελέγχεται συνεχώς. Σημαίνει ότι μια δύναμη διαθέτει την ικανότητα να δημιουργεί και να διατηρεί, όταν απαιτείται, ευνοϊκές συνθήκες για την ελευθερία κινήσεων των δικών της δυνάμεων και την απρόσκοπτη λειτουργία των θαλάσσιων επικοινωνιών.
Αυτό είναι η ουσία της θαλάσσιας αποτροπής.
Η Ανατολική Μεσόγειος ως προέκταση της ευρύτερης κρίσης
Η Ανατολική Μεσόγειος αποκτά επίσης αυξανόμενη σημασία επειδή λειτουργεί ως κόμβος μεταξύ Ευρώπης, Μέσης Ανατολής, Βόρειας Αφρικής και Μαύρης Θάλασσας.
Η στρατηγική σκέψη δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζει αυτά τα θέατρα ως απολύτως ανεξάρτητα. Η Κασπία συνδέεται με τον Περσικό Κόλπο. Ο Περσικός Κόλπος συνδέεται με το Bab el-Mandeb. Το Bab el-Mandeb συνδέεται με το Σουέζ. Το Σουέζ συνδέεται με την Ανατολική Μεσόγειο. Και η Ανατολική Μεσόγειος συνδέεται με το Αιγαίο.
Αυτό το γεωγραφικό σύμπλοκο δημιουργεί ένα νέο στρατηγικό περιβάλλον για την Ελλάδα. Η χώρα δεν είναι απλώς ένα κράτος της Ανατολικής Μεσογείου. Είναι ένας από τους βασικούς θαλάσσιους κόμβους που συνδέουν την Ευρώπη με το ευρύτερο ευρασιατικό θαλάσσιο σύστημα.
Η στρατηγική αυτονομία δεν σημαίνει στρατηγική απομόνωση
Εδώ απαιτείται μια σημαντική διάκριση. Η ενίσχυση των περιφερειακών δυνατοτήτων δεν σημαίνει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες ή το ΝΑΤΟ καθίστανται λιγότερο σημαντικοί. Το αντίθετο.
Μια συμμαχία είναι ισχυρότερη όταν οι εταίροι της μπορούν να αναλάβουν μεγαλύτερο μέρος του επιχειρησιακού βάρους. Η πραγματική στρατηγική αυτονομία δεν είναι αυτάρκεια. Είναι ικανότητα επιλογής.
Ένα κράτος που διαθέτει δικές του δυνατότητες μπορεί να συνεργαστεί από θέση ισχύος. Ένα κράτος που εξαρτάται απολύτως από έναν εξωτερικό εγγυητή περιορίζει τη στρατηγική του ελευθερία.
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο δίδαγμα της σημερινής κρίσης στη Μέση Ανατολή.
Η νέα ναυτική πραγματικότητα
Ο 21ος αιώνας οδηγεί σε μια μορφή ναυτικού ανταγωνισμού διαφορετική από εκείνη που περιέγραψε ο Mahan, χωρίς όμως να αναιρεί τη θεωρία του.
Τα μεγάλα πλοία παραμένουν σημαντικά.
Οι φρεγάτες, τα υποβρύχια και οι μονάδες επιφανείας παραμένουν κρίσιμες.
Αλλά πλέον συνυπάρχουν με ένα νέο οικοσύστημα φθηνών και πολυάριθμων συστημάτων, όπως drones, περιφερόμενα πυρομαχικά, μη επανδρωμένα σκάφη επιφανείας, αυτόνομα υποβρύχια συστήματα, παράκτιους πυραύλους και αισθητήρες μεγάλης εμβέλειας.
Η πρόκληση είναι επομένως διπλή.
Πρέπει να διαθέτεις ακριβά και ισχυρά μέσα για να επιβάλεις και να διατηρήσεις ναυτική ισχύ. Ταυτόχρονα πρέπει να διαθέτεις φθηνά, πολυάριθμα και δικτυωμένα μέσα για να αντιμετωπίσεις την πλημμυρίδα των ασύμμετρων απειλών.
Η ναυτική ισχύς του μέλλοντος θα είναι επομένως λιγότερο «πλατφορμοκεντρική» και περισσότερο δικτυοκεντρική.
Το πραγματικό στρατηγικό συμπέρασμα
Η δημιουργία της σαουδαραβικής ναυτικής συμμαχίας πρέπει να αξιολογηθεί όχι μόνο ως απάντηση στους Χούθι αλλά ως ένδειξη μιας ευρύτερης μετάβασης.
Η Μέση Ανατολή εισέρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία τα περιφερειακά κράτη επιδιώκουν μεγαλύτερο έλεγχο του δικού τους περιβάλλοντος ασφαλείας.
Αυτό δεν θα εξαλείψει τον αμερικανικό ρόλο. Μπορεί όμως να μεταβάλει τη φύση του. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ενδέχεται σταδιακά να μετακινηθούν από τον ρόλο του αποκλειστικού εγγυητή προς τον ρόλο του στρατηγικού καταλύτη, παρόχου προηγμένων δυνατοτήτων και εταίρου των περιφερειακών μηχανισμών ασφαλείας.
Αν αυτή η μετάβαση πραγματοποιηθεί ομαλά, μπορεί να οδηγήσει σε πιο ανθεκτική περιφερειακή αρχιτεκτονική.
Εάν όμως γίνει βίαια, υπό το βάρος διαδοχικών κρίσεων και χωρίς συντονισμό, μπορεί να δημιουργήσει κενά ισχύος τα οποία θα σπεύσουν να εκμεταλλευθούν άλλοι δρώντες.
Και εδώ επιστρέφουμε στον Clausewitz. Η στρατιωτική ισχύς δεν αποτελεί στρατηγική από μόνη της. Η αποτροπή δεν είναι ο αριθμός των όπλων. Η ναυτική παρουσία δεν είναι αυτοσκοπός. Όλα αυτά είναι μέσα.
Ο σκοπός είναι η δημιουργία ενός περιβάλλοντος στο οποίο η εμπορική ναυτιλία μπορεί να κινείται, οι θαλάσσιες γραμμές επικοινωνίας παραμένουν ανοικτές και οι περιφερειακοί ανταγωνιστές γνωρίζουν ότι η διατάραξη της ναυσιπλοΐας θα έχει κόστος.
Αυτό είναι το πραγματικό νόημα της θαλάσσιας ασφάλειας.
Και αυτό είναι το μεγάλο δίδαγμα της Ερυθράς Θάλασσας για την Ελλάδα.
Η ναυτική ισχύς του μέλλοντος δεν θα κριθεί μόνο από το ποιος διαθέτει τον μεγαλύτερο στόλο. Θα κριθεί από το ποιος μπορεί να προστατεύσει, επί μακρόν και σε πολλαπλά θέατρα, τις θαλάσσιες γραμμές επικοινωνίας από τις οποίες εξαρτάται η οικονομική και στρατηγική του ισχύς.
Στην εποχή των drones, των πυραύλων και των ασύμμετρων απειλών, η θάλασσα επιστρέφει στο κέντρο της υψηλής στρατηγικής.
Και η Ελλάδα, ως ναυτικό κράτος, δεν έχει την πολυτέλεια να παρακολουθεί αυτή τη μετάβαση ως απλός παρατηρητής.
*Ο Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security(INIS), του Strategy International (SI) και του Research Institute for European and American Studies (RIEAS).