Η Ασπίδα του Αχιλλέα να γίνει στρατηγική ασπίδα και όχι Αχίλλειος πτέρνα
Γράφει ο Δημήτριος Τσαϊλάς*
Η Ελλάδα χρειάζεται την τεχνολογία, αλλά όχι την τεχνολογική αυταπάτη. Η Ασπίδα του Αχιλλέα μπορεί να αποτελέσει το θεμέλιο μιας νέας εποχής στην ελληνική άμυνα μόνο εάν συνδεθεί κυρίως με το Πολεμικό Ναυτικό, την εγχώρια βιομηχανία, την παραγωγή, την οικονομία και μια συνεκτική εθνική στρατηγική.
Η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε μια κρίσιμη επιλογή. Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» μπορεί να εξελιχθεί σε ένα από τα σημαντικότερα αμυντικά εγχειρήματα της χώρας εδώ και δεκαετίες. Μπορεί να δημιουργήσει ένα πολυεπίπεδο δίκτυο αισθητήρων, διοίκησης και αναχαίτισης, ικανό να αντιμετωπίζει drones, ακτοπλοϊκούς πυραύλους, βαλλιστικές απειλές και, σταδιακά, τις νέες υπερηχητικές απειλές.
Μπορεί όμως να εξελιχθεί και σε κάτι πολύ διαφορετικό. Σε ένα ακόμη εξοπλιστικό πρόγραμμα που θα αγοράσει προηγμένη τεχνολογία από το εξωτερικό, χωρίς να δημιουργήσει την απαραίτητη στρατηγική, βιομηχανική και οικονομική υποδομή για να τη διατηρήσει και να την αναπτύξει. Η διαφορά ανάμεσα στα δύο δεν είναι τεχνολογική. Είναι στρατηγική. Η ιστορία έχει δείξει επανειλημμένα ότι η τεχνολογία από μόνη της δεν δημιουργεί εθνική ισχύ. Η εθνική ισχύς προκύπτει όταν η τεχνολογία εντάσσεται σε ένα σύστημα παραγωγής, εκπαίδευσης, διοίκησης, εφοδιασμού, οικονομίας και στρατηγικού σχεδιασμού. Αυτό είναι το πραγματικό στοίχημα της Ασπίδας του Αχιλλέα.
Το μάθημα του Ισραήλ: η αεράμυνα είναι αρχιτεκτονική, όχι ένα όπλο
Οι πρόσφατες συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή απέδειξαν με τον πιο σκληρό τρόπο ότι η σύγχρονη αεράμυνα δεν είναι υπόθεση ενός «υπερόπλου».Το Ισραήλ έχει αναπτύξει ένα πολυεπίπεδο σύστημα στο οποίο διαφορετικοί αισθητήρες, κέντρα διοίκησης και αναχαιτιστές λειτουργούν ως ένα ενιαίο δίκτυο.
Το μάθημα για την Ελλάδα είναι εξαιρετικά σημαντικό. Η Ασπίδα του Αχιλλέα δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως αγορά ενός ακόμη συστήματος. Πρέπει να σχεδιαστεί ως εθνική αρχιτεκτονική αεράμυνας και αντιπυραυλικής άμυνας. Χαμηλότερα στρώματα για drones και μικρούς εναέριους στόχους. Μεσαία επίπεδα για αεροσκάφη και πυραύλους cruise. Ανώτερα επίπεδα για βαλλιστικές απειλές. Παράλληλα, ένα δίκτυο αισθητήρων που θα παρέχει έγκαιρη προειδοποίηση και θα επιτρέπει την επιλογή του κατάλληλου μέσου αναχαίτισης για κάθε απειλή.
Η λογική είναι απλή. Δεν αντιμετωπίζεις κάθε απειλή με το ακριβότερο διαθέσιμο όπλο. Ένα drone δεν πρέπει να απαιτεί έναν πανάκριβο αναχαιτιστή. Ένας βαλλιστικός πύραυλος δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με τα ίδια μέσα που χρησιμοποιούνται για έναν μικρό στόχο χαμηλού ύψους. Η οικονομία ανά αναχαίτιση θα είναι εξίσου σημαντική με την πιθανότητα επιτυχίας της αναχαίτισης.
