Ο άνθρωπος του Τραμπ στο Ριάντ: Ο Χαντ και η νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας στη Μέση Ανατολή
Η επιλογή ενός πρεσβευτή σπάνια αποτελεί από μόνη της μεγάλη γεωπολιτική είδηση. Στην περίπτωση όμως του Ουέσλι Χαντ το πρόσωπο, η χρονική στιγμή και κυρίως όσα συμβαίνουν παράλληλα πίσω από τις κλειστές πόρτες κάνουν την υποψηφιότητά του για την αμερικανική πρεσβεία στο Ριάντ πολύ πιο ενδιαφέρουσα από μια συνηθισμένη διπλωματική τοποθέτηση.
Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν επέλεξε έναν διπλωμάτη καριέρας. Επέλεξε έναν πολιτικό σύμμαχό του, βετεράνο του στρατού, με προσωπική εμπειρία στη Σαουδική Αραβία, σαφώς φιλοϊσραηλινές θέσεις και ιδιαίτερα σκληρή στάση απέναντι στο Ιράν. Και τον στέλνει στο Ριάντ ακριβώς τη στιγμή που η Σαουδική Αραβία ανακαλύπτει ξανά πόσο δύσκολη είναι η εξίσωση της περιφερειακής της ασφάλειας.
Υπάρχει όμως πλέον και ένα ακόμη κομμάτι στο παζλ. Στις 15 Σεπτεμβρίου αποκαλύφθηκε ότι κορυφαίοι στρατιωτικοί αξιωματούχοι των Ηνωμένων Πολιτειών, του Ισραήλ και οκτώ αραβικών κρατών πραγματοποίησαν μυστική συνάντηση στη Γερμανία για το Ιράν και την περιφερειακή ασφάλεια. Ανάμεσά τους βρισκόταν και η Σαουδική Αραβία. Αυτό αλλάζει την ανάγνωση της επιλογής Χαντ.
Γιατί ίσως δεν βλέπουμε απλώς την επιστροφή ενός ισχυρού Αμερικανού πρεσβευτή στο Ριάντ. Βλέπουμε τα πρώτα κομμάτια μιας νέας αμερικανικής αρχιτεκτονικής ασφαλείας στη Μέση Ανατολή να μπαίνουν στη θέση τους.
Γιατί ο Χαντ και γιατί τώρα;
Ο Χαντ γνωρίζει τη Σαουδική Αραβία από πρώτο χέρι. Υπηρέτησε εκεί ως αξιωματικός σύνδεσμος και διαθέτει στρατιωτική εμπειρία από τη Μέση Ανατολή.
Παράλληλα όμως είναι ένας πολιτικός που βρίσκεται κοντά στον Τραμπ και αντιλαμβάνεται την αμερικανική εξωτερική πολιτική περισσότερο μέσα από τη λογική της ισχύος παρά μέσα από την παραδοσιακή διπλωματική διαχείριση.
Η θέση του Αμερικανού πρεσβευτή στο Ριάντ παρέμενε χωρίς μόνιμο επικεφαλής από την έναρξη της δεύτερης κυβέρνησης Τραμπ. Τώρα ο Λευκός Οίκος αποφασίζει να τοποθετήσει εκεί έναν άνθρωπο με πολιτική πρόσβαση στην κυβέρνηση και προσωπική γνώση της περιοχής.
Το μήνυμα προς τον Μοχάνμεντ Μπιν Σαλμάν είναι δύσκολο να αγνοηθεί: η σχέση ΗΠΑ–Σαουδικής Αραβίας επιστρέφει στο υψηλότερο πολιτικό επίπεδο. Αλλά όχι απαραίτητα χωρίς όρους.
Το κύριο μήνυμα αφορά το Ιράν
Ο Χαντ δεν έχει αφήσει πολλά περιθώρια παρερμηνείας για τον τρόπο με τον οποίο βλέπει την Τεχεράνη. Έχει υποστηρίξει τη σκληρή πολιτική απέναντι στο Ιράν και έχει ταχθεί εναντίον της χρησιμοποίησης των Στενών του Ορμούζ ως μέσου πίεσης προς τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους συμμάχους τους. Αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία για το Ριάντ.
Η Σαουδική Αραβία επιχείρησε να μειώσει την ένταση με την Τεχεράνη και να δημιουργήσει ένα περισσότερο ελεγχόμενο περιφερειακό περιβάλλον. Όμως η επανεμφάνιση της απειλής των Χούθι αποκαλύπτει τα όρια μιας πολιτικής που στηρίζεται αποκλειστικά στην αποκλιμάκωση.
