Στην εποχή της προβλεψιμότητας αφήστε τον Ερντογάν να κοιτάζει προς τη Μόσχα
Η ελληνική ευκαιρία πίσω από το όνειρο της τουρκικής στρατηγικής αυτονομίας
Υπάρχει ένα παράδοξο στην εξωτερική πολιτική του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν που η Αθήνα οφείλει να παρακολουθεί πολύ πιο προσεκτικά. Όσο περισσότερο η Τουρκία επιχειρεί να αποδείξει ότι δεν αποτελεί απλώς το νοτιοανατολικό άκρο του ΝΑΤΟ, αλλά μια αυτόνομη δύναμη ανάμεσα στη Δύση, τη Ρωσία, την Ασία και τον μουσουλμανικό κόσμο, τόσο περισσότερο δημιουργείται ένας διαφορετικός γεωπολιτικός χώρος για την Ελλάδα.
Όχι επειδή η Τουρκία αποδυναμώνεται. Αυτό θα ήταν μια επικίνδυνα απλοϊκή ανάγνωση. Αλλά επειδή η Άγκυρα επιλέγει έναν δρόμο που αυξάνει μεν τη διεθνή διαπραγματευτική της ισχύ, ταυτόχρονα όμως αυξάνει τις αντιφάσεις που πρέπει καθημερινά να διαχειρίζεται. Ακριβώς μέσα σε αυτές τις αντιφάσεις βρίσκεται η ελληνική ευκαιρία.
Ο «χαλίφης» ως πολιτική μεταφορά
Ο χαρακτηρισμός του Ερντογάν ως επίδοξου «χαλίφη» χρησιμοποιείται συχνά στον δημόσιο λόγο, αλλά δεν πρέπει να λαμβάνεται κυριολεκτικά.
Η πραγματική τουρκική στρατηγική είναι πιο ενδιαφέρουσα. Η θρησκεία, η οθωμανική ιστορική μνήμη και η αντίληψη μιας Τουρκίας που δεν περιορίζεται γεωπολιτικά στα σύνορα που χάραξε ο 20ός αιώνας έχουν χρησιμοποιηθεί ως εργαλεία πολιτικής επιρροής. Ακαδημαϊκές μελέτες έχουν περιγράψει ακριβώς αυτή τη χρήση του Ισλάμ ως στοιχείου τουρκικής soft power και εξωτερικής πολιτικής. Όμως η Τουρκία του Ερντογάν δεν επιδιώκει απλώς να γίνει «ηγέτιδα του Ισλάμ».
Επιδιώκει κάτι μεγαλύτερο: να εξελιχθεί σε μία από τις δυνάμεις που θα έχουν δικαίωμα λόγου στη διαμόρφωση της μεταδυτικής διεθνούς τάξης. Το Chatham House εντοπίζει ακριβώς αυτή τη μετάβαση. Η Άγκυρα χρησιμοποιεί πλέον συστηματικά την έννοια της «στρατηγικής αυτονομίας»: συνεργασία με μη δυτικές δυνάμεις, κυρίως Ρωσία και Κίνα, χωρίς ταυτόχρονα να εγκαταλείπει τους θεσμούς της Δύσης. Αυτό είναι το πραγματικό σχέδιο της τουρκικής πλευράς. Όχι έξοδος από τη Δύση, αλλά ελευθερία κινήσεων μέσα και έξω από τη Δύση ταυτόχρονα.
Η Τουρκία δεν θέλει να διαλέξει στρατόπεδο
Η πλέον εύστοχη ίσως περιγραφή της σημερινής Τουρκίας έρχεται από πρόσφατη ανάλυση του European Council on Foreign Relations. Το ECFR χαρακτηρίζει την Τουρκία έναν «embedded outsider»: έναν ενσωματωμένο «εξωτερικό παίκτη», ο οποίος αντλεί μέρος της στρατηγικής αυτονομίας του ακριβώς από τη συμμετοχή του στο δυτικό σύστημα. Η Άγκυρα χρειάζεται το ΝΑΤΟ για την ασφάλειά της, την ευρωπαϊκή αγορά για τις εξαγωγές της και τη δυτική τεχνολογία για τα προηγμένα οπλικά της συστήματα. Ταυτόχρονα όμως διαθέτει στρατεύματα στο εξωτερικό, διευρυμένες σχέσεις με τον Παγκόσμιο Νότο και μια αμυντική βιομηχανία περίπου 10 δισ. δολαρίων. Αυτή η αντίφαση δεν είναι ατύχημα. Είναι η στρατηγική.