Το μεγάλο μάθημα: οι πόλεμοι καταναλώνουν αποθέματα
Υπάρχει όμως ένα δεύτερο μάθημα από τη Μέση Ανατολή που είναι ακόμη σημαντικότερο. Ακόμη και το καλύτερο σύστημα αεράμυνας μπορεί να αποτύχει εάν δεν υπάρχουν αρκετοί αναχαιτιστές. Σε μια μαζική επίθεση, τα αποθέματα καταναλώνονται γρήγορα. Η παραγωγή τους όμως απαιτεί μήνες ή και χρόνια.
Επομένως, η Ελλάδα δεν πρέπει να ρωτά μόνο, πόσο προηγμένο είναι το σύστημα. Πρέπει να ρωτά. Πόσους στόχους μπορεί να αντιμετωπίσει; Για πόσο χρόνο; Πόσοι αναχαιτιστές υπάρχουν; Πόσο γρήγορα μπορούν να αναπληρωθούν; Ποιος τους παράγει; Πού βρίσκονται οι κρίσιμες γραμμές παραγωγής; Αυτές είναι ερωτήσεις εθνικής ασφάλειας. Η αεράμυνα δεν είναι μόνο ηλεκτρονικά, ραντάρ και πύραυλοι. Είναι εργοστάσια, πρώτες ύλες, μηχανικοί, λογισμικό, ανταλλακτικά, αποθήκες, μεταφορές, συντήρηση και ανθρώπινο δυναμικό. Με άλλα λόγια. Η αμυντική βιομηχανία είναι μέρος του οπλικού συστήματος.
Η Αχίλλειος πτέρνα: η αποσύνδεση από την ελληνική παραγωγή
Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση για την ελληνική αμυντική πολιτική. Η Ελλάδα έχει επενδύσει σημαντικά ποσά σε σύγχρονα οπλικά συστήματα, αλλά για δεκαετίες δεν κατάφερε να οικοδομήσει αντίστοιχη εγχώρια παραγωγική βάση. Το αποτέλεσμα είναι μια επικίνδυνη εξάρτηση. Αγοράζουμε το σύστημα από το εξωτερικό, πληρώνουμε για τη συντήρησή του, αγοράζουμε ανταλλακτικά από το εξωτερικό, εξαρτόμαστε από ξένες γραμμές παραγωγής και, σε μια μεγάλη κρίση, ανταγωνιζόμαστε άλλους χρήστες για τις ίδιες περιορισμένες ποσότητες. Αυτό δεν είναι στρατηγική αυτονομία. Είναι τεχνολογική εξάρτηση.
Η Ασπίδα του Αχιλλέα πρέπει να αντιστρέψει αυτή τη λογική. Κάθε μεγάλο πρόγραμμα πρέπει να αξιολογείται όχι μόνο με βάση το επιχειρησιακό του αποτέλεσμα αλλά και με βάση το βιομηχανικό αποτύπωμα που δημιουργεί στην Ελλάδα. Πόση τεχνογνωσία παραμένει στη χώρα; Πόσα εξαρτήματα μπορούν να παραχθούν εγχώρια; Πόση συντήρηση μπορεί να πραγματοποιείται στην Ελλάδα; Πόσες ελληνικές επιχειρήσεις μπορούν να ενταχθούν στην εφοδιαστική αλυσίδα; Πόσα συστήματα μπορούμε να αναπτύξουμε οι ίδιοι στο μέλλον; Αυτές οι ερωτήσεις πρέπει να γίνουν αναπόσπαστο μέρος κάθε μεγάλης αμυντικής απόφασης.
Και εδώ βρίσκεται ο ρόλος του Στόλου
Η μεγαλύτερη αδυναμία μιας αντίληψης που επικεντρώνεται αποκλειστικά στην «Ασπίδα» είναι ότι μπορεί να ξεχάσει το πεδίο στο οποίο η Ελλάδα εξακολουθεί να πρέπει να διατηρεί καθημερινή και αξιόπιστη παρουσία. Τη θάλασσα. Η ελληνική γεωγραφία δεν επιτρέπει μια χερσαία αντίληψη εθνικής άμυνας. Το Αιγαίο, η Ανατολική Μεσόγειος, οι θαλάσσιες γραμμές επικοινωνίας, τα νησιά, οι ενεργειακές υποδομές και οι κρίσιμες θαλάσσιες υποδομές καθιστούν το Πολεμικό Ναυτικό θεμελιώδη πυλώνα της εθνικής αποτροπής.
