Η Ελλάδα στον πόλεμο των drones

b2e6af31-4d66-43ec-b3cb-4e460229c17d

Γράφει ο Δημήτριος Τσαϊλάς*

Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» απέναντι στην τουρκική UAV υπεροχή

Η επόμενη κρίση στο Αιγαίο δεν είναι βέβαιο ότι θα αρχίσει με μαχητικά αεροσκάφη ή πολεμικά πλοία. Μπορεί να αρχίσει με ένα μικρό drone. Ένα UAV που θα πετάξει χαμηλά, θα συλλέξει πληροφορίες, θα δοκιμάσει τις αντιδράσεις των ελληνικών αισθητήρων, θα εντοπίσει θέσεις και εκπομπές και, εάν χρειαστεί, θα αποτελέσει τον προπομπό μιας μεγαλύτερης επιχείρησης. Αυτό είναι το νέο επιχειρησιακό περιβάλλον. Και η Ελλάδα οφείλει να το αντιμετωπίσει χωρίς αυταπάτες.

Η Τουρκία έχει επενδύσει συστηματικά στα μη επανδρωμένα συστήματα, όχι μόνο ως βιομηχανικό προϊόν αλλά ως εργαλείο στρατηγικής ισχύος. Το UAV δεν είναι για την Άγκυρα απλώς ένα ακόμη οπλικό σύστημα. Είναι μέρος μιας ευρύτερης φιλοσοφίας επιχειρήσεων που συνδυάζει επιτήρηση, στοχοποίηση, ηλεκτρονικό πόλεμο, κρούση και δικτυωμένες πληροφορίες.

Για την Ελλάδα, επομένως, το ζήτημα δεν είναι εάν θα αποκτήσει και αυτή περισσότερα drones. Το κρίσιμο ζήτημα είναι αν μπορεί να προστατεύσει τον εθνικό χώρο όταν ο αντίπαλος χρησιμοποιεί δεκάδες ή εκατοντάδες φθηνά, επίμονα και δικτυωμένα μη επανδρωμένα συστήματα. Οπότε, απαιτείται αλλαγή αντίληψης. Δεν αντιμετωπίζεις φθηνά drones με ακριβά όπλα. Το μεγαλύτερο λάθος θα ήταν να μεταφέρουμε τη λογική της παραδοσιακής αεράμυνας αυτούσια στην εποχή των UAV. Ένα μικρό drone μπορεί να κοστίζει ελάχιστα σε σχέση με έναν αντιαεροπορικό αναχαιτιστή. Εάν λοιπόν η Ελλάδα απαντά σε κάθε UAV με ένα πανάκριβο βλήμα ή μια αναχαίτηση από αεροσκάφη, μπορεί να καταρρίπτει στόχους, αλλά ταυτόχρονα να επιτρέπει στον αντίπαλο να επιβάλει έναν οικονομικό πόλεμο φθοράς. Αυτό ακριβώς πρέπει να αποφύγουμε.

Η σύγχρονη αντιαεροπορική άμυνα πρέπει να στηρίζεται σε κλιμακωτή αντιμετώπιση. Πρώτα εντοπίζω. Μετά αναγνωρίζω. Στη συνέχεια παρεμβάλλω ή παραπλανώ. Και μόνο όταν απαιτείται, καταστρέφω. Το αμερικανικό παράδειγμα είναι αποκαλυπτικό. Οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις χρησιμοποιούν ήδη ηλεκτρονική παρεμβολή για την αντιμετώπιση drones, ενώ η εισαγωγή συστημάτων λέιζερ προσθέτει τη δυνατότητα φυσικής εξουδετέρωσης όταν ένα UAV θεωρείται άμεση απειλή. Το μήνυμα για την Ελλάδα είναι ξεκάθαρο. Δεν χρειαζόμαστε ένα όπλο κατά των drones. Χρειαζόμαστε ένα σύστημα πολέμου κατά των drones.

Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» πρέπει να γίνει και «ασπίδα κατά των σμηνών». Οπότε, το σύστημα πρέπει να αποκτήσει ένα ισχυρό, αυτοτελές και πλήρως δικτυωμένο αντιαεροπορικό σκέλος. Και αυτό πρέπει να σχεδιαστεί εξαρχής για το Αιγαίο. Γιατί το Αιγαίο δεν είναι μια ανοικτή πεδιάδα, όπως το πεδίο του Ισραήλ. Είναι ένας χώρος με εκατοντάδες νησιά και βραχονησίδες, διαφορετικά ύψη, περιορισμούς ορατότητας, θαλάσσιες ζώνες και κρίσιμες υποδομές κατανεμημένες σε μεγάλη έκταση. Αυτό σημαίνει ότι ένα συγκεντρωτικό σύστημα δεν αρκεί. Χρειαζόμαστε κατανεμημένη άμυνα. Κάθε σημαντικός κόμβος όπως νησί, στρατιωτική εγκατάσταση, ναυτική βάση, αεροδρόμιο, κρίσιμη ενεργειακή υποδομή, πρέπει να μπορεί να ενταχθεί σε ένα κοινό δίκτυο αισθητήρων και όπλων. Εάν ένα ραντάρ εντοπίσει ένα UAV, η πληροφορία πρέπει να μεταδίδεται αμέσως. Εάν ένας άλλος αισθητήρας επιβεβαιώσει τον στόχο, η εικόνα πρέπει να επικαιροποιείται αυτόματα. Εάν η απειλή αφορά συγκεκριμένη εγκατάσταση, το πλησιέστερο διαθέσιμο μέσο πρέπει να μπορεί να αναλάβει την εμπλοκή. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα της δικτυοκεντρικής άμυνας. Το σμήνος είναι ο πραγματικός εφιάλτης. Ένα drone αντιμετωπίζεται. Δέκα drones αντιμετωπίζονται δυσκολότερα. Εκατό  drones αλλάζουν τη φύση του προβλήματος. Η απειλή του μέλλοντος δεν θα είναι απαραίτητα ένα μεμονωμένο UAV, αλλά ένα σμήνος, στο οποίο ορισμένα μέσα θα συλλέγουν πληροφορίες, άλλα θα λειτουργούν ως παραπλανητικοί στόχοι, άλλα θα επιχειρούν ηλεκτρονικές παρεμβολές και άλλα θα μεταφέρουν όπλα. Σε αυτή την περίπτωση ο αντίπαλος δεν προσπαθεί απαραίτητα να καταστρέψει την ελληνική αεράμυνα. Μπορεί απλώς να προσπαθεί να την κορέσει. Να την υποχρεώσει να καταναλώσει πολύτιμα και ακριβά βλήματα. Να αποκαλύψει τις θέσεις των αισθητήρων. Να δημιουργήσει σύγχυση στην εικόνα της τακτικής κατάστασης. Και στη συνέχεια να εκμεταλλευθεί το άνοιγμα. Επομένως, η αντιμετώπιση των σμηνών απαιτεί αυτοματοποιημένη αξιολόγηση απειλών, τεχνητή νοημοσύνη, ταχεία σύντηξη δεδομένων και όπλα χαμηλού κόστους ανά εμπλοκή.

Η κατευθυνόμενη ενέργεια (τα λέιζερ) έχει θέση στην ελληνική άμυνα. Δεν υποστηρίζω ότι η Ελλάδα πρέπει αύριο να αγοράσει λέιζερ και να θεωρήσει λυμένο το πρόβλημα. Αυτό θα ήταν εξίσου λανθασμένο. Τα συστήματα κατευθυνόμενης ενέργειας έχουν πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες, αλλά και περιορισμούς. Οι ατμοσφαιρικές συνθήκες, όπως βροχή και υδρατμοί, μπορούν να επηρεάσουν την απόδοσή τους, ενώ η χρήση τους κοντά σε περιοχές πολιτικής αεροπορίας απαιτεί αυστηρές διαδικασίες ασφαλείας. Όμως η λογική τους είναι ιδιαίτερα ελκυστική.

