Η Τουρκία δοκιμάζει τα όρια – Η Ελλάδα πρέπει να απαντήσει στρατηγικά

Screenshot 2026-08-28 090820

Γράφει ο Δημήτριος Τσαϊλάς*

Στην εξίσωση της Ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης πλέον υπάρχει μια νέα άγνωστη σταθερά που απαιτεί διερεύνηση. Το ισραηλινό πλήγμα στην αεροπορική βάση Αμπού αλ-Ντουχούρ στη Συρία δεν αποτελεί απλώς ακόμη ένα επεισόδιο στο ολοένα πιο περίπλοκο περιβάλλον ασφαλείας της Μέσης Ανατολής. Η πραγματική στρατηγική του σημασία βρίσκεται σε αυτό που αποκαλύπτει για την εξελισσόμενη περιφερειακή παρουσία της Τουρκίας και, κατ’ επέκταση, για τις προκλήσεις που ενδέχεται να αντιμετωπίσει η Ελλάδα στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η ισραηλινή ανησυχία αφορά, φαινομενικά, την ανάπτυξη τουρκικών ραντάρ, συστημάτων αεράμυνας και στρατιωτικού προσωπικού στη Συρία. Πίσω όμως από αυτή την άμεση αντιπαράθεση βρίσκεται ένα πολύ ευρύτερο ερώτημα. Πόσο μακριά μπορεί να επεκτείνει η Τουρκία τη στρατιωτική της ισχύ πέρα από τα σύνορά της, προτού οι περιφερειακές της φιλοδοξίες αρχίσουν να μεταβάλλουν τη στρατηγική ισορροπία;

Για την Ελλάδα, αυτό δεν είναι ένα αφηρημένο ερώτημα.

Η Τουρκία έχει περάσει εδώ και χρόνια από τον ρόλο μιας κυρίως περιφερειακής στρατιωτικής δύναμης σε ένα κράτος ικανό να προβάλλει ισχύ ταυτόχρονα στη Μαύρη Θάλασσα, στον Καύκασο, στη Μέση Ανατολή, στη Βόρεια Αφρική και στην Ανατολική Μεσόγειο. Η παρουσία της στη βόρεια Συρία, η ναυτική της δραστηριότητα, η αναπτυσσόμενη αμυντική της βιομηχανία, τα μη επανδρωμένα συστήματα και το δόγμα της στρατηγικής αυτονομίας αποτελούν στοιχεία του ίδιου ευρύτερου φαινομένου.

Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι αν η Τουρκία διαθέτει νόμιμα συμφέροντα ασφαλείας. Μάλλον διαθέτει. Το ερώτημα είναι κατά πόσο η ερμηνεία αυτών των συμφερόντων από την Άγκυρα της επιτρέπει να εγκαθιστά στρατιωτικές δυνατότητες σε γειτονικά κράτη, οι οποίες τελικά επηρεάζουν το στρατηγικό περιβάλλον του ΝΑΤΟ και, ιδιαίτερα, της Ανατολικής Μεσογείου.

 

Η Συρία είναι το εργαστήριο ενώ η Ανατολική Μεσόγειος είναι το στρατηγικό πεδίο

Ο ρόλος της Τουρκίας στη Συρία καταδεικνύει ένα επαναλαμβανόμενο χαρακτηριστικό της τουρκικής εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής, ότι η στρατιωτική παρουσία δημιουργεί πολιτική επιρροή και η πολιτική επιρροή στη συνέχεια νομιμοποιεί μια πιο μόνιμη στρατιωτική παρουσία.

Αυτό το μοτίβο απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή από την Αθήνα. Η Άγκυρα υποστηρίζει ότι η στρατιωτική της παρουσία στη βόρεια Συρία υπαγορεύεται κυρίως από την ασφάλεια των συνόρων της, την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας και το κουρδικό ζήτημα. Οι ανησυχίες αυτές δεν μπορούν απλώς να απορριφθούν. Ωστόσο, η τουρκική στρατιωτική παρουσία έχει εξελιχθεί πέρα από προσωρινές επιχειρήσεις συνοριακής ασφάλειας. Η εκπαίδευση, η παροχή συμβούλων, η αποκατάσταση υποδομών, η ανταλλαγή πληροφοριών και η στρατιωτική συνδρομή μπορούν να δημιουργήσουν μόνιμη στρατηγική επιρροή χωρίς να απαιτούν την εγκατάσταση μεγάλων συμβατικών δυνάμεων.

Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη.

Η σύγχρονη στρατιωτική ισχύς δεν απαιτεί κατ’ ανάγκην την ανάπτυξη μεγάλου αριθμού στρατευμάτων στο εξωτερικό. Δίκτυα ραντάρ, αρχιτεκτονικές διοίκησης και ελέγχου, μη επανδρωμένα συστήματα, ηλεκτρονικός πόλεμος και μηχανισμοί ανταλλαγής πληροφοριών μπορούν να δημιουργήσουν μια διαρκή στρατηγική επίδραση, διατηρώντας παράλληλα σχετικά περιορισμένο το φυσικό στρατιωτικό αποτύπωμα.

Για την Ελλάδα, αυτό αποτελεί προειδοποίηση.

Το στρατηγικό ερώτημα δεν είναι απλώς, πού βρίσκονται οι τουρκικές δυνάμεις, αλλά μέχρι πού μπορούν να φτάσουν οι τουρκικές στρατιωτικές δυνατότητες. Ένα ραντάρ στη Συρία, ένα μη επανδρωμένο αεροσκάφος που επιχειρεί από μια περιφερειακή αεροπορική βάση, ένα σύστημα ηλεκτρονικού πολέμου ή ένα δίκτυο διοίκησης και ελέγχου μπορεί να έχει συνέπειες πολύ πέρα από την επικράτεια στην οποία βρίσκεται εγκατεστημένο.

Ακριβώς γι’ αυτό οι εξελίξεις στη Συρία πρέπει να εξετάζονται μέσα από ένα ευρύτερο πρίσμα Ανατολικής Μεσογείου.

Η στρατηγική αυτονομία της Τουρκίας και το ελληνικό ζήτημα

Η αυξανόμενη στρατηγική αυτονομία της Τουρκίας συχνά ερμηνεύεται ως ένδειξη της ανεξαρτητοποίησης της Άγκυρας από τη Δύση. Μια ακριβέστερη ερμηνεία είναι ότι η Τουρκία επιδιώκει τη μέγιστη δυνατή ελευθερία δράσης, διατηρώντας ταυτόχρονα τα πλεονεκτήματα που απορρέουν από τη σχέση της με το ΝΑΤΟ.

Εδώ δημιουργείται ένα δύσκολο στρατηγικό παράδοξο.

Η Τουρκία είναι ταυτόχρονα μέλος του ΝΑΤΟ, σημαντικός εταίρος των Ηνωμένων Πολιτειών, περιφερειακή δύναμη με σχέσεις που εκτείνονται προς τη Ρωσία και τη Μέση Ανατολή και κράτος που προωθεί τη δική του αντίληψη για τα θαλάσσια και εδαφικά του συμφέροντα.

Για την Ελλάδα, αυτό σημαίνει ότι η Άγκυρα δεν μπορεί να αξιολογείται αποκλειστικά μέσα από το παραδοσιακό πλαίσιο της νατοϊκής συμμαχίας.

Το γεγονός ότι Ελλάδα και Τουρκία ανήκουν στην ίδια Συμμαχία δεν εξαλείφει τον διμερή στρατηγικό ανταγωνισμό. Το ΝΑΤΟ παρέχει ένα πλαίσιο συλλογικής άμυνας έναντι εξωτερικών απειλών· δεν επιλύει αυτομάτως τις διαφορές μεταξύ των κρατών-μελών.

Και εδώ ακριβώς η Ανατολική Μεσόγειος αποκτά ιδιαίτερη σημασία.

Το Αιγαίο δεν είναι απλώς μια διμερής θαλάσσια διαφορά. Είναι ένας στρατηγικός χώρος που συνδέει τα Βαλκάνια, τη Μαύρη Θάλασσα, τη Μέση Ανατολή, τη Βόρεια Αφρική και την ευρύτερη Μεσόγειο. Όποιος διαθέτει την ικανότητα να επηρεάζει τον θαλάσσιο και εναέριο χώρο αυτής της περιοχής αποκτά επιρροή στις ενεργειακές διαδρομές, στις επικοινωνίες, στη στρατιωτική κινητικότητα και στην περιφερειακή ασφάλεια.

