Η Ερυθρά Θάλασσα, οι Χούτι, τα chokepoints και η ελληνική εθνική στρατηγική
Γράφει ο Δημήτριος Τσαϊλάς*
Η κατάληψη του λιμένα Μόκα και της νήσου Περίμ από τους Χούτι, καθώς και την επέκταση της παρουσίας τους στα νησιά και στις ακτές γύρω από το Μπαμπ αλ-Μαντέμπ, δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως ένα ακόμη επεισόδιο του εμφυλίου της Υεμένης. Είναι η τελευταία ένδειξη μιας πολύ ευρύτερης στρατηγικής πραγματικότητας. Τα θαλάσσια chokepoints μετατρέπονται σε εργαλεία γεωπολιτικού εκβιασμού. Το Περίμ, από μόνο του, δεν αλλάζει τη γεωμετρία του στενού. Το Μπαμπ αλ-Μαντέμπ είναι μια περιοχή όπου οι Χούτι μπορούσαν να απειλούν τη ναυσιπλοΐα με πυραύλους και drones από την ηπειρωτική Υεμένη, όπως άλλωστε ενεργούσαν. Η σημασία της κατάληψης είναι διαφορετική. Η παρουσία τους στο νησί, σε συνδυασμό με τον έλεγχο του λιμανιού της Μόκα και άλλων θέσεων στην ακτή, βελτιώνει την επιτήρηση, τη διοίκηση και τον έλεγχο και, κυρίως, εδραιώνει την αντίληψη ότι οι Χούτι μπορούν να επηρεάζουν τη ναυσιπλοΐα σε μια από τις σημαντικότερες θαλάσσιες αρτηρίες του κόσμου. Και αυτό είναι το κρίσιμο σημείο. Η απειλή δεν βρίσκεται σε μία μεμονωμένη επίθεση. Βρίσκεται στη συσσώρευση μικρών στρατηγικών κερδών.
Από την Υεμένη στην παγκόσμια οικονομία
Εδώ και καιρό έχουμε επισημάνει στις αναλύσεις, μια διάσταση που συχνά χάνεται στη συζήτηση. Οι Χούτι δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται απλώς ως ιρανικός πληρεξούσιος. Η σχέση τους με την Τεχεράνη είναι πραγματική και σημαντική, αλλά οι Χούτι διαθέτουν δική τους πολιτική ατζέντα, δική τους ιδεολογία και δικά τους συμφέροντα. Η ιρανική υποστήριξη ενισχύει τις δυνατότητές τους, όμως δεν εξηγεί από μόνη της τη συμπεριφορά τους. Για τους Χούτι, η επίθεση στη ναυτιλία εξυπηρετεί ταυτόχρονα πολλούς στόχους. Στο εσωτερικό της Υεμένης τους επιτρέπει να παρουσιάζονται ως δύναμη αντίστασης απέναντι σε έναν εξωτερικό εχθρό. Στο περιφερειακό επίπεδο τους δίνει πολιτικό βάρος. Και σε διεθνές επίπεδο τους επιτρέπει να αποδεικνύουν ότι μια σχετικά περιορισμένη στρατιωτική δύναμη μπορεί να επιβάλει δυσανάλογο οικονομικό κόστος στις μεγαλύτερες ναυτικές δυνάμεις του κόσμου. Αυτό είναι το μοντέλο του σύγχρονου πολέμου των chokepoints. Δεν χρειάζεται να κλείσεις εντελώς ένα στενό για να το καταστήσεις στρατηγικά χρήσιμο ως όπλο. Αρκεί να κάνεις τη διέλευση ακριβότερη, πιο αργή και πιο επικίνδυνη. Οι ναυτιλιακές εταιρείες τότε αλλάζουν δρομολόγια, αυξάνουν τα ασφάλιστρα, αυξάνουν τις τιμές ναύλωσης και μεταφέρουν το κόστος στην παγκόσμια οικονομία. Η αναγκαστική παράκαμψη της Αφρικής είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ένα πλοίο που αποφεύγει το Μπαμπ αλ-Μαντέμπ δεν χρειάζεται να δεχθεί επίθεση για να έχει υποστεί κόστος. Αρκεί να χρειαστεί περισσότερες ημέρες, περισσότερο καύσιμο, περισσότερα ασφάλιστρα και μεγαλύτερη διαθεσιμότητα πληρωμάτων. Αυτό είναι το στρατηγικό πλεονέκτημα των Χούτι. Το κόστος της επίθεσης είναι μικρότερο από το κόστος της άμυνας.