Η Τουρκία θέλει να μπορεί να συνομιλεί με την Ουάσιγκτον χωρίς να διακόπτει επαφές με τη Μόσχα. Να βρίσκεται στο ΝΑΤΟ αλλά να αγοράζει ρωσικούς S-400. Να διαπραγματεύεται με την Ευρωπαϊκή Ένωση και ταυτόχρονα να αναζητά στενότερες σχέσεις με οργανισμούς του μη δυτικού κόσμου παίζοντας το ρόλο της χώρας πατερούλη των απανταχού μουσουλμάνων, ακόμη και των πιο φανατικών. Δεν είναι λίγες εξάλλου οι φορές που η Άγκυρα έχει σταθεί στο πλευρό τρομοκρατικών ισλαμιστικών οργανώσεων όπως η Χαμάς.
Το CSIS χρησιμοποιεί έναν επίσης χαρακτηριστικό όρο: strategic ambiguity — στρατηγική αμφισημία. Σύμφωνα με την ανάλυσή του, η κυβέρνηση Ερντογάν επιχειρεί να αποκτήσει επιρροή μεγαλύτερη από εκείνη που κανονικά θα επέτρεπαν το οικονομικό και στρατηγικό μέγεθος της χώρας, αξιοποιώντας ταυτόχρονα το ΝΑΤΟ, τη γεωγραφία της Τουρκίας και τις σχέσεις της με Ρωσία, Κίνα και χώρες του Παγκόσμιου Νότου.
Εδώ βρίσκεται και η πρώτη μεγάλη αντίφαση. Η Άγκυρα θέλει να είναι αυτόνομη από το σύστημα από το οποίο αντλεί μεγάλο μέρος της ισχύος της.
Το ρωσικό παράδοξο
Η σχέση Ερντογάν–Πούτιν συχνά παρουσιάζεται σαν προσωπική συμμαχία δύο ηγετών. Στην πραγματικότητα πρόκειται για κάτι πολύ πιο ψυχρό. Ρωσία και Τουρκία είναι ταυτόχρονα συνεργάτες και ανταγωνιστές.
Συνεργάζονται στην ενέργεια και στο εμπόριο, διατηρούν ανοικτούς πολιτικούς διαύλους και έχουν καταφέρει επανειλημμένα να διαχειριστούν τις μεταξύ τους κρίσεις. Την ίδια στιγμή όμως τα συμφέροντά τους έχουν συγκρουστεί ή αποκλίνει στη Συρία, στη Λιβύη, στον Καύκασο και στη Μαύρη Θάλασσα. Το Chatham House περιγράφει αυτή τη σχέση ως ένα περίπλοκο σύστημα ανταγωνισμού, συνεργασίας και αμοιβαίας εξισορρόπησης. Αυτό σημαίνει ότι ο Ερντογάν δεν είναι ακριβώς «φίλος των Ρώσων».
Προσπαθεί να κάνει κάτι δυσκολότερο: να χρησιμοποιεί τη Ρωσία για να αυξάνει την αυτονομία του απέναντι στη Δύση χωρίς να εξαρτηθεί τόσο πολύ από τη Μόσχα ώστε να χάσει αυτή την αυτονομία. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά δύσκολο παιχνίδι ισορροπίας.
Οι S-400 είναι το καλύτερο παράδειγμα
Πουθενά δεν φαίνεται καθαρότερα αυτή η αντίφαση από ό,τι στην υπόθεση των ρωσικών S-400. Η αγορά τους υποτίθεται ότι θα αποτελούσε σύμβολο της τουρκικής ανεξαρτησίας από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το αποτέλεσμα όμως είναι πώς οι S-400 τη δεδομένη χρονική στιγμή αποτελούν βαρίδι. Η Τουρκία αποκλείστηκε από το πρόγραμμα των F-35 και οι S-400 εξελίχθηκαν σε βασικό εμπόδιο για την περαιτέρω αμερικανοτουρκική αμυντική συνεργασία.