Η Τουρκία αντιλαμβάνεται αυτή την πραγματικότητα.

Η Ελλάδα οφείλει να την αντιλαμβάνεται εξίσου καλά.

Από το Αιγαίο έως τις συριακές ακτές

Το σημαντικότερο δίδαγμα από το συριακό επεισόδιο δεν είναι ότι η Τουρκία πρόκειται να συγκρουστεί άμεσα με το Ισραήλ. Είναι ότι η στρατιωτική γεωγραφία αλλάζει. Η τουρκική παρουσία στη βόρεια Συρία παρέχει στην Άγκυρα στρατηγικό βάθος προς νότο. Οι ναυτικές και αεροπορικές δυνατότητές της προσφέρουν επιπλέον εμβέλεια στην Ανατολική Μεσόγειο. Η αμυντική της βιομηχανία μειώνει ολοένα περισσότερο την εξάρτησή της από ξένους προμηθευτές. Τα μη επανδρωμένα συστήματα προσφέρουν δυνατότητες συνεχούς επιτήρησης και προσβολής. Και οι διπλωματικές της σχέσεις της παρέχουν πολιτική πρόσβαση σε πολλαπλά περιφερειακά μέτωπα.

Οι δυνατότητες αυτές δεν πρέπει αυτομάτως να ερμηνεύονται ως προετοιμασία για σύγκρουση με την Ελλάδα.

Ούτε όμως πρέπει να αγνοούνται.

Ένας συνετός στρατηγικός σχεδιαστής δεν περιμένει να εκδηλωθεί εχθρική πρόθεση προτού αξιολογήσει μια μεταβολή στην ισορροπία ισχύος.

Το σωστό ερώτημα είναι, ποιες δυνατότητες δημιουργούνται σήμερα που θα μπορούσαν να μεταβάλουν τις στρατηγικές επιλογές αύριο; Αυτό είναι η ουσία της αποτροπής.

Οι «κόκκινες γραμμές» του Ισραήλ και οι ελληνικές κόκκινες γραμμές

Η ισραηλινή συζήτηση για τη Συρία προσφέρει επίσης ένα σημαντικό δίδαγμα σχετικά με την έννοια των «κόκκινων γραμμών».

Το Ισραήλ έχει επανειλημμένα αποδείξει ότι είναι διατεθειμένο να χρησιμοποιήσει στρατιωτική ισχύ όταν εκτιμά ότι μια αναδυόμενη δυνατότητα μπορεί να περιορίσει την ελευθερία δράσης του. Ωστόσο, η υπερβολική πολλαπλασιαστική χρήση κόκκινων γραμμών μπορεί να καταστεί στρατηγικά επικίνδυνη. Κάθε δηλωμένη κόκκινη γραμμή δημιουργεί την προσδοκία ότι θα υπερασπιστεί. Αν δεν υπερασπιστεί, η αποτροπή μπορεί να υποστεί πλήγμα· αν κάθε παραβίαση οδηγεί σε στρατιωτική δράση, η κλιμάκωση γίνεται ολοένα δυσκολότερο να ελεγχθεί.

Η Ελλάδα, επομένως, πρέπει να είναι εξαιρετικά προσεκτική και να μην υιοθετεί ρητορικές κόκκινες γραμμές χωρίς σαφή στρατηγικό περιεχόμενο.

Αντί γι’ αυτό, η Αθήνα χρειάζεται σαφώς προσδιορισμένα στρατηγικά κατώφλια.

Η διάκριση είναι θεμελιώδης.

Η Ελλάδα δεν πρέπει να αντιδρά στρατιωτικά σε κάθε τουρκική ενέργεια ή σε κάθε έκφραση τουρκικής φιλοδοξίας. Οφείλει να προσδιορίσει εκείνες τις εξελίξεις που θα μπορούσαν να μεταβάλουν ουσιαστικά την ισορροπία ισχύος στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.