Το επικίνδυνο τρίγωνο μεταξύ Ορμούζ – Μπαμπ αλ-Μαντέμπ – Σουέζ
Η πραγματική στρατηγική ανησυχία αρχίζει όταν το Μπαμπ αλ-Μαντέμπ δεν εξετάζεται μονωμένα. Σήμερα υπάρχει μια πολύ πιο επικίνδυνη σύνδεση μεταξύ Ορμούζ, Μπαμπ αλ-Μαντέμπ και Σουέζ. Το Ορμούζ αποτελεί την κύρια έξοδο του Περσικού Κόλπου. Το Μπαμπ αλ-Μαντέμπ αποτελεί την πύλη της Ερυθράς Θάλασσας από και προς τον Ινδικό Ωκεανό. Και το Σουέζ συνδέει αυτή την αρτηρία με τη Μεσόγειο και την Ευρώπη. Εάν ένα chokepoint κλείσει, η κυκλοφορία μετατοπίζεται στο άλλο. Αλλά εάν πιεστούν ταυτόχρονα δύο chokepoints, η δυνατότητα ελιγμού περιορίζεται δραματικά. Αυτό ακριβώς καθιστά τη σημερινή κατάσταση διαφορετική.
Η Σαουδική Αραβία χρησιμοποίησε τον πετρελαιαγωγό προς τη Γιανμπού ως εναλλακτική λύση στην περιορισμένη δυνατότητα εξαγωγών μέσω του Ορμούζ. Όμως η πρόσφατη επίθεση στην υποδομή αυτή και η ταυτόχρονη επέκταση των Χούτι στην περιοχή του Μπαμπ αλ-Μαντέμπ περιορίζουν και αυτή την εναλλακτική διαδρομή. Οι τελευταίες εξελίξεις έχουν ήδη προκαλέσει νέα άνοδο στις τιμές του πετρελαίου και φόβους για ευρύτερη ενεργειακή διαταραχή. Έτσι δημιουργείται ένας στρατηγικός φαύλος κύκλος όπου όταν κλείνει το Ορμούζ, αυξάνεται η χρήση της Ερυθράς Θάλασσας, αυξάνεται η πίεση στο Μπαμπ αλ-Μαντέμπ, αυξάνονται οι εκτροπές γύρω από την Αφρική, αυξάνεται το κόστος ενέργειας και εμπορίου. Αυτό δεν είναι πλέον πρόβλημα μόνο της Μέσης Ανατολής. Είναι πρόβλημα της Ευρώπης. Και, λόγω της ναυτιλιακής της θέσης, είναι ιδιαίτερα πρόβλημα της Ελλάδας.
Η ελληνική διάσταση: από τη ναυτιλία στην εθνική ασφάλεια
Για την Ελλάδα, η εξέλιξη αυτή δεν είναι μια ακόμη κρίση στη Μέση Ανατολή που μπορούμε να παρακολουθούμε από απόσταση. Είναι ζήτημα εθνικής ασφάλειας. Η Ελλάδα είναι ναυτιλιακή δύναμη. Η ελληνόκτητη ναυτιλία συνδέει την Ευρώπη με τις ενεργειακές και εμπορικές αγορές της Ασίας, του Κόλπου και της Ανατολής. Όταν το Μπαμπ αλ-Μαντέμπ καθίσταται επικίνδυνο, η ελληνική οικονομία δεν επηρεάζεται μόνο μέσω της τιμής του πετρελαίου. Επηρεάζεται μέσω της ίδιας της λειτουργίας της ναυτιλίας. Κάθε πλοίο που αποφεύγει την Ερυθρά Θάλασσα και ακολουθεί τον περίπλου της Αφρικής χρειάζεται περισσότερο χρόνο, περισσότερο καύσιμο, υψηλότερα ασφάλιστρα και μεγαλύτερο επιχειρησιακό προγραμματισμό. Η επίπτωση μεταφέρεται από τον πλοιοκτήτη στον ναυλωτή, από τον ναυλωτή στην εφοδιαστική αλυσίδα και τελικά στον Ευρωπαίο καταναλωτή.