Η αεράμυνα και η ναυτική ισχύς δεν είναι ανταγωνιστικές προτεραιότητες. Είναι αλληλοσυμπληρούμενες. Ένα σύγχρονο πλοίο επιφανείας μπορεί να λειτουργεί ως αισθητήρας, ως φορέας όπλων και ως κινητή πλατφόρμα αεράμυνας. Ένα ναυτικό δίκτυο αισθητήρων μπορεί να επεκτείνει την εικόνα απειλής πολύ πέρα από τα όρια των επίγειων συστημάτων. Η Ασπίδα του Αχιλλέα, επομένως, πρέπει να είναι και θαλάσσιο. Η Ασπίδα του Αχιλλέα δεν μπορεί να σταματά στην ακτογραμμή.
Η Τουρκία και η μάχη της βιομηχανικής ισχύος
Η ελληνοτουρκική στρατηγική αντιπαράθεση δεν είναι μόνο διαγωνισμός αριθμών σε πλοία, αεροσκάφη και πυραύλους. Είναι επίσης διαγωνισμός βιομηχανικής αντοχής. Η Τουρκία έχει επενδύσει επί χρόνια στην ανάπτυξη της αμυντικής της βιομηχανίας, στη ναυπήγηση, στα μη επανδρωμένα συστήματα, στους αισθητήρες, στα πυρομαχικά και στην εγχώρια ανάπτυξη οπλικών συστημάτων.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να ανταγωνιστεί αποτελεσματικά αυτή τη δυναμική εάν περιοριστεί στο μοντέλο, «αγοράζω από έξω ό,τι χρειάζομαι». Χρειάζεται να περάσει στο μοντέλο, «αγοράζω, συμπαράγω, αναπτύσσω, συντηρώ και τελικά παράγω». Αυτό δεν σημαίνει αυτάρκεια σε όλα. Σημαίνει ελεγχόμενη στρατηγική εξάρτηση. Οι σύμμαχοι είναι απαραίτητοι. Οι διεθνείς αμυντικές εταιρείες είναι απαραίτητες. Η Ελλάδα όμως πρέπει να γνωρίζει ποια τεχνολογία και ποια παραγωγική ικανότητα είναι απολύτως κρίσιμη για την επιβίωσή της και να φροντίζει ώστε να μην εξαρτάται αποκλειστικά από εξωτερικές αποφάσεις.
Από την προμήθεια στην παραγωγή
Η Ασπίδα του Αχιλλέα μπορεί να γίνει ο πυρήνας μιας πολύ μεγαλύτερης αλλαγής. Η Ελλάδα μπορεί να χρησιμοποιήσει το πρόγραμμα για να δημιουργήσει ένα οικοσύστημα γύρω από:
- ραντάρ και αισθητήρες,
- τεχνητή νοημοσύνη,
- λογισμικό διοίκησης και ελέγχου,
- ηλεκτρονικό πόλεμο,
- μη επανδρωμένα συστήματα,
- αντι-drone τεχνολογίες,
- κατευθυνόμενη ενέργεια,
- πυραυλικά υποσυστήματα,
- πυρομαχικά και αναχαιτιστές,
- ναυτικά ηλεκτρονικά,
- κυβερνοασφάλεια,
- και προηγμένα συστήματα επικοινωνιών.
Η συνεργασία με το Ισραήλ μπορεί να είναι καταλύτης. Όχι όμως με τη λογική της απλής αγοράς ισραηλινών τεχνολογιών. Η πραγματική ευκαιρία είναι η κοινή ανάπτυξη και συμπαραγωγή. Η Ελλάδα διαθέτει ναυτική παράδοση, τεχνικό προσωπικό, πανεπιστήμια, ναυπηγεία, αμυντικές επιχειρήσεις και μια σημαντική γεωγραφική θέση. Αυτό που λείπει είναι η συνέργεια μεταξύ τους.
Η ιστορική ειρωνεία του Βυζαντίου
Η ελληνική ιστορία προσφέρει ένα ακόμη προειδοποιητικό μάθημα. Η παρακμή της βυζαντινής ναυτικής ισχύος δεν ήταν αποτέλεσμα μιας μόνο ήττας. Ήταν αποτέλεσμα μιας μακράς διαδικασίας κατά την οποία η οικονομική βάση, το εμπόριο, η ναυπηγική και η ναυτική ισχύς αποδυναμώθηκαν και η αυτοκρατορία κατέστη όλο και περισσότερο εξαρτημένη από ξένες ναυτικές δυνάμεις.