Το Chatham House σημείωνε τον Ιούλιο του 2026 ότι το ζήτημα των S-400 αποτελεί το μεγαλύτερο εμπόδιο στην περαιτέρω αμυντική συνεργασία με την Τουρκία και ότι ενδεχόμενη επίλυσή του θα μπορούσε να ανοίξει ξανά τον δρόμο προς το F-35.
Εδώ ακριβώς εμφανίζεται η Ελλάδα. Για την Αθήνα, κάθε απόπειρα επανασύνδεσης της Τουρκίας με τα προηγμένα δυτικά οπλικά συστήματα μετατρέπει την ισορροπία στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο σε παράμετρο της ευρύτερης δυτικής συζήτησης. Δεν είναι τυχαίο ότι η ίδια ανάλυση του Chatham House σημειώνει πως πιθανή προμήθεια F-35 στην Τουρκία θα μπορούσε να επηρεάσει τις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο και τις σχέσεις με Ελλάδα και Κύπρο. Το ρωσικό άνοιγμα του Ερντογάν επομένως είχε κόστος. Αλλά το κόστος αυτό δεν είναι μόνιμα εξασφαλισμένο υπέρ της Ελλάδας. Εάν λυθεί το πρόβλημα των S-400, μέρος του πλεονεκτήματος μπορεί να περιοριστεί. Προς το παρόν πάντως το ζήτημα μοιάζει να έχει μπλοκάρει, παρά το γεργονός πώς τον Ιούλιο, λίγες μόνο ημέρες μετά τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ, τουρκικά ΜΜΕ έλεγαν ότι είχε βρεθεί λύση. Θυμίζουμε πως στο Geopolitics and Daily News είχαμε εξηγήσει ότι το συγκεκριμένο άρθρο του Τούρκου δημοσιογράφου της Χουριέτ, το οποίο έλεγε ότι ήταν ζήτημα ημερών να ανακοινωθεί η πώληση των S-400 ήταν για δημιουργία εντυπώσεων. Ακόμη η πρόσφατη συνάντηση Πούτιν Ερντογάν στη Σύνοδο του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης δεν οδήγησε σε κάποιο αποτέλεσμα για τους S-400.
Το μεγάλο ελληνικό πλεονέκτημα δεν είναι στρατιωτικό αλλά γεωγραφικό
Εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο σημείο. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να μιμηθεί την Τουρκία. Δεν είναι αυτό το ζητούμενο στην εξωτερική πολιτική. Ούτε ο σκοπός είναι να τρέχει πίσω από τις κινήσεις της Τουρκίας. Όπως φαίνεται από τα δεδομένα που έχουν διαμορφωθεί η Άγκυρα επενδύει στη γεωπολιτική του μεσάζοντα. Από την άλλη η Αθήνα μπορεί να επενδύσει στη γεωπολιτική του διαδρόμου.
Η πρώτη λέει: «Χρειάζεστε εμένα επειδή μπορώ να συνομιλώ με όλους». Η δεύτερη μπορεί να λέει: «Χρειάζεστε εμένα επειδή από εδώ περνούν ασφαλείς δρόμοι προς την Ευρώπη». Αυτή η διαφορά του αφηγήματος της Αθήνας είναι θεμελιώδης ειδικά υπό το φως των τελευταίων εξελίξεων στη Μέση Ανατολή και στις χώρες του Κόλπου (Δείτε εδώ ο χθεσινό μας ινφογράφημα για τη μέγγενη των δύο Στενών)
Λιμάνια, LNG, Αλεξανδρούπολη, Ανατολική Μεσόγειος, Κύπρος, Αίγυπτος, Βαλκάνια, ενεργειακές και ηλεκτρικές διασυνδέσεις δημιουργούν για την Ελλάδα μια διαφορετική μορφή στρατηγικής αξίας. Δεν απαιτούν από την Αθήνα να γίνει «δεύτερη Τουρκία». Απαιτούν να αξιοποιήσει καλύτερα αυτό που ήδη διαθέτει: γεωγραφία μέσα σε ένα συγκεκριμένο θεσμικό πλαίσιο.
