Πίσω από τους τίτλους ειδήσεων: Όταν ήρθε η ώρα της Μέκκας, ο Μπιν Σαλμάν τηλεφώνησε στον Τραμπ
President Donald Trump speaks with Mohammed bin Salman, Deputy Crown Prince of Saudi Arabia, during their meeting Tuesday, March 14, 2017, in the Oval Office of the White House in Washington, D.C. (Official White House Photo by Shealah Craighead)
Οι Χούθι δεν δοκιμάζουν μόνο τη Σαουδική Αραβία. Απογυμνώνουν τη νέα περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφαλείας του Ριάντ και υπενθυμίζουν ένα παλιό δεδομένο: όταν η απειλή γίνεται υπαρξιακή, η απόσταση από την Ουάσιγκτον μικραίνει.
Υπάρχουν τηλεφωνήματα που έχουν μεγαλύτερη γεωπολιτική σημασία από ολόκληρες συνόδους κορυφής. Το τηλεφώνημα του Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν στον Ντόναλντ Τραμπ είναι ένα από αυτά. Σύμφωνα με το Axios, ο Σαουδάραβας διάδοχος τηλεφώνησε δύο φορές την Πέμπτη στον Αμερικανό πρόεδρο ζητώντας από τις Ηνωμένες Πολιτείες να εξαπολύσουν αεροπορικές επιδρομές εναντίον των Χούθι στην Υεμένη. Ο Τραμπ αρνήθηκε.
Η πληροφορία είναι σημαντική από μόνη της. Αποκτά όμως πολύ μεγαλύτερη σημασία αν τοποθετηθεί δίπλα σε ένα άλλο γεγονός.
Μόλις στις 7 Αυγούστου η Σαουδική Αραβία υπέγραψε με την Τουρκία και το Πακιστάν τη Συμφωνία της Μέκκας. Τρεις εβδομάδες αργότερα, στις 31 Αυγούστου, υπουργοί Εξωτερικών, υπουργοί Άμυνας και αρχηγοί Ενόπλων Δυνάμεων των τριών χωρών συναντήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη και δεσμεύτηκαν να καταστήσουν τη συλλογική τους αποτροπή «αξιόπιστη και αποτελεσματική». Η συμφωνία βασίζεται σε μια διατύπωση που δύσκολα επιδέχεται παρερμηνεία: Ένοπλη επίθεση εναντίον ενός από τα τρία κράτη θεωρείται επίθεση εναντίον όλων.
Έπειτα ήρθαν οι Χούθι. Και όταν η θεωρία συνάντησε την πραγματικότητα, ο Μπιν Σαλμάν δεν περίμενε τη Μέκκα. Τηλεφώνησε στην Ουάσιγκτον.

Το γεγονός : Η Μέκκα συναντά την πραγματικότητα
Οι επιθέσεις των Χούθι στη νότια Σαουδική Αραβία δεν ήταν συμβολικές. Βαλλιστικοί πύραυλοι και drones έπληξαν τέσσερις πόλεις και ενεργειακές εγκαταστάσεις. Οι σαουδαραβικές αρχές ανακοίνωσαν περισσότερους από 70 τραυματίες, ενώ πυρκαγιές ξέσπασαν σε εγκαταστάσεις πετρελαίου και κοινής ωφέλειας.
Παράλληλα, οι Χούθι πραγματοποίησαν τη σημαντικότερη εδαφική τους προέλαση εδώ και χρόνια. Κατέλαβαν τη Μόκα, μόλις περίπου 80 χιλιόμετρα από το Bab el-Mandeb, αποκτώντας ακόμη μεγαλύτερη δυνατότητα να απειλήσουν τη νότια είσοδο της Ερυθράς Θάλασσας. Και αυτό συμβαίνει σε μία εξαιρετικά δυσμενή στιγμή για το Ριάντ. Η κυκλοφορία μέσω των Στενών του Ορμούζ έχει περιοριστεί δραματικά εξαιτίας του πολέμου με το Ιράν. Η Σαουδική Αραβία έχει επομένως αυξήσει τη σημασία του άξονα προς το Yanbu και την Ερυθρά Θάλασσα ως εναλλακτικής ενεργειακής εξόδου.