Σύμφωνα με το διαθέσιμο υλικό, το αμερικανικό πρόγραμμα LOCUST έχει οδηγήσει στην ανάπτυξη συστημάτων υψηλής ενεργειακής δέσμης, ενώ το κόστος κάθε εμπλοκής με λέιζερ αναφέρεται ως εξαιρετικά χαμηλό σε σύγκριση με το κόστος συμβατικών αναχαιτιστών. Για την Ελλάδα, αυτό σημαίνει ότι η κατευθυνόμενη ενέργεια πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μία από τις μελλοντικές βαθμίδες της «Ασπίδας του Αχιλλέα». Όχι ως υποκατάστατο των υπαρχόντων συστημάτων. Αλλά ως συμπλήρωμά τους.

Η Ελλάδα πρέπει να χτίσει και τη δική της UAV οικολογία. Υπάρχει όμως και ένα ακόμη ζήτημα που δεν πρέπει να υποτιμήσουμε. Η Ελλάδα δεν μπορεί να περιοριστεί στην αγορά ξένων συστημάτων. Χρειάζεται δική της τεχνολογική βάση. Και εδώ η λέξη-κλειδί δεν είναι «drone». Είναι οικοσύστημα. Χρειαζόμαστε ελληνικές δυνατότητες σε αισθητήρες, λογισμικό, τεχνητή νοημοσύνη, ηλεκτρονικό πόλεμο, ασφαλείς επικοινωνίες, μικρά UAV επιτήρησης, UAV ηλεκτρονικού πολέμου, αναχαιτιστικά UAV, συστήματα διοίκησης και ελέγχου, και, σταδιακά, κατευθυνόμενη ενέργεια (λέιζερ).

Ο στόχος δεν πρέπει να είναι να κατασκευάσουμε «το ελληνικό Bayraktar». Ο στόχος πρέπει να είναι να μπορούμε να σχεδιάζουμε, να παράγουμε, να αναβαθμίζουμε και να αντικαθιστούμε γρήγορα κρίσιμα στοιχεία της αρχιτεκτονικής μας. Αυτό είναι στρατηγική αυτονομία. Το drone δεν είναι μόνο απειλή. Είναι και αισθητήρας. Υπάρχει όμως και μία ακόμη διάσταση. Η Ελλάδα δεν πρέπει να σκέφτεται μόνο αμυντικά. Εάν ο αντίπαλος χρησιμοποιεί UAV για να επιτηρεί το Αιγαίο, τότε η Ελλάδα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να κάνει το ίδιο. Τα ελληνικά UAV μπορούν να αποτελέσουν πολλαπλασιαστές ισχύος, εκτελώντας, επιτήρηση – αναγνώριση – ηλεκτρονικό πόλεμο – στοχοποίηση – επικοινωνίες.

Η επιτυχία δεν θα κριθεί από το ποιος έχει περισσότερα drones. Θα κριθεί από το ποιος έχει καλύτερη εικόνα του πεδίου μάχης. Και όποιος βλέπει πρώτος, κατανοεί πρώτος και αποφασίζει πρώτος, αποκτά κρίσιμο επιχειρησιακό πλεονέκτημα. Από την προστασία στην αποτροπή. Εδώ βρίσκεται και η ουσία της ελληνικής στρατηγικής. Η αντιαεροπορική ικανότητα δεν πρέπει να σχεδιαστεί μόνο για να προστατεύει τα στρατόπεδα, τα αεροδρόμια και τα πλοία μας. Πρέπει να λειτουργεί ως εργαλείο αποτροπής. Η Άγκυρα πρέπει να γνωρίζει ότι η χρήση UAV εναντίον ελληνικών στόχων δεν θα δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου η Ελλάδα απλώς θα αμύνεται παθητικά. Πρέπει να γνωρίζει ότι η ελληνική πλευρά θα έχει έγκαιρη προειδοποίηση, πολλαπλά επίπεδα άμυνας, δυνατότητα ηλεκτρονικής εξουδετέρωσης, φθηνές επιλογές αναχαίτισης και δυνατότητα φυσικής καταστροφής των απειλητικών συστημάτων. Αυτό αλλάζει τον υπολογισμό του αντιπάλου. Και αυτή ακριβώς είναι η ουσία της αποτροπής. Δεν πρέπει να φοβηθούμε την τουρκική υπεροχή στα UAV. Πρέπει να τη μετατρέψουμε σε πρόβλημα για την ίδια την Τουρκία.