Η γεωγραφία από μόνη της όμως δεν αρκεί
Εδώ πρέπει να αποφύγουμε ένα ελληνικό λάθος που επαναλαμβάνεται συχνά στη δημόσια συζήτηση. Η γεωγραφική θέση δεν αποτελεί αυτομάτως γεωπολιτική ισχύ. Πρέπει να μετατραπεί σε υποδομή και η υποδομή σε εξάρτηση των άλλων από εσένα. Λιμάνια χωρίς σιδηροδρομικές και οδικές συνδέσεις δεν δημιουργούν στρατηγικό διάδρομο. LNG χωρίς δίκτυα μεταφοράς δεν δημιουργεί ενεργειακό κόμβο. Τριμερείς συναντήσεις χωρίς κοινά έργα δεν δημιουργούν γεωπολιτική αρχιτεκτονική. Αμυντικές συμφωνίες χωρίς πραγματικές δυνατότητες δεν δημιουργούν αποτροπή. Επομένως το ελληνικό στοίχημα είναι να μετατρέψει τον χάρτη σε υποδομή και την υποδομή σε στρατηγική αναγκαιότητα. (Διαβάστε για την ευκαιρία της Αθήνας λόγω των εξελίξεων στη Σαουδική Αραβία)
Το δεύτερο ελληνικό πλεονέκτημα: προβλεψιμότητα
Υπάρχει όμως και ένα λιγότερο θεαματικό πλεονέκτημα: Η προβλεψιμότητα. Στη γεωπολιτική συνήθως θεωρούμε ότι ισχυρός είναι εκείνος που μπορεί να αιφνιδιάζει. Δεν είναι πάντοτε έτσι.Για επενδύσεις δεκαετιών σε ενέργεια, καλώδια, λιμάνια, στρατιωτικές εγκαταστάσεις και μεταφορικούς διαδρόμους, η προβλεψιμότητα έχει οικονομική και στρατηγική αξία.
Η Ελλάδα μπορεί επομένως να οικοδομήσει το δικό της πλεονέκτημα όχι παρουσιάζοντας τον εαυτό της ως αντίπαλο δέος της Τουρκίας, αλλά ως χώρα στην οποία οι εταίροι γνωρίζουν περίπου πού θα βρίσκεται στρατηγικά μετά από δέκα χρόνια.Αυτό δεν είναι εντυπωσιακό, αλλά αποτελεί βασικό στοιχείο επένδυσης για συμμαχίες. Ας πάρουμε για παράδειγμα την περίπτωση της Σαουδικής Αραβίας η οποία θέλησε να κινηθεί με μια στρατηγική μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας με αποτέλεσμα σήμερα να μην έχει βοήθεια από πουθενά.
Η προβλεψιμότητα της Αθήνας είναι αυτή που οδήγησε στη συμμαχία 3+1 με τα οφέλη που αυτή συνεπάγεται για την περιοχή.
Ποια είναι η παγίδα
Εδώ πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί. Η άποψη ότι ο Ερντογάν, πλησιάζοντας τη Ρωσία και χρησιμοποιώντας ισλαμική ρητορική, οδηγεί αναπόφευκτα την Τουρκία στην απομόνωση δεν επιβεβαιώνεται από τις σημερινές αναλύσεις.
Το Brookings σημειώνει ότι η Τουρκία επανέρχεται ως κεντρικός παίκτης στη Μέση Ανατολή, αλλά όχι απαραίτητα ως η νεοοθωμανική δύναμη που υπονοεί ορισμένες φορές η εσωτερική της ρητορική. Η Άγκυρα περισσότερο επιχειρεί να διαχειριστεί την περιφερειακή αταξία παρά να την κυριαρχήσει ολοκληρωτικά.