Τώρα όμως οι Χούθι πιέζουν και αυτή τη διαδρομή. Η γεωγραφία αρχίζει να λειτουργεί εναντίον του Ριάντ καθώς από τη μία πλευρά βρίσκεται το Ορμούζ, από την άλλη το Bab el-Mandeb. Και ανάμεσά τους βρίσκεται μια χώρα της οποίας η οικονομική και πολιτική στρατηγική εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ασφαλή εξαγωγή ενέργειας και από την εικόνα ενός σταθερού βασιλείου που μπορεί να φιλοξενήσει επενδύσεις, να χρηματοδοτήσει το Vision 2030 και να μετατραπεί σε κόμβο της νέας Μέσης Ανατολής.
Οι Χούθι δεν απειλούν επομένως μόνο σαουδαραβικές στρατιωτικές θέσεις. Ακουμπούν ένα πολύ πιο ευαίσθητο σημείο. Την αξιοπιστία του ίδιου του σαουδαραβικού μοντέλου.
Το μήνυμα: Δύο τηλεφωνήματα που λένε περισσότερα από τις ανακοινώσεις
Εδώ βρίσκεται η λεπτομέρεια που σχεδόν αλλάζει ολόκληρη την ανάγνωση της κρίσης. Τον Ιούλιο, σύμφωνα με το Axios, το Ριάντ είχε διαμηνύσει στην Ουάσιγκτον ότι μπορούσε να αντιμετωπίσει μόνο του την απειλή των Χούθι. Δύο μήνες αργότερα ο Μπιν Σαλμάν ζητά αμερικανικά πλήγματα. Και όχι μία φορά. Δύο τηλεφωνήματα μέσα στην ίδια ημέρα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Σαουδική Αραβία εγκαταλείπει τη στρατηγική αυτονομίας που επιδιώκει τα τελευταία χρόνια. Σημαίνει όμως ότι η κρίση αποκάλυψε τα όριά της. Γιατί υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στη διπλωματική διαφοροποίηση και στη στρατιωτική υποκατάσταση. Το Ριάντ μπορεί να οικοδομεί στενότερες οικονομικές σχέσεις με την Κίνα. Μπορεί να συνεργάζεται αμυντικά με την Τουρκία. Μπορεί να δημιουργεί έναν μηχανισμό συλλογικής άμυνας με μια πυρηνική δύναμη όπως το Πακιστάν. Μπορεί να επιδιώκει μεγαλύτερη περιφερειακή αυτονομία. Όταν όμως η απειλή γίνεται άμεση, η ερώτηση γίνεται πολύ πιο απλή: Ποιος μπορεί να παράσχει άμεσα, μεγάλης κλίμακας στρατιωτική ισχύ; Η απάντηση ήταν η Ουάσιγκτον.
Το κρυφό αφήγημα: Η απογύμνωση της Μέκκας
Εδώ ακριβώς βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα της Συμφωνίας της Μέκκας. Δεν κατάφερε να δημιουργήσει την πεποίθηση ότι αποτελεί επαρκή εναλλακτική εγγύηση ασφαλείας. Και το πιο ανησυχητικό για τη συμφωνία είναι ότι αυτό φαίνεται να ισχύει όχι μόνο για τους Χούθι. Φαίνεται να ισχύει και για τον ίδιο τον βασικό πρωταγωνιστή της: Τη Σαουδική Αραβία.