Η Τουρκία έχει επενδύσει σημαντικά στα UAV. Αυτό είναι δεδομένο. Δεν σημαίνει όμως ότι διαθέτει αυτομάτως το πλεονέκτημα σε κάθε μελλοντική σύγκρουση. Ένα οπλικό σύστημα είναι αποτελεσματικό μόνο εφόσον μπορεί να επιτύχει τον επιχειρησιακό του σκοπό. Εάν η Ελλάδα καταφέρει να δημιουργήσει ένα πυκνό, δικτυωμένο και πολυεπίπεδο αντιαεροπορικό σύστημα, τότε η αξία μιας μεγάλης μάζας τουρκικών UAV (επιθέσεις κορεσμού) μπορεί να μειωθεί δραστικά. Εδώ βρίσκεται η στρατηγική ευκαιρία. Δεν χρειάζεται να ανταγωνιστούμε την Τουρκία drone προς drone. Χρειάζεται να την ανταγωνιστούμε σύστημα προς σύστημα. Και στο πεδίο αυτό η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να αξιοποιήσει την τεχνολογία, τη γεωγραφία, τις συμμαχίες και την ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία.

Για πολλά χρόνια η ελληνική αποτροπή μετρήθηκε κυρίως σε μαχητικά αεροσκάφη, φρεγάτες, πυραύλους και αντιαεροπορικά συστήματα. Αυτά παραμένουν απολύτως απαραίτητα. Αλλά πλέον δεν επαρκούν. Στη νέα εποχή, μία ακόμη παράμετρος θα καθορίζει την ισορροπία. Ποιος μπορεί να διατηρήσει την επιχειρησιακή του εικόνα όταν ο ουρανός γεμίσει με drones. Εκεί θα κριθεί ένα σημαντικό μέρος της επόμενης σύγκρουσης. Και γι’ αυτό η Ελλάδα δεν πρέπει να περιμένει την επόμενη κρίση για να διαπιστώσει ότι το πρόβλημα ήταν μεγαλύτερο από όσο υπολόγιζε.

Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» πρέπει να σχεδιαστεί σήμερα για τον πόλεμο του αύριο. Με αισθητήρες παντού. Με δικτύωση. Με ηλεκτρονικό πόλεμο. Με τεχνητή νοημοσύνη. Με φθηνά μέσα αναχαίτισης. Με κατευθυνόμενη ενέργεια όπου αυτή είναι ώριμη. Με ελληνική βιομηχανική συμμετοχή. Και κυρίως με μία διαφορετική στρατηγική κουλτούρα. Γιατί το πραγματικό δίλημμα δεν είναι «Πόσα drones έχει η Τουρκία και πόσα έχει η Ελλάδα». Το πραγματικό δίλημμα είναι «Ποιος θα μπορεί να επιχειρεί όταν τα drones του αντιπάλου θα βρίσκονται παντού» Εκεί θα κριθεί η αποτροπή στο Αιγαίο. Και εκεί πρέπει να αρχίσει σήμερα η επόμενη φάση της «Ασπίδας του Αχιλλέα». Ο πόλεμος των drones δεν είναι το μέλλον. Είναι ήδη εδώ.

 

 


*Ο Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα
 είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security(INIS), του Strategy International (SI) και του Research Institute for European and American Studies (RIEAS).

 

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Don`t copy text!