Ακόμη σημαντικότερο είναι το γεγονός ότι η τουρκική αμυντική βιομηχανία έχει πλέον μεταβάλει τους όρους του παιχνιδιού. Μελέτη του Brookings τον Ιούνιο του 2026 κατέληγε ότι η αμυντική βιομηχανία της Τουρκίας έχει εξελιχθεί σε σημαντικό ανταγωνιστή στη διεθνή αγορά, αν και δεν επαρκεί ακόμη για να προσφέρει στην Άγκυρα την πλήρη στρατηγική αυτονομία που επιδιώκει.
Αυτό είναι κρίσιμο για την Αθήνα.Δεν έχουμε απέναντί μας μια Τουρκία που εγκαταλείπει τη Δύση και περιθωριοποιείται. Έχουμε μια Τουρκία που προσπαθεί να αυξήσει την αξία της απέναντι στη Δύση αποδεικνύοντας ότι έχει και άλλες επιλογές.
Η ελληνική στρατηγική
Το ερώτημα επομένως δεν πρέπει να είναι: «Πώς θα απομονώσουμε την Τουρκία;» Η Τουρκία είναι μεγάλη, σημαντική γεωγραφικά και χρήσιμη για πολλούς διεθνείς παίκτες ώστε μια ελληνική στρατηγική να στηρίζεται στην προσδοκία της απομόνωσής της. Το σωστό ερώτημα είναι διαφορετικό: Πώς θα κάνουμε την Ελλάδα περισσότερο απαραίτητη;
Εδώ ακριβώς οι εξελίξεις των τελευταίων ετών δημιουργούν ένα παράθυρο. Εάν η Τουρκία γίνει ο μεγάλος διαμεσολαβητής ανάμεσα σε διαφορετικούς κόσμους, η Ελλάδα μπορεί να γίνει ο ασφαλής κόμβος που συνδέει διαφορετικές γεωγραφίες. Εάν η Τουρκία επενδύσει στη στρατηγική αμφισημία, η Ελλάδα μπορεί να επενδύσει στη στρατηγική σαφήνεια. Εάν η Άγκυρα επενδύσει στον άξονα Καύκασος–Μαύρη Θάλασσα–Κεντρική Ασία, η Αθήνα μπορεί να εμβαθύνει τον άξονα: Αίγυπτος – Ισραήλ-Κύπρος – Ελλάδα – Βαλκάνια – Ευρώπη.
Και εάν η Τουρκία επιχειρεί να γίνει η γέφυρα ανάμεσα στη Ρωσία, την Ασία, το Ισλάμ και τη Δύση, η Ελλάδα μπορεί να εξελιχθεί σε πύλη ανάμεσα στην Ανατολική Μεσόγειο και την ευρωπαϊκή ενδοχώρα.
Η Τουρκία του Ερντογάν έχει ένα δομικό πρόβλημα
Όσο περισσότερες πλευρές επιχειρεί να εξισορροπήσει, τόσο περισσότερες αντιφάσεις συσσωρεύει. Το CSIS το θέτει αρκετά καθαρά: οι φιλοδοξίες της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής συγκρούονται σε ορισμένα σημεία μεταξύ τους. Η εμβάθυνση των σχέσεων με τη Ρωσία δημιουργεί τριβές με τις υποχρεώσεις στο ΝΑΤΟ, ενώ οι οικονομικές εξαρτήσεις περιορίζουν την πλήρη ανεξαρτησία της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής.
Το Carnegie έχει επίσης επισημάνει ότι η τουρκική στρατηγική αυτονομία συνδέεται με την επιθυμία περιφερειακής ηγεμονίας και με την ανάπτυξη «ευέλικτων συνεργασιών», αλλά η ίδια η προσπάθεια διαφοροποίησης από τη Δύση μπορεί να δημιουργήσει νέες εξαρτήσεις. Αυτό είναι το πραγματικό όριο του μοντέλου Ερντογάν.
Για να αποκτήσει περισσότερη αυτονομία από μία μεγάλη δύναμη, η Τουρκία χρειάζεται μια άλλη. Για να αποκτήσει περισσότερη αυτονομία από τη Δύση, χρειάζεται τη Ρωσία και την Κίνα. Αλλά όσο αυξάνει την εξάρτησή της από αυτές, περιορίζει ακριβώς την αυτονομία που επιδιώκει.