Το ελληνικό συμφέρον, επομένως, είναι απολύτως σαφές. Η ελευθερία της ναυσιπλοΐας είναι ελληνικό εθνικό συμφέρον. Και όχι μόνο οικονομικό. Είναι στρατηγικό. Η Ελλάδα έχει ήδη παρουσία, πρέπει τώρα να αποκτήσει στρατηγική Η Ελλάδα δεν ξεκινά από το μηδέν. Η χώρα έχει ήδη αναλάβει σημαντικό ρόλο στην ευρωπαϊκή επιχείρηση EUNAVFOR ASPIDES. Το επιχειρησιακό στρατηγείο της επιχείρησης βρίσκεται στη Λάρισα, ενώ η Ελλάδα έχει διαθέσει ναυτικές δυνάμεις και έχει αναλάβει ηγετικό ρόλο στη διοίκηση της αποστολής. Η ίδια η ΕΕ ορίζει ως αποστολή της επιχείρησης ASPIDES τη συνοδεία πλοίων, τον τοπικό έλεγχο της θαλάσσιας κατάστασης και την προστασία εμπορικών πλοίων από πολυτομεακές επιθέσεις.
Η ελληνική συμμετοχή δεν είναι επομένως συμβολική. Η φρεγάτα «ΨΑΡΑ» έχει επιχειρήσει στην Ερυθρά Θάλασσα και έχει αντιμετωπίσει πραγματικές απειλές, συμπεριλαμβανομένων επιθέσεων από drones. Αυτό δημιουργεί για την Αθήνα ένα στρατηγικό πλεονέκτημα που δεν πρέπει να χαθεί. Η Ελλάδα δεν πρέπει να περιοριστεί στο να διαθέτει κατά διαστήματα μία φρεγάτα. Πρέπει να χρησιμοποιήσει την εμπειρία της επιχείρησης ASPIDES για να προωθήσει μια ευρύτερη ευρωπαϊκή ναυτική στρατηγική. Διότι το βασικό ερώτημα που θέτει η κρίση είναι απλό. Θα συνεχίσει η Ευρώπη να εξαρτάται από το αμερικανικό ναυτικό για την προστασία των θαλάσσιων αρτηριών από τις οποίες εξαρτάται η ίδια η ευρωπαϊκή οικονομία; Η απάντηση δεν μπορεί να είναι καταφατική επ’ αόριστον.
Έχω επισημάνει ότι η σύγκρουση στην Ερυθρά Θάλασσα είναι μια μορφή περιορισμένου ναυτικού πολέμου, στον οποίο οι Χούτι δεν χρειάζεται να νικήσουν στρατιωτικά τις ναυτικές δυνάμεις της Δύσης. Αρκεί να αυξήσουν το κόστος της προστασίας της ναυσιπλοΐας και να διαταράξουν την κανονική λειτουργία του εμπορίου. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την Ελλάδα. Γιατί η ελληνική στρατηγική δεν πρέπει να βασιστεί στην ιδέα ότι θα «εξαλείψει» τους Χούτι. Αυτό θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο, πιθανώς δαπανηρό και ενδεχομένως αντιπαραγωγικό. Ο στόχος πρέπει να είναι διαφορετικός. Να καταστεί η απειλή διαχειρίσιμη και η ναυσιπλοΐα ασφαλής. Εδώ βρίσκεται και η διαφορά μεταξύ άμυνας και αποτροπής. Η άμυνα αντιδρά στην επίθεση. Η αποτροπή προσπαθεί να κάνει την επίθεση ασύμφορη πριν αυτή πραγματοποιηθεί.
Δεν αρκεί η καταστολή χρειάζεται θαλάσσια υπεροχή επίγνωσης Η αντιμετώπιση των Χούτι δεν μπορεί να είναι μόνο ζήτημα πυραύλων και αντιαεροπορικής άμυνας. Είναι πρωτίστως ζήτημα πληροφοριών, επιτήρησης, διοίκησης και ελέγχου. Οι σύγχρονες ναυτικές απειλές μπορούν να προέρχονται από drones χαμηλού κόστους, πυραύλους, παράκτια συστήματα, μη επανδρωμένα σκάφη και εμπορικά μέσα που μετατρέπονται σε εργαλεία συλλογής πληροφοριών. Η απάντηση πρέπει συνεπώς να είναι δικτυοκεντρική.