Γιατί εάν το Ριάντ θεωρούσε ότι η νέα αρχιτεκτονική μπορούσε να του προσφέρει την άμεση στρατιωτική ισχύ που χρειαζόταν, το πρώτο ερώτημα θα ήταν πώς θα αντιδράσουν η Άγκυρα και το Ισλαμαμπάντ. Αντί γι’ αυτό, σύμφωνα με το Axios, το επείγον αίτημα για πλήγματα κατευθύνθηκε προς την Ουάσιγκτον.
Στο μεταξύ, το Πακιστάν είχε ήδη στείλει το δικό του μήνυμα. Μετά τις επιθέσεις των Χούθι, το Ισλαμαμπάντ ανακοίνωσε ότι δεν συζητείται προς το παρόν στρατιωτική αντίδραση στο πλαίσιο της Συμφωνίας της Μέκκας. «Όταν έρθει η ώρα», δήλωσε ο εκπρόσωπος του πακιστανικού υπουργείου Εξωτερικών, «θα ενεργήσουμε βάσει της συμφωνίας». Αλλά οι πύραυλοι είχαν ήδη πέσει στη Σαουδική Αραβία. Οι εγκαταστάσεις πετρελαίου είχαν ήδη πληγεί. Οι Χούθι είχαν ήδη περάσει στην επίθεση. Και αυτό γεννά ένα πολύ απλό ερώτημα: Αν δεν έχει έρθει τώρα η ώρα της Μέκκας, πότε ακριβώς έρχεται;
Η Τουρκία και το πρόβλημα της στρατιωτικής αξιοπιστίας
Υπάρχει όμως και ένας δεύτερος μεγάλος χαμένος από αυτή την εικόνα: Η Τουρκία. Η Άγκυρα δεν συμμετέχει στη συμφωνία απλώς ως διπλωματικός εταίρος. Ένα σημαντικό μέρος της αξίας που προσφέρει βρίσκεται ακριβώς στη στρατιωτική της ισχύ: στον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό του ΝΑΤΟ, στην επιχειρησιακή εμπειρία, στα drones, στα πυραυλικά συστήματα και στη ραγδαία αναπτυσσόμενη αμυντική βιομηχανία.
Η Τουρκία θέλει ταυτόχρονα να παρουσιάζεται ως αυτόνομος περιφερειακός πόλος και ως δυνητικός πάροχος ασφάλειας σε ένα ευρύτερο μουσουλμανικό γεωπολιτικό σύστημα. Η κρίση της Υεμένης δημιουργεί επομένως ένα δύσκολο τεστ. Όχι επειδή η Τουρκία οφείλει αυτομάτως να βομβαρδίσει τους Χούθι. Αλλά επειδή η χώρα που υποτίθεται ότι αποτελεί έναν από τους στρατιωτικούς πυλώνες της νέας αρχιτεκτονικής δεν είναι εκείνη στην οποία στράφηκε το Ριάντ όταν αναζήτησε άμεση στρατιωτική επέμβαση. Αυτό είναι σημαντικότερο από οποιαδήποτε πολεμική δήλωση. Δείχνει τη διαφορά ανάμεσα στο να διαθέτεις στρατιωτική ισχύ και στο να θεωρείσαι ο τελικός εγγυητής ασφαλείας.
Το πρόβλημα του Ριάντ είναι βαθύτερο
Η Συμφωνία της Μέκκας δεν δημιουργήθηκε σε γεωπολιτικό κενό. Η Σαουδική Αραβία πέρασε τα τελευταία χρόνια επιχειρώντας να επαναπροσδιορίσει τη θέση της. Δεν ήθελε να διαρρήξει τη σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ήθελε όμως να αποκτήσει περισσότερες επιλογές. Από εδώ προκύπτει η ενίσχυση των σχέσεων με την Κίνα, η προσέγγιση με άλλες αναδυόμενες δυνάμεις και η αναζήτηση μιας περισσότερο αυτόνομης περιφερειακής πολιτικής. Η λογική είναι κατανοητή. Μια μεσαία ή περιφερειακή δύναμη αποκτά μεγαλύτερο διαπραγματευτικό περιθώριο όταν δεν εξαρτάται αποκλειστικά από έναν προστάτη.