Από την άλλη η Αθήνα δεν πρέπει να περιμένει το λάθος της Άγκυρας Η Ελλάδα δεν χρειάζεται μια αποδυναμωμένη Τουρκία για να ενισχύσει τη θέση της.
Ούτε μπορεί να στηρίζει τη στρατηγική της στην προσδοκία ότι ο Ερντογάν θα κάνει κάποια στιγμή το μοιραίο λάθος που θα απομακρύνει οριστικά την Τουρκία από τη Δύση. Η πραγματική ευκαιρία βρίσκεται αλλού. Η προσπάθεια της Τουρκίας να γίνει μια αυτόνομη δύναμη ανάμεσα σε Δύση, Ρωσία, Ασία και μουσουλμανικό κόσμο δημιουργεί χώρο για μια διαφορετική ελληνική στρατηγική: Από την Αλεξανδρούπολη μέχρι την Κρήτη και από την Ανατολική Μεσόγειο μέχρι τα Βαλκάνια, η γεωγραφία προσφέρει στην Αθήνα τη δυνατότητα να μετατραπεί σε κόμβο ενέργειας, ασφάλειας, μεταφορών και θαλάσσιων διαδρόμων μέσα στο ευρωπαϊκό σύστημα.
Ο Ερντογάν μπορεί να θέλει να συνομιλεί με όλους. Μπορεί να θέλει να είναι απαραίτητος στη Μόσχα, χρήσιμος στην Ουάσιγκτον, σημαντικός στον μουσουλμανικό κόσμο και αναντικατάστατος για την Ευρώπη καθώς αυτό είναι το τουρκικό στοίχημα.
Το ελληνικό στοίχημα πρέπει να είναι διαφορετικό: να καταστήσει τη γεωγραφία της τόσο χρήσιμη, τις υποδομές της τόσο απαραίτητες και τις συμμαχίες της τόσο λειτουργικές, ώστε κανείς να μη χρειάζεται να αναρωτηθεί σε ποιο στρατόπεδο βρίσκεται η Ελλάδα. Γιατί σε μια εποχή στρατηγικής αμφισημίας, ακόμη και η προβλεψιμότητα μπορεί να γίνει μορφή ισχύος.
Πηγές – Ενδεικτική βιβλιογραφία
European Council on Foreign Relations (ECFR), 16 Σεπτεμβρίου 2026: An outsider within: The paradox of the Europe-Turkey relationship. Η μελέτη αναλύει την Τουρκία ως «embedded outsider» του δυτικού συστήματος.
Brookings Institution, 16 Ιουνίου 2026: Aslı Aydıntaşbaş, Turkey’s search for a Middle East order. Ανάλυση της επανόδου της Τουρκίας ως κεντρικής μεσαίας δύναμης στη Μέση Ανατολή και των ορίων της περιφερειακής της ισχύος.
Brookings Institution, 25 Ιουνίου 2026: Serhat Güvenç, Can Turkey’s defense industry deliver strategic autonomy for Ankara? Εξέταση των δυνατοτήτων και των τεχνολογικών περιορισμών της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας.
Chatham House, 28 Ιουλίου 2026: Tim Chattell, Turkey’s S-400 saga shows the hard realities of defence procurement. Για τη σχέση S-400, F-35 και τις επιπτώσεις στην Ανατολική Μεσόγειο.
CSIS, 2 Δεκεμβρίου 2025: Jeffrey Mankoff & Max Bergmann, Strategic Ambiguity: Erdoğan’s Turkey in a Multipolar World. Αναλυτική μελέτη της τουρκικής στρατηγικής αμφισημίας και της προσπάθειας αξιοποίησης διαφορετικών διεθνών στρατοπέδων.
Chatham House, Μάρτιος 2025: Competing visions of international order – Turkey seeks a vision fit for a multipolar world. Για την τουρκική αντίληψη της στρατηγικής αυτονομίας, τις σχέσεις με Ρωσία και Κίνα και τους οικονομικούς περιορισμούς του μοντέλου.