Μόλις πριν από λίγες εβδομάδες, το Ριάντ εξακολουθούσε να στέλνει στην Ουάσιγκτον μήνυμα ότι επιθυμεί αποκλιμάκωση με το Ιράν, ακόμη και όταν συνεργαζόταν στρατιωτικά με τις ΗΠΑ εναντίον φιλοϊρανικών πολιτοφυλακών. Σήμερα όμως η πίεση έχει μεταφερθεί ξανά στην Υεμένη και στην Ερυθρά Θάλασσα.
Οι Χούθι δεν αποτελούν πλέον μόνο ένα πρόβλημα της Υεμένης. Η δυνατότητά τους να απειλούν σαουδαραβικό έδαφος, ενεργειακές υποδομές και τις θαλάσσιες οδούς προς το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ μετατρέπει ξανά την Υεμένη σε πρόβλημα εθνικής ασφάλειας για το βασίλειο.
Η συνάντηση στη Γερμανία αλλάζει την εικόνα
Εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη νέα εξέλιξη. Η μυστική συνάντηση στη Γερμανία πραγματοποιήθηκε υπό την αιγίδα του διοικητή της CENTCOM, ναυάρχου Μπραντ Κούπερ , και έφερε στο ίδιο πλαίσιο στρατιωτικής συζήτησης το Ισραήλ, τη Σαουδική Αραβία και σειρά αραβικών κρατών.
Η σημασία της δεν βρίσκεται μόνο στο ποιοι συμμετείχαν. Βρίσκεται στο γεγονός ότι συνεργασία μπορεί να προηγείται της διπλωματικής αναγνώρισης.
Η Σαουδική Αραβία δεν έχει εξομαλύνει τις σχέσεις της με το Ισραήλ. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν μπορούν να βρίσκονται στο ίδιο στρατηγικό δωμάτιο όταν το αντικείμενο είναι το Ιράν και οι απειλές που προέρχονται από το περιφερειακό του δίκτυο. Εδώ βρίσκεται ίσως και η ουσία της αμερικανικής στρατηγικής. Η Ουάσιγκτον δεν χρειάζεται απαραίτητα να περιμένει την επίσημη σαουδοϊσραηλινή εξομάλυνση για να αρχίσει να δημιουργεί μηχανισμούς συνεργασίας. Μπορεί να οικοδομήσει πρώτα την αρχιτεκτονική ασφαλείας και να επιδιώξει τη διπλωματική επικύρωσή της αργότερα.
Οι Συμφωνίες του Αβραάμ από την αντίθετη κατεύθυνση
Μέχρι σήμερα έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε τις Συμφωνίες του Αβραάμ ως μια διαδικασία που ξεκινά από την πολιτική εξομάλυνση και οδηγεί στη συνεργασία. Τώρα ίσως συμβαίνει το αντίστροφο. Η απειλή δημιουργεί πρώτα την ανάγκη συνεργασίας. Η στρατιωτική συνεργασία δημιουργεί κοινά συμφέροντα. Και τα κοινά συμφέροντα μπορούν αργότερα να δημιουργήσουν τις πολιτικές προϋποθέσεις για εξομάλυνση. Αυτή είναι μια σημαντική διαφορά.
Η κυβέρνηση Τραμπ επεξεργάζεται ήδη μια μεταπολεμική στρατηγική για τη Μέση Ανατολή, με δύο βασικούς άξονες: τον περιορισμό του Ιράν και τη διεύρυνση της εξομάλυνσης μεταξύ του Ισραήλ και των γειτόνων του. Υπό αυτή την οπτική, η επιλογή Χαντ αποκτά διαφορετικό νόημα. Στο Ριάντ δεν πηγαίνει απλώς ένας Αμερικανός πρεσβευτής. Πηγαίνει ένας πολιτικός που υποστηρίζει ακριβώς αυτή τη στρατηγική αντίληψη.
Οι Χούθι επιταχύνουν τις εξελίξεις
Υπάρχει όμως ένας παράγοντας που μπορεί να αποδειχθεί καταλύτης: το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ. Η προέλαση των Χούθι στη δυτική Υεμένη δημιουργεί για το Ριάντ ένα πρόβλημα που υπερβαίνει κατά πολύ τα σύνορα της χώρας. Για χρόνια η Σαουδική Αραβία μπορούσε να αντιμετωπίζει το Ορμούζ και το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ ως δύο διαφορετικά στρατηγικά μέτωπα. Σήμερα τα δύο chokepoints συνδέονται.