Η τεχνολογία δεν εξαφανίστηκε. Η στρατηγική και οικονομική βάση που την υποστήριζε αποδυναμώθηκε. Αυτό είναι το μάθημα που πρέπει να κρατήσει η σύγχρονη Ελλάδα. Δεν αρκεί να διαθέτεις ένα εξαιρετικό οπλικό σύστημα. Πρέπει να διαθέτεις και την οικονομία που το συντηρεί, τη βιομηχανία που το υποστηρίζει, το ανθρώπινο δυναμικό που το εξελίσσει και τις Ένοπλες Δυνάμεις που ξέρουν να το χρησιμοποιούν.
Η παγίδα της τεχνολογικής αυταπάτης
Η μεγαλύτερη πολιτική παγίδα είναι να παρουσιάζεται κάθε νέα τεχνολογία ως λύση σε όλα τα προβλήματα. Δεν υπάρχει «μαγική ασπίδα». Υπάρχει μόνο ένα σύστημα άμυνας που δοκιμάζεται συνεχώς, διορθώνεται, ανανεώνεται και προσαρμόζεται. Αυτό απαιτεί στρατηγική πειθαρχία. Απαιτεί ασκήσεις. Απαιτεί προσομοιώσεις μαζικών επιθέσεων. Απαιτεί δοκιμές υπό συνθήκες κορεσμού. Απαιτεί αποθέματα. Απαιτεί εφεδρείες. Απαιτεί παραγωγή. Και απαιτεί την πολιτική βούληση να χρηματοδοτηθούν όχι μόνο τα εντυπωσιακά συστήματα που παρουσιάζονται σε μια τελετή, αλλά και τα λιγότερο ορατά στοιχεία που καθορίζουν την επιβιωσιμότητά τους.
Η πραγματική στρατηγική επιτυχία δεν είναι να αγοράσεις ένα προηγμένο σύστημα. Είναι να μπορείς να το λειτουργείς την πρώτη ημέρα, τη δέκατη ημέρα και την εκατοστή ημέρα μιας μεγάλης κρίσης.
Το Πολεμικό Ναυτικό ως κινητή ασπίδα
Η Ελλάδα πρέπει παράλληλα να ξανασκεφτεί τη σχέση μεταξύ αεράμυνας και ναυτικής ισχύος. Το Πολεμικό Ναυτικό δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ξεχωριστός προϋπολογιστικός «λογαριασμός» απέναντι στην αεράμυνα. Τα πλοία, τα υποβρύχια, τα αεροσκάφη, οι επίγειες μονάδες και οι αισθητήρες πρέπει να αποτελούν τμήματα ενός ενιαίου δικτύου. Έτσι, η ελληνική άμυνα αποκτά κάτι που κανένα στατικό σύστημα δεν μπορεί να προσφέρει μόνο του, κινητικότητα. Η ναυτική ισχύς μπορεί να μετακινεί αισθητήρες και όπλα εκεί όπου απαιτούνται. Μπορεί να προστατεύει κρίσιμες θαλάσσιες υποδομές. Μπορεί να λειτουργεί ως μέρος μιας ευρύτερης αρχιτεκτονικής αεράμυνας και να αυξάνει την αβεβαιότητα για οποιονδήποτε σχεδιάζει μια επίθεση.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να επιλέξει μεταξύ «Ασπίδας» και «Στόλου». Χρειάζεται να δημιουργήσει Ασπίδα με Στόλο.
Η οικονομική διάσταση είναι μέρος της άμυνας
Υπάρχει, τέλος, μια διάσταση που συχνά απουσιάζει από τη δημόσια συζήτηση. Η οικονομία. Κάθε αναχαιτιστής έχει κόστος. Κάθε ώρα πτήσης έχει κόστος. Κάθε πλοίο έχει κόστος συντήρησης. Κάθε ραντάρ χρειάζεται ανταλλακτικά. Κάθε σύστημα χρειάζεται αναβαθμίσεις. Και όλα αυτά πρέπει να χρηματοδοτούνται για δεκαετίες. Επομένως, η αμυντική πολιτική πρέπει να εξετάζει όχι μόνο το κόστος αγοράς αλλά το κόστος κύκλου ζωής.
