Η ευκαιρία της Αθήνας πίσω από την κρίση του Ριάντ: Γιατί η αποδυνάμωση της Συμφωνίας της Μέκκας μπορεί να ευνοήσει την Ελλάδα

ChatGPT Image Sep 15, 2026, 01_43_20 PM

Η Συμφωνία της Μέκκας προκάλεσε εύλογο προβληματισμό στην Αθήνα. Η δημιουργία ενός νέου αμυντικού σχήματος μεταξύ Σαουδικής Αραβίας, Τουρκίας και Πακιστάν φαινόταν να δίνει στην Άγκυρα αυτό που επιδιώκει εδώ και χρόνια: έναν θεσμικό ρόλο στην αρχιτεκτονική ασφαλείας του Κόλπου.

Μερικές εβδομάδες αργότερα, όμως, η πραγματικότητα της Μέσης Ανατολής δοκιμάζει τη συμφωνία πολύ νωρίτερα από όσο πιθανότατα περίμεναν οι εμπνευστές της.

Η προέλαση των Χούθι στις ακτές της Υεμένης, η κατάληψη στρατηγικών σημείων κοντά στο Μπαμπ ελ-Μαντέμπ και οι επιθέσεις εναντίον σαουδαραβικών υποδομών δημιουργούν μια εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση για το Ριάντ. Με το Ορμούζ ήδη υπό ισχυρή πίεση, το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία για τις σαουδαραβικές εξαγωγές.

Το Reuters σημειώνει ότι η νέα πραγματικότητα αφήνει τις χώρες του Κόλπου μπροστά σε μια δυσάρεστη επιλογή: είτε να αποδεχθούν το αυξανόμενο οικονομικό κόστος είτε να αναζητήσουν έναν νέο τρόπο συνεννόησης με την Τεχεράνη. Για την Ελλάδα, όμως, πίσω από αυτή την κρίση διαμορφώνεται και μια ευκαιρία.

Η πρώτη πραγματική δοκιμασία της Μέκκας

Οι συμμαχίες αποκτούν πραγματική αξία όταν δοκιμάζονται. Και η Συμφωνία της Μέκκας βρίσκεται πλέον μπροστά στην πρώτη μεγάλη δοκιμασία της.

Παρά τις προβλέψεις αμοιβαίας άμυνας, ούτε η Τουρκία ούτε το Πακιστάν έχουν μέχρι στιγμής εμφανιστεί πρόθυμες να εμπλακούν στρατιωτικά στον πόλεμο της Υεμένης. Το Ισλαμαμπάντ έχει ήδη επιλέξει προσεκτική γλώσσα, υπογραμμίζοντας τον αμυντικό και αποτρεπτικό χαρακτήρα της συμφωνίας, ενώ αναλυτές θεωρούν απίθανη μια άμεση τουρκική ή πακιστανική επέμβαση.

Το σημαντικότερο όμως είναι αλλού. Όπως εξηγήσαμε σε πρόσφατο άρθρο μας, όταν οι Χούθι προέλασαν προς το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, ο Mohammed bin Salman στράφηκε στον Donald Trump αναζητώντας αμερικανική υποστήριξη. Η Ουάσιγκτον, όμως, εμφανίζεται εξαιρετικά επιφυλακτική απέναντι στο ενδεχόμενο μιας νέας μεγάλης στρατιωτικής εμπλοκής στην Υεμένη.

Όταν εμφανίστηκε η πραγματική απειλή, το Ριάντ δεν μπόρεσε να αρκεστεί στη νέα περιφερειακή αρχιτεκτονική που είχε δημιουργήσει. Αναζήτησε ξανά την αμερικανική ισχύ.

Αυτό σημαίνει ότι η Συμφωνία της Μέκκας αποκαλύπτει τα όριά της. Και κυρίως αποκαλύπτονται τα όρια της δυνατότητας της Τουρκίας να εμφανιστεί ως ο νέος μεγάλος πάροχος ασφάλειας του Κόλπου.