Όταν το Ορμούζ βρίσκεται υπό πίεση εξαιτίας της αντιπαράθεσης με το Ιράν, η Ερυθρά Θάλασσα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη αξία ως ενεργειακός και εμπορικός διάδρομος. Εάν όμως και το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ απειλείται από τους Χούθι, τότε η Σαουδική Αραβία βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα πολύ δυσκολότερο γεωγραφικό πρόβλημα. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Μπιν Σαλμάν ζήτησε πρόσφατα από τον Τραμπ αμερικανικά πλήγματα κατά των Χούθι καθώς η κατάσταση στην Ερυθρά Θάλασσα επιδεινωνόταν. Μέχρι πριν από λίγο καιρό, το Ριάντ υποστήριζε ότι μπορούσε να διαχειριστεί την κατάσταση. Τώρα ζητά ξανά την αμερικανική ισχύ. Και αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη αλλαγή.
Η αμερικανική ομπρέλα επιστρέφει αλλά με τίμημα
Το Ριάντ προσπάθησε τα τελευταία χρόνια να αυξήσει τα περιθώρια στρατηγικής αυτονομίας του: διάλογος με το Ιράν, στενότερες σχέσεις με την Κίνα, διαφοροποίηση συνεργασιών και αναζήτηση μιας περισσότερο ανεξάρτητης περιφερειακής πολιτικής.
Αυτό δεν σήμαινε ρήξη με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Σήμαινε ότι η Σαουδική Αραβία ήθελε περισσότερες επιλογές. Η σημερινή κρίση όμως υπενθυμίζει ότι όταν η απειλή μετατρέπεται από διπλωματική σε στρατιωτική, οι επιλογές περιορίζονται. Η Κίνα μπορεί να είναι σημαντικός εμπορικός εταίρος και διπλωματικός συνομιλητής. Δεν διαθέτει όμως στην περιοχή την αμερικανική στρατιωτική υποδομή, τις δυνατότητες πληροφοριών, την αεράμυνα, τη ναυτική ισχύ και το πλέγμα στρατιωτικών συνεργασιών.
Η μυστική συνάντηση στη Γερμανία είναι χαρακτηριστική ακριβώς αυτής της πραγματικότητας. Όταν το Ιράν, οι Χούθι, το Ορμούζ και το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ μπαίνουν στην ίδια εξίσωση, η χώρα που μπορεί να βάλει στο ίδιο δωμάτιο Ισραηλινούς και Άραβες στρατιωτικούς εξακολουθεί να είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες.
Ο Χαντ ως κομμάτι μιας μεγαλύτερης κίνησης
Γι’ αυτό η επιλογή Χαντ δεν πρέπει να εξεταστεί απομονωμένα. Από τη μία πλευρά έχουμε έναν πιθανό νέο Αμερικανό πρεσβευτή στο Ριάντ με σκληρές θέσεις απέναντι στο Ιράν και σαφή υποστήριξη προς το Ισραήλ και τις Συμφωνίες του Αβραάμ. Από την άλλη, έχουμε τη CENTCOM να δημιουργεί ένα πλαίσιο στρατιωτικού διαλόγου στο οποίο συνυπάρχουν το Ισραήλ, η Σαουδική Αραβία και άλλα αραβικά κράτη.
Και πάνω από όλα έχουμε μια Σαουδική Αραβία που ανακαλύπτει ότι η περιφερειακή αυτονομία έχει όρια όταν οι Χούθι πλησιάζουν στο Μπαμπ ελ-Μαντέμπ και το Ορμούζ παραμένει ασταθές. Ο Τραμπ επομένως δεν στέλνει απλώς έναν πρεσβευτή στο Ριάντ.
Στέλνει έναν άνθρωπο που ταιριάζει σε μια στρατηγική η οποία φαίνεται ήδη να οικοδομείται στο στρατιωτικό επίπεδο: περιορισμός του Ιράν, στενότερη συνεργασία Ισραήλ και αραβικών κρατών και επαναφορά των Ηνωμένων Πολιτειών στο κέντρο της περιφερειακής ασφάλειας.
Το πιο ενδιαφέρον, μάλιστα, είναι ότι η διαδικασία μπορεί να μη χρειάζεται να περιμένει την πολιτική. Ίσως η νέα Μέση Ανατολή να μη χτίζεται πρώτα με υπογραφές. Ίσως να χτίζεται πρώτα πίσω από κλειστές πόρτες, γύρω από ένα τραπέζι στρατιωτικών — και οι διπλωματικές συμφωνίες να ακολουθήσουν αργότερα.