Ένα φθηνότερο σύστημα που δεν μπορεί να υποστηριχθεί εγχώρια μπορεί τελικά να κοστίσει περισσότερο. Αντίστοιχα, μια επένδυση που δημιουργεί ελληνική παραγωγική ικανότητα μπορεί να έχει πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα καθώς μειώνει μελλοντικές εξαρτήσεις, δημιουργεί θέσεις εργασίας, αυξάνει τεχνογνωσία και επιστρέφει μέρος της αμυντικής δαπάνης στην εθνική οικονομία. Αυτό είναι το σημείο όπου άμυνα και οικονομική πολιτική συναντώνται.
Η Ελλάδα χρειάζεται μια νέα συμφωνία άμυνας και βιομηχανίας
Η Ασπίδα του Αχιλλέα θα πρέπει να αποτελέσει την αφετηρία μιας νέας εθνικής συμφωνίας. Το κράτος πρέπει να δεσμευθεί σε μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Οι Ένοπλες Δυνάμεις πρέπει να καθορίσουν με ακρίβεια τις επιχειρησιακές απαιτήσεις. Η αμυντική βιομηχανία πρέπει να αποκτήσει προβλεψιμότητα παραγγελιών και πρόσβαση σε πραγματικά προγράμματα ανάπτυξης. Τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα πρέπει να ενταχθούν στην αλυσίδα καινοτομίας. Τα ναυπηγεία πρέπει να αποκτήσουν σταθερό πρόγραμμα εργασιών. Και οι διεθνείς εταίροι πρέπει να αντιμετωπιστούν όχι μόνο ως προμηθευτές αλλά ως βιομηχανικοί εταίροι. Μόνο έτσι η Ελλάδα θα μπορέσει να μετατρέψει τις αμυντικές της δαπάνες σε διαρκή εθνική ισχύ.
Από την Ασπίδα του Αχιλλέα στην εθνική στρατηγική
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλη μία «μεγάλη αγορά». Χρειάζεται μεγάλη στρατηγική. Η Ασπίδα του Αχιλλέα μπορεί να γίνει ο πυρήνας αυτής της στρατηγικής, εφόσον συνδεθεί με το Πολεμικό Ναυτικό, την Πολεμική Αεροπορία, τον Στρατό Ξηράς, τη διακλαδικότητα, την εγχώρια βιομηχανία, τα ναυπηγεία, την έρευνα, την παραγωγή και την οικονομία.
Το Ισραήλ μας διδάσκει ότι η σύγχρονη αεράμυνα πρέπει να είναι πολυεπίπεδη. Η σύγχρονη στρατηγική όμως μας διδάσκει κάτι ακόμη βαθύτερο, η άμυνα πρέπει να είναι πολυεπίπεδη και σε επίπεδο εθνικής ισχύος. Αισθητήρες χωρίς παραγωγή δεν αρκούν. Αναχαιτιστές χωρίς αποθέματα δεν αρκούν. Πλοία χωρίς υποστήριξη δεν αρκούν. Τεχνολογία χωρίς ανθρώπους δεν αρκεί. Και εξοπλισμοί χωρίς οικονομική βιωσιμότητα δεν αποτελούν στρατηγική.
Η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε μια ιστορική ευκαιρία. Να χρησιμοποιήσει την τεχνολογία για να αναγεννήσει τη βιομηχανική της βάση. Να χρησιμοποιήσει τη βιομηχανία για να ενισχύσει τις Ένοπλες Δυνάμεις. Να χρησιμοποιήσει τις Ένοπλες Δυνάμεις για να δημιουργήσει αξιόπιστη αποτροπή. Και να χρησιμοποιήσει την αποτροπή για να προστατεύσει την οικονομία, την κοινωνία και την εθνική της κυριαρχία.
Αυτό είναι το πραγματικό νόημα της Ασπίδας του Αχιλλέα. Όχι ένα «υπερόπλο».Όχι ένα επικοινωνιακό σύνθημα. Όχι μια ακόμη εξοπλιστική αγορά. Αλλά ένα εθνικό σύστημα ισχύος. Και γι’ αυτό ακριβώς πρέπει να προσέξουμε ώστε η «Ασπίδα του Αχιλλέα» να μην εξελιχθεί στην Αχίλλειο πτέρνα της ελληνικής αμυντικής πολιτικής. Γιατί η τεχνολογία μπορεί να κερδίσει μια μάχη. Μόνο η στρατηγική, η παραγωγή, η οικονομική αντοχή και η διαρκής ετοιμότητα μπορούν να κερδίσουν έναν πόλεμο.
*Ο Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security(INIS), του Strategy International (SI) και του Research Institute for European and American Studies (RIEAS).