Εκεί όπου η Τουρκία υπόσχεται, η Ελλάδα είναι ήδη παρούσα

Για την Αθήνα υπάρχει εδώ μια λεπτομέρεια ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας. Η Ελλάδα έχει ήδη στρατιωτική παρουσία στη Σαουδική Αραβία.

Η ελληνική πυροβολαρχία Patriot βρίσκεται εκεί από το 2021, με αποστολή την προστασία κρίσιμων υποδομών. Ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης έχει μάλιστα επισημάνει ότι η αποστολή είναι αποκλειστικά αμυντική και αποτρεπτική και συνδέεται άμεσα όχι μόνο με τη σαουδαραβική αλλά και με την ελληνική και ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια.

Η διαφορά είναι ουσιαστική. Η Αθήνα δεν χρειάζεται να αποδείξει στο Ριάντ ότι μπορεί να συνεισφέρει στην ασφάλειά του. Το κάνει ήδη.

Και στις 11 Σεπτεμβρίου η ελληνική κυβέρνηση έστειλε ακόμη ένα σαφές μήνυμα: καταδίκασε τις επιθέσεις των Χούθι, εξέφρασε πλήρη αλληλεγγύη προς τη Σαουδική Αραβία και συνέδεσε ευθέως την κρίση με την προστασία της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας και τον ηγετικό ρόλο της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή επιχείρηση ASPIDES.

Εδώ βρίσκεται ένα από τα ισχυρότερα χαρτιά της Αθήνας. Η Ελλάδα μπορεί να εμφανιστεί όχι ως ανταγωνιστής της Τουρκίας για την εύνοια του Ριάντ, αλλά ως ένας διαφορετικού τύπου εταίρος: ευρωπαϊκός, προβλέψιμος, θαλάσσιος και συνδεδεμένος με τη δυτική αρχιτεκτονική ασφαλείας.

Από το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ μέχρι την Κρήτη

Υπάρχει όμως και κάτι μεγαλύτερο. Η ταυτόχρονη πίεση στα δύο μεγάλα chokepoints της περιοχής —Ορμούζ και Μπαμπ ελ-Μαντέμπ— αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να βλέπουμε τις σχέσεις Ελλάδας και Σαουδικής Αραβίας. Δεν πρόκειται πλέον μόνο για διπλωματικές ή αμυντικές σχέσεις.

Πρόκειται για διαδρόμους. Εάν το Ριάντ θέλει να μειώσει τη στρατηγική του εξάρτηση από ευάλωτες θαλάσσιες οδούς, χρειάζεται περισσότερες εξόδους προς την Ευρώπη: ενεργειακές, ηλεκτρικές, ψηφιακές και εμπορικές. Και στον χάρτη αυτό η Ελλάδα βρίσκεται ακριβώς εκεί όπου θα ήθελε να βρίσκεται.

Η σχεδιαζόμενη ηλεκτρική διασύνδεση Σαουδικής Αραβίας–Ελλάδας έχει στόχο τη μεταφορά ανανεώσιμης ηλεκτρικής ενέργειας προς την ευρωπαϊκή αγορά μέσω της Ελλάδας. Για την υλοποίησή της έχει ήδη δημιουργηθεί κοινή εταιρεία του ΑΔΜΗΕ και της σαουδαραβικής National Grid με συμμετοχή 50%-50%.

Παράλληλα υπάρχει το East to Med Data Corridor, ενώ στο ευρύτερο στρατηγικό υπόβαθρο βρίσκεται ο IMEC.

Εδώ όμως χρειάζεται προσοχή. Οι σχέσεις Αθήνας–Ριάντ δεν είναι ανέφελες. Το καλοκαίρι η σαουδαραβική πλευρά είχε εκφράσει δυσαρέσκεια για καθυστερήσεις που αφορούσαν το καλώδιο δεδομένων Ελλάδας–Σαουδικής Αραβίας, ενώ στην Αθήνα υπάρχει προβληματισμός για τη σαουδαραβική στάση απέναντι στον IMEC και, φυσικά, για την προσέγγιση με την Τουρκία.