Το πρόβλημα είναι ότι η Σαουδική Αραβία φαίνεται να ανακαλύπτει κάτι που συχνά αποκρύπτεται πίσω από τη λέξη «πολυπολικότητα». Δεν είναι όλοι οι εταίροι ίδιοι και ίδιας αξίας.
Η Κίνα μπορεί να αγοράζει σαουδαραβικό πετρέλαιο, να επενδύει και να προσφέρει διπλωματικές επιλογές. Δεν έχει όμως αντικαταστήσει την αμερικανική στρατιωτική παρουσία. Το Πακιστάν μπορεί να διαθέτει πυρηνικά όπλα. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα εμπλακεί αυτομάτως σε κάθε σαουδαραβικό πόλεμο. Η Τουρκία μπορεί να διαθέτει μεγάλη στρατιωτική ισχύ. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα συμφέροντά της ταυτίζονται πάντοτε με εκείνα του Ριάντ. Η στρατηγική διαφοροποίηση μπορεί να αυξήσει τις επιλογές. Δεν δημιουργεί αυτομάτως εγγυήσεις.
Ενώνοντας τα κομμάτια του παζλ: Και κάπου εδώ εμφανίζεται ξανά η Αμερική
Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο παράδοξο. Η Σαουδική Αραβία πέρασε χρόνια επιχειρώντας να αυξήσει την απόστασή της από την εξάρτηση της παλιάς αμερικανοκεντρικής τάξης. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, από την πλευρά τους, πέρασαν χρόνια ζητώντας από τους περιφερειακούς εταίρους τους να αναλάβουν μεγαλύτερο μέρος του βάρους της δικής τους ασφάλειας. Και τώρα οι δύο πλευρές συναντώνται ξανά — από την αντίθετη κατεύθυνση. Το Ριάντ ζητά αμερικανική στρατιωτική ισχύ.
Η Ουάσιγκτον αρνείται να ανοίξει ακόμη ένα μέτωπο. Αλλά δεν αποχωρεί.
Η αμερικανική κυβέρνηση, σύμφωνα με το Axios, αυξάνει την υποστήριξή της προς τη Σαουδική Αραβία, ενώ προσπαθεί να αποφύγει την άμεση στρατιωτική εμπλοκή. Η προτεραιότητά της παραμένει η διατήρηση ανοικτής Ερυθράς Θάλασσας και η αντιμετώπιση του ευρύτερου ιρανικού προβλήματος. Αυτό σημαίνει ότι το «όχι» του Τραμπ δεν πρέπει να διαβαστεί ως εγκατάλειψη του Ριάντ. Μπορεί να διαβαστεί και διαφορετικά: Η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να έχει την πολυτέλεια να αποφασίζει πόσο, πότε και με ποιους όρους θα προσφέρει την ισχύ που το Ριάντ εξακολουθεί να χρειάζεται.
Και αυτό επαναφέρει την ασυμμετρία στη σχέση. Η Σαουδική Αραβία θέλει μεγαλύτερη αυτονομία από τις ΗΠΑ. Αλλά η κρίση αποδεικνύει ότι οι ΗΠΑ εξακολουθούν να διαθέτουν κάτι που κανένας από τους νέους εταίρους της δεν μπορεί ακόμη να προσφέρει στην ίδια κλίμακα: άμεση, ολοκληρωμένη και παγκόσμια στρατιωτική ισχύ.