Η Ελλάδα, ως χώρα με σημαντική ναυτική τεχνογνωσία και γεωγραφική θέση, μπορεί να συμβάλει σε αυτή τη λογική μέσω της διασύνδεσης αισθητήρων, πληροφοριών, ναυτικών μονάδων και εμπορικής ναυτιλίας. Η επιχείρηση ASPIDES μπορεί να γίνει κάτι περισσότερο από μια αποστολή συνοδείας. Μπορεί να αποτελέσει πυρήνα ευρωπαϊκής θαλάσσιας επίγνωσης.
Η Ελλάδα πρέπει να κοιτάξει προς την Ανατολική Μεσόγειο
Εδώ συνδέεται η Ερυθρά Θάλασσα με την ελληνική εθνική στρατηγική. Η Ελλάδα δεν μπορεί να απομονώνει την Ανατολική Μεσόγειο από την Ερυθρά Θάλασσα. Οι δύο περιοχές αποτελούν ένα ενιαίο στρατηγικό σύστημα. Η Κρήτη, η Σούδα, η Κύπρος, η Αίγυπτος, το Ισραήλ και οι θαλάσσιες γραμμές που οδηγούν στο Σουέζ αποκτούν μεγαλύτερη σημασία όταν οι νότιες θαλάσσιες αρτηρίες βρίσκονται υπό πίεση. Εδώ απαιτείται μια πολυεπίπεδη ελληνική στρατηγική με στενότερη συνεργασία Ελλάδας–Κύπρου–Αιγύπτου–Ισραήλ, μεγαλύτερη ευρωπαϊκή ναυτική παρουσία ,αξιοποίηση της Λάρισας ως κόμβου διοίκησης και ελέγχου, ενίσχυση της θαλάσσιας επιτήρησης, επένδυση σε αντιαεροπορική και anti-drone άμυνα, ανταλλαγή πληροφοριών με τις χώρες της περιοχής, στενότερη συνεργασία με την ελληνική και διεθνή ναυτιλιακή κοινότητα. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα πρέπει να αναζητήσει μια νέα στρατιωτική περιπέτεια. Σημαίνει ακριβώς το αντίθετο. Πρέπει να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις ώστε να μην χρειαστεί να εμπλακεί σε μεγαλύτερη σύγκρουση.
Η Ευρώπη πρέπει να αναλάβει το δικό της βάρος Η κρίση στην Ερυθρά Θάλασσα αποκαλύπτει κάτι που ο πόλεμος στην Ουκρανία είχε ήδη καταστήσει εμφανές. Η Ευρώπη διαθέτει τεράστιο οικονομικό βάρος αλλά ανεπαρκή στρατηγική ικανότητα να προστατεύσει μόνη της τα συμφέροντά της. Η επιχείρηση ASPIDES είναι ένα σημαντικό βήμα. Δεν είναι όμως στρατηγική. Η Ευρώπη χρειάζεται μόνιμη ικανότητα θαλάσσιας παρουσίας στην Ερυθρά Θάλασσα, στον Κόλπο του Άντεν και στην Ανατολική Μεσόγειο. Και η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να απαιτήσει αυτή τη συζήτηση. Γιατί η Ελλάδα δεν ζητά να προστατεύσει μια αφηρημένη ευρωπαϊκή αρχή. Ζητά να προστατευθεί η ίδια η οικονομική αρτηρία της Ευρώπης και μαζί της η ελληνική ναυτιλία.