Σε αυτές περιλαμβάνονται η μόνιμη εγκατάσταση στρατιωτικών δυνατοτήτων που περιορίζουν την ελληνική ελευθερία δράσης, η στρατιωτικοποίηση αμφισβητούμενων περιοχών, οι προσπάθειες μεταβολής του υφιστάμενου θαλάσσιου status quo μέσω εξαναγκασμού και η δημιουργία ολοκληρωμένης τουρκικής στρατιωτικής αρχιτεκτονικής ικανής να απειλήσει το ελληνικό στρατηγικό βάθος.

Ο στόχος δεν πρέπει να είναι η αντιπαράθεση.

Πρέπει να είναι η αποτροπή μέσω άρνησης του επιδιωκόμενου αποτελέσματος.

Πηγή Φωτογραφίας: https://www.facebook.com/HellenicNavyGR

Η θαλάσσια διάσταση δεν μπορεί να αγνοηθεί

Για την Ελλάδα, η θαλάσσια διάσταση είναι καθοριστική.

Το Αιγαίο και η Ανατολική Μεσόγειος αποτελούν τη γεωγραφική βάση της ελληνικής εθνικής ασφάλειας. Το στρατηγικό πλεονέκτημα της Ελλάδας δεν προκύπτει από τη δυνατότητα να ανταγωνιστεί την Τουρκία πλατφόρμα προς πλατφόρμα, αλλά από τον συνδυασμό γεωγραφίας, ναυτικής ισχύος, αεροπορικής ισχύος, συμμαχιών, τεχνολογικής υπεροχής και ικανότητας συγκέντρωσης ισχύος στα κρίσιμα σημεία.

Γι’ αυτό ο εκσυγχρονισμός των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μέρος μιας ευρύτερης εθνικής στρατηγικής και όχι ως μια απλή κούρσα εξοπλισμών με την Τουρκία.

Ο στόχος δεν είναι να αντιστοιχίσουμε κάθε τουρκικό οπλικό σύστημα με ένα ελληνικό.

Ο στόχος είναι να διασφαλίσουμε ότι η Τουρκία δεν θα μπορεί να επιτύχει τους πολιτικούς της στόχους μέσω της απειλής ή της χρήσης βίας.

Αυτό απαιτεί έναν αξιόπιστο συνδυασμό:

  • ολοκληρωμένης αεράμυνας και αντιπυραυλικής άμυνας,
  • προηγμένων μαχητικών αεροσκαφών και όπλων μεγάλης εμβέλειας,
  • σύγχρονων φρεγατών και υποβρυχίων,
  • μη επανδρωμένων και αυτόνομων συστημάτων,
  • θαλάσσιας επίγνωσης του πεδίου επιχειρήσεων,
  • δυνατοτήτων ηλεκτρονικού πολέμου,
  • ανθεκτικών δικτύων διοίκησης και ελέγχου,
  • προστασίας υποθαλάσσιων καλωδίων και κρίσιμων υποδομών,
  • και, πάνω απ’ όλα, ενός ισχυρού συστήματος συμμαχιών και στρατηγικών συνεργασιών.

Το μελλοντικό πεδίο μάχης δεν θα καθορίζεται αποκλειστικά από τον αριθμό των αρμάτων, των αεροσκαφών ή των φρεγατών που διαθέτει κάθε πλευρά. Θα καθορίζεται από το ποιος μπορεί να εντοπίσει πρώτος, να αποφασίσει πρώτος, να πλήξει αποτελεσματικά και να παραμείνει επιχειρησιακά λειτουργικός υπό πίεση.

 

https://www.hellenicnavy.gr/el/polymesa/fotografies/ploia.html

Η Ελλάδα πρέπει να αποφύγει τόσο τον εφησυχασμό όσο και τον κινδυνολογικό βερμπαλισμό

Υπάρχει, όμως, ένας αντίστοιχος κίνδυνος, που είναι η υπερβολική εκτίμηση της τουρκικής ισχύος.

Η Τουρκία δεν είναι παντοδύναμη.