Η σκιά των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων
Υπάρχει όμως και ένα ακόμη κομμάτι στο παζλ. Η σταδιακή διάρρηξη της σχέσης Σαουδικής Αραβίας–Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Για χρόνια το Ριάντ και το Άμπου Ντάμπι αποτέλεσαν τους δύο βασικούς πυλώνες της ίδιας περιφερειακής στρατηγικής. Στην Υεμένη όμως οι διαφορετικές τους επιδιώξεις έγιναν όλο και πιο εμφανείς. Το Ριάντ στήριξε την διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση, ενώ τα ΗΑΕ οικοδόμησαν δικά τους δίκτυα επιρροής και στήριξαν νότιες αυτονομιστικές δυνάμεις.
Το αντι-Χούθι στρατόπεδο κατακερματίστηκε. Η παλιά σαουδαραβο-εμιρατινή συνεννόηση έπαψε να αποτελεί την αυτονόητη βάση της περιφερειακής τάξης.Μέσα σε αυτό το περιβάλλον μπορεί να διαβαστεί και η Μέκκα. Όχι ως αποτέλεσμα μιας μόνο αιτίας και ασφαλώς όχι ως αποδεδειγμένη «σπασμωδική αντίδραση» προς τα ΗΑΕ.Αλλά ως μέρος της σαουδαραβικής αναζήτησης νέων στηριγμάτων μετά τη διάβρωση παλαιότερων βεβαιοτήτων.
Η νέα εξίσωση έμοιαζε ελκυστική: σαουδαραβικό κεφάλαιο, τουρκική στρατιωτική και βιομηχανική ισχύς, πακιστανικό στρατιωτικό βάθος. Η κρίση των Χούθι όμως δείχνει ότι μια εξίσωση ισχύος δεν είναι το ίδιο πράγμα με μια συμμαχία πολέμου.
Ποιος κερδίζει: Οι Χούθι κερδίζουν περισσότερα
Οι Χούθι έχουν ήδη επιτύχει κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια εδαφική προέλαση. Έχουν υποχρεώσει τους αντιπάλους τους να αποκαλύψουν τα όριά τους. Το Πακιστάν αποκάλυψε ότι η ρήτρα συλλογικής άμυνας δεν συνεπάγεται αυτόματη στρατιωτική αντίδραση. Η Τουρκία δεν έχει μέχρι στιγμής μετατρέψει την πολιτική στήριξη σε εμφανή στρατιωτική δράση στο πλαίσιο της συμφωνίας. Η Σαουδική Αραβία αποκάλυψε ότι, όταν χρειάζεται μεγάλη εξωτερική στρατιωτική ισχύ, εξακολουθεί να κοιτάζει προς την Ουάσιγκτον. Και οι Ηνωμένες Πολιτείες αποκάλυψαν ότι μπορούν ακόμη να πουν «όχι». Υπάρχει όμως και ένας ακόμη κερδισμένος: Το Ιράν.
Μετά την κατάληψη της Μόκα, η Τεχεράνη ζήτησε να τερματιστεί ο σαουδαραβικός αποκλεισμός της Υεμένης και δήλωσε έτοιμη να υποστηρίξει νέες διαπραγματεύσεις.Η χρονική στιγμή είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Ο σύμμαχός της ενισχύει τη θέση του στο πεδίο. Η Σαουδική Αραβία πιέζεται και ο Μπιν Σαλμάν ζητά αμερικανική επέμβαση ενώ η Ουάσιγκτον αρνείται.
Και τότε η Τεχεράνη εμφανίζεται μιλώντας για διαπραγμάτευση. Στη γεωπολιτική, η προσφορά διαμεσολάβησης αποκτά διαφορετική αξία όταν προηγείται μια μεταβολή του συσχετισμού ισχύος.