Ακριβώς γι’ αυτό η σημερινή συγκυρία είναι σημαντική. Η Ελλάδα έχει την ευκαιρία να επαναφέρει στο Ριάντ μια πολύ απλή γεωπολιτική πρόταση: η πρόσβαση προς την Ευρώπη χρειάζεται την Ανατολική Μεσόγειο — και η Ανατολική Μεσόγειος χρειάζεται σταθερούς διαδρόμους.

Η Αθήνα δεν πρέπει να περιμένει την αποτυχία της Μέκκας

Θα ήταν λάθος, ωστόσο, η Ελλάδα να οικοδομήσει τη στρατηγική της πάνω στην προσδοκία ότι η Συμφωνία της Μέκκας θα αποτύχει.

Η Τουρκία εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικά πλεονεκτήματα. Έχει μεγάλη αμυντική βιομηχανία, στρατιωτική ισχύ, στενές σχέσεις με το Πακιστάν και φιλοδοξεί να καταστεί ένας από τους βασικούς διαμορφωτές της νέας περιφερειακής τάξης. Μάλιστα, πληροφορίες από την Αθήνα αναφέρουν ότι η Άγκυρα επιδιώκει βαθύτερη πακιστανική εμπλοκή στην ασφάλεια του Κόλπου.

Η ελληνική απάντηση επομένως δεν μπορεί να είναι «η Τουρκία απέτυχε». Πρέπει να είναι: «Η Τουρκία δεν αρκεί».

Η Σαουδική Αραβία χρειάζεται περισσότερες από μία ασφαλιστικές δικλείδες. Χρειάζεται τις ΗΠΑ για τη μεγάλη στρατιωτική ομπρέλα. Χρειάζεται ενδεχομένως διαύλους με την Τεχεράνη για την αποφυγή μιας ανεξέλεγκτης περιφερειακής σύγκρουσης. Χρειάζεται όμως και ασφαλή πρόσβαση προς την Ευρώπη.

Και εδώ Ελλάδα, Κύπρος και Αίγυπτος μπορούν να αποκτήσουν πολύ μεγαλύτερη στρατηγική αξία.

Η ελληνική ευκαιρία

Οι κρίσεις στη Μέση Ανατολή δεν δημιουργούν αυτόματα νικητές. Δημιουργούν όμως κενά. Η κρίση του Ριάντ αποκαλύπτει ότι καμία νέα συμφωνία ασφαλείας δεν μπορεί από μόνη της να εξαλείψει τη γεωγραφική ευπάθεια της Σαουδικής Αραβίας. Το Ορμούζ, η Υεμένη και το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ υπενθυμίζουν ότι η μεγαλύτερη αραβική οικονομία εξακολουθεί να χρειάζεται εναλλακτικούς δρόμους προς τον κόσμο.

Και αυτό είναι το σημείο στο οποίο η Αθήνα πρέπει να κινηθεί. Όχι επιχειρώντας να αντικαταστήσει την Τουρκία. Ούτε ζητώντας από το Ριάντ να επιλέξει στρατόπεδο.

Αλλά παρουσιάζοντας την Ελλάδα ως κάτι που η Τουρκία δύσκολα μπορεί να υποκαταστήσει: την ευρωπαϊκή απόληξη ενός στρατηγικού δικτύου που μπορεί να συνδέσει τον Κόλπο με την Ανατολική Μεσόγειο και από εκεί με την ευρωπαϊκή αγορά. Η Συμφωνία της Μέκκας έδειξε στην Αθήνα πόσο γρήγορα μπορούν να μεταβληθούν οι περιφερειακές ισορροπίες.

Η κρίση που ακολούθησε ίσως της προσφέρει τώρα την ευκαιρία να υπενθυμίσει στο Ριάντ κάτι εξίσου σημαντικό: οι συμμαχίες αλλάζουν. Η γεωγραφία όχι.

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Don`t copy text!