Οι στρατηγικές της φιλοδοξίες εκτείνονται σε πολλαπλά μέτωπα και η ταυτόχρονη επιδίωξη επιρροής στη Συρία, το Ιράκ, τη Λιβύη, τον Καύκασο, τη Μαύρη Θάλασσα και την Ανατολική Μεσόγειο δημιουργεί αναπόφευκτα περιορισμούς σε πόρους και πολιτικό κεφάλαιο.

Ούτε πρέπει η Ελλάδα να ερμηνεύει κάθε τουρκική πρωτοβουλία ως άμεση απειλή.

Η στρατηγική σύνεση απαιτεί κάτι δυσκολότερο, να διακρίνουμε μεταξύ δυνατότητας, πρόθεσης και ευκαιρίας. Οι προθέσεις μπορούν να μεταβληθούν γρήγορα. Οι δυνατότητες μεταβάλλονται πολύ πιο αργά.

Επομένως, η Ελλάδα πρέπει να επικεντρώνεται πρωτίστως στις δυνατότητες και στις στρατηγικές ευκαιρίες που αυτές δημιουργούν.

Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό καθώς η τουρκική αμυντική βιομηχανία γίνεται ολοένα πιο εξελιγμένη. Η εγχώρια παραγωγή μη επανδρωμένων συστημάτων, πυραύλων, ναυτικών πλατφορμών, αισθητήρων και συστημάτων ηλεκτρονικού πολέμου προσφέρει στην Άγκυρα μεγαλύτερη ελευθερία δράσης και μειώνει τους πολιτικούς περιορισμούς που συνδέονται με τις προμήθειες από το εξωτερικό.

Η κατάλληλη ελληνική απάντηση δεν είναι ο φόβος.

Είναι η προετοιμασία.

Το παράδοξο του ΝΑΤΟ

Υπάρχει επίσης ένα ευρύτερο δίλημμα για τη Συμμαχία.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ χρειάζονται την Τουρκία. Η γεωγραφική της θέση είναι πολύ σημαντική για να αγνοηθεί. Τα Στενά των Δαρδανελίων, η Μαύρη Θάλασσα, η Μέση Ανατολή και η Ανατολική Μεσόγειος προσδίδουν στην Άγκυρα τεράστια στρατηγική αξία.

Ταυτόχρονα, όμως, η Συμμαχία πρέπει να διασφαλίσει ότι οι ενδονατοϊκές διαφορές δεν θα καταστούν μόνιμο καθεστώς ή ότι οι περιφερειακές φιλοδοξίες ενός μέλους δεν θα υπονομεύσουν την ασφάλεια ενός άλλου.

Εδώ ακριβώς η Ελλάδα διαθέτει ένα ισχυρό στρατηγικό επιχείρημα.

Η Αθήνα οφείλει να παρουσιάζει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις όχι απλώς ως μια διμερή διαφορά, αλλά ως ζήτημα ανθεκτικότητας του ΝΑΤΟ και ευρωπαϊκής ασφάλειας.

Μια ελληνοτουρκική σύγκρουση δεν θα ήταν μια περιφερειακή κρίση περιορισμένη στα δύο κράτη. Θα επηρέαζε άμεσα τη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ, την ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου, τις ενεργειακές υποδομές, τις θαλάσσιες επικοινωνίες και την ικανότητα της Συμμαχίας να ανταποκριθεί σε κρίσεις αλλού.

Κατά συνέπεια, η αποτροπή μιας τέτοιας σύγκρουσης πρέπει να αποτελεί στρατηγική προτεραιότητα για την Ουάσιγκτον και τις Βρυξέλλες.

Αλλά η πρόληψη δεν μπορεί να σημαίνει ότι ζητείται από την Ελλάδα να αποδεχθεί μονομερείς αλλαγές στην περιφερειακή ισορροπία.

Η ειρήνη που βασίζεται στην αποτροπή είναι πιο διαρκής από την ειρήνη που βασίζεται στην ασάφεια.

Το στρατηγικό δίδαγμα για την Αθήνα

Τα γεγονότα γύρω από τον ρόλο της Τουρκίας στη Συρία προσφέρουν, επομένως, ένα σημαντικό δίδαγμα για την Ελλάδα.