Τι να προσέξουμε στη συνέχεια: Η επιστροφή προς την Ουάσιγκτον
Από εδώ και πέρα, το σημαντικότερο που πρέπει να παρακολουθήσουμε δεν είναι μόνο τι θα κάνουν οι Χούθι. Είναι τι θα ζητήσει το Ριάντ από την Ουάσιγκτον. Εάν η πίεση συνεχιστεί, θα ζητήσει πρόσθετα αμερικανικά συστήματα αεράμυνας; Περισσότερες πληροφορίες; Αμερικανική ναυτική παρουσία στην Ερυθρά Θάλασσα; Ενισχυμένη προστασία των ενεργειακών εγκαταστάσεων; Θα επανέλθει το αίτημα για πλήγματα;
Και κυρίως: θα αρχίσει η Σαουδική Αραβία να επαναξιολογεί το πόσο μακριά μπορεί πραγματικά να φτάσει η στρατηγική της αυτονόμηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες;
Παράλληλα πρέπει να παρακολουθήσουμε την Άγκυρα και το Ισλαμαμπάντ. Όχι τις δηλώσεις τους, αλλά τις κινήσεις τους, οι οποίες θα αποκαλύψουν και τις πραγματικές τους προθέσεις. Εάν δεν εμφανιστούν συγκεκριμένες στρατιωτικές πρωτοβουλίες, κοινός σχεδιασμός, αεράμυνα, πληροφορίες, επιτήρηση, ναυτική παρουσία,τότε η Συμφωνία της Μέκκας κινδυνεύει να παγιωθεί στη συνείδηση φίλων και αντιπάλων περισσότερο ως πολιτικό μήνυμα παρά ως πραγματικός μηχανισμός συλλογικής άμυνας.
Συμπέρασμα
Ίσως λοιπόν διαβάζουμε λάθος την ιστορία εάν την παρουσιάζουμε απλώς ως μια νέα σύγκρουση Σαουδικής Αραβίας–Χούθι. Το σημαντικότερο γεγονός μπορεί να βρίσκεται αλλού. Η Σαουδική Αραβία προσπάθησε να οικοδομήσει μια πιο αυτόνομη θέση μέσα σε έναν πολυπολικό κόσμο. Να διατηρήσει την Αμερική χωρίς να εξαρτάται αποκλειστικά από αυτήν. Να συνεργαστεί με την Κίνα χωρίς να αλλάξει στρατόπεδο. Να χρησιμοποιήσει την Τουρκία ως στρατιωτικό και βιομηχανικό εταίρο. Να εντάξει την πακιστανική ισχύ σε μια νέα περιφερειακή αρχιτεκτονική. Να αποκτήσει περισσότερες επιλογές. Και όλα αυτά έχουν γεωπολιτική λογική.
Μόνο που οι κρίσεις έχουν έναν ιδιαίτερα αποτελεσματικό τρόπο να διαχωρίζουν τις επιλογές από τις εγγυήσεις.
- Η Κίνα είναι επιλογή.
- Η Τουρκία είναι επιλογή.
- Το Πακιστάν είναι επιλογή.
- Η Μέκκα είναι ένα νέο πείραμα.
Αλλά όταν οι Χούθι προχώρησαν προς το Bab el-Mandeb και η πίεση έγινε πραγματική, ο άνθρωπος που κυβερνά ουσιαστικά τη Σαουδική Αραβία σήκωσε το τηλέφωνο.
Στην άλλη άκρη της γραμμής δεν ήταν το Πεκίνο. Δεν ήταν η Άγκυρα. Δεν ήταν το Ισλαμαμπάντ. Ήταν η Ουάσιγκτον.
Και ίσως αυτό να είναι το σημαντικότερο Πίσω από τους τίτλους ειδήσεων (Behind the Headlines) αυτής της εβδομάδας.
Όταν ήρθε η ώρα της Μέκκας, ο Μπιν Σαλμάν τηλεφώνησε στον Τραμπ. Ο Τραμπ είπε όχι. Αλλά το γεγονός ότι το Ριάντ αισθάνθηκε την ανάγκη να ρωτήσει ίσως μας λέει περισσότερα για τη σημερινή ισορροπία ισχύος στη Μέση Ανατολή από όσα ειπώθηκαν σε όλες τις τελετές υπογραφής της τελευταίας χρονιάς.