Το μεγαλύτερο λάθος θα ήταν να θεωρήσουμε τους Χούτι «μικρό πρόβλημα»
Οι Χούτι δεν χρειάζεται να διαθέτουν αεροπλανοφόρο για να αποτελούν στρατηγική απειλή. Δεν χρειάζεται να μπορούν να καταλάβουν μια πρωτεύουσα. Δεν χρειάζεται καν να μπορούν να νικήσουν ένα σύγχρονο πολεμικό ναυτικό. Αρκεί να μπορούν να επιβάλλουν κόστος. Αυτό είναι το μάθημα των chokepoints. Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο στρατηγικό μήνυμα της σημερινής κρίσης. Η παγκόσμια οικονομία είναι εξαιρετικά εξαρτημένη από λίγες θαλάσσιες πύλες. Όταν αυτές μπορούν να απειληθούν από φθηνά drones, πυραύλους και μη κρατικούς δρώντες, η παραδοσιακή αντίληψη περί ναυτικής ισχύος πρέπει να αλλάξει. Η ναυτική ισχύς δεν είναι πλέον μόνο ο αριθμός των φρεγατών. Είναι η ικανότητα να βλέπεις, να προβλέπεις, να προστατεύεις και να αποτρέπεις. Αυτό ακριβώς πρέπει να γίνει και η ελληνική στρατηγική.
Η εθνική επιλογή
Η Ελλάδα δεν πρέπει να βλέπει την Ερυθρά Θάλασσα ως μακρινό θέατρο επιχειρήσεων. Πρέπει να τη βλέπει ως προέκταση της ελληνικής θαλάσσιας ασφάλειας. Το Μπαμπ αλ-Μαντέμπ δεν είναι απλώς ένα στενό στην άλλη άκρη του Σουέζ. Είναι ένας κρίκος στην αλυσίδα που συνδέει την Ασία με την Ευρώπη, την ενέργεια με το εμπόριο, τη ναυτιλία με την εθνική ασφάλεια .Η κατάληψη του Περίμ δεν αλλάζει μόνη της την παγκόσμια ισορροπία. Η αλληλουχία, όμως, των γεγονότων αλλάζει την εικόνα καθώς η Μόκα, το Περίμ, η πίεση στο Μπαμπ αλ-Μαντέμπ, η απειλή για τη Σαουδική Αραβία και η επίθεση στην εναλλακτική ενεργειακή υποδομή δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου δύο chokepoints μπορούν να αλληλοενισχύουν την πίεση. Γι’ αυτό η ελληνική απάντηση πρέπει να είναι στρατηγική και όχι περιστασιακή.
Η Αθήνα πρέπει να αξιοποιήσει την επιχείρηση ASPIDES, τη Λάρισα, το Πολεμικό Ναυτικό, τις σχέσεις με την Κύπρο, την Αίγυπτο και το Ισραήλ και, κυρίως, το τεράστιο βάρος της ελληνικής ναυτιλίας για να διεκδικήσει μεγαλύτερο ευρωπαϊκό ρόλο στην ασφάλεια των θαλάσσιων οδών.
Το ζητούμενο δεν είναι να γίνει η Ελλάδα μέρος ενός ακόμη πολέμου στη Μέση Ανατολή. Το ζητούμενο είναι να γίνει παράγοντας θαλάσσιας σταθερότητας. Και εδώ βρίσκεται η ουσία της εθνικής στρατηγικής. Η ελευθερία της ναυσιπλοΐας δεν είναι απλώς διεθνής αρχή. Για μια ναυτική χώρα όπως η Ελλάδα, είναι ζωτικό εθνικό συμφέρον.
Όσο οι Χούτι και το Ιράν αποδεικνύουν ότι τα chokepoints μπορούν να μετατραπούν σε όπλα πολιτικής και οικονομικής πίεσης, τόσο η Ελλάδα πρέπει να αποδείξει ότι η ναυτική της ισχύς, η γεωγραφία της και η διπλωματία της μπορούν να λειτουργήσουν ως εργαλεία αποτροπής. Η επόμενη μεγάλη πρόκληση δεν θα είναι να απαντήσουμε στην επόμενη επίθεση. Θα είναι να έχουμε δημιουργήσει από πριν τις δυνατότητες ώστε η επίθεση να μην αξίζει το κόστος. Αυτό είναι αποτροπή. Αυτό είναι θαλάσσια στρατηγική. Και αυτό πρέπει να γίνει μέρος της ελληνικής εθνικής ασφάλειας.
*Ο Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security(INIS), του Strategy International (SI) και του Research Institute for European and American Studies (RIEAS).