Το Ισραήλ προσπαθεί να διατηρήσει την ελευθερία δράσης του σε ένα περιβάλλον όπου μια άλλη περιφερειακή δύναμη επεκτείνει το στρατιωτικό της αποτύπωμα.

Η Ελλάδα αντιμετωπίζει μια διαφορετική, αλλά σε επίπεδο στρατηγικής δομής συναφή, πρόκληση.

Η Αθήνα πρέπει να διατηρήσει την ελευθερία δράσης της στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα ότι η ισορροπία ισχύος δεν μπορεί να μεταβληθεί μέσω σταδιακών τετελεσμένων.

Η απάντηση δεν είναι ούτε η προληπτική αντιπαράθεση ούτε η στρατηγική προσαρμογή σε τετελεσμένα.

Είναι η αξιόπιστη αποτροπή σε συνδυασμό με πειθαρχημένη διπλωματία.

Η Ελλάδα πρέπει να διατηρεί ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας με την Άγκυρα, ενισχύοντας ταυτόχρονα τις στρατιωτικές της δυνατότητες, εμβαθύνοντας τις συνεργασίες της με τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Γαλλία, την Κυπριακή Δημοκρατία και άλλους περιφερειακούς εταίρους και υπερασπιζόμενη με συνέπεια τις αρχές του Διεθνούς Δικαίου.

Ο στόχος πρέπει να είναι απλός, να καταστήσουμε το ειρηνικό status quo περισσότερο ελκυστικό από την αναθεωρητική πολιτική μέσω εξαναγκασμού.

Όπως αντιλήφθηκε ο Θουκυδίδης, η ειρήνη δεν εξαρτάται από την απουσία ανταγωνισμού. Εξαρτάται από την ύπαρξη μιας ισορροπίας που καθιστά τον επιθετικό τυχοδιωκτισμό παράλογο.

Και όπως ανέδειξε ο Mahan, η θαλάσσια ισχύς δεν αφορά μόνο τους στόλους. Αφορά την ικανότητα ενός κράτους να προστατεύει τις επικοινωνίες του, να διατηρεί την πρόσβασή του στη θάλασσα, να επηρεάζει τις εξελίξεις πέρα από τις ακτές του και να εμποδίζει έναν αντίπαλο να αποκτήσει τον έλεγχο του περιβάλλοντος θαλάσσιου χώρου.

Για την Ελλάδα, αυτά τα διδάγματα είναι σήμερα περισσότερο επίκαιρα από ποτέ.

Η αυξανόμενη περιφερειακή επιρροή της Τουρκίας δεν πρέπει ούτε να δαιμονοποιείται ούτε να υποτιμάται. Η Άγκυρα είναι μια σημαντική δύναμη, της οποίας τα συμφέροντα πρέπει να κατανοούνται με στρατηγικό ρεαλισμό.

Όμως ο στρατηγικός ρεαλισμός απαιτεί από την Ελλάδα να αναγνωρίσει μια θεμελιώδη αλήθεια. Μια Τουρκία που γίνεται ισχυρότερη δεν καθίσταται αυτομάτως πιο επικίνδυνη. Όμως μια Τουρκία της οποίας η αυξανόμενη ισχύς παραμένει χωρίς αξιόπιστα στρατηγικά αντίβαρα μπορεί, με την πάροδο του χρόνου, να μεταβάλει τις επιλογές που είναι διαθέσιμες σε όλους τους υπόλοιπους.

Το καθήκον της ελληνικής στρατηγικής, επομένως, δεν είναι να εμποδίσει την Τουρκία να γίνει ισχυρή.

Είναι να διασφαλίσει ότι η ελληνική κυριαρχία, η ελευθερία δράσης και τα στρατηγικά συμφέροντα της χώρας θα παραμείνουν ασφαλή, ανεξάρτητα από το πόσο ισχυρή θα γίνει η Τουρκία.

Αυτή είναι η ουσία της αποτροπής.

Και στην Ανατολική Μεσόγειο, η αποτροπή παραμένει η καλύτερη εγγύηση για την ειρήνη.

 

 

 

Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security(INIS), του Strategy International (SI) και του Research Institute for European and American Studies (RIEAS).

 

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Don`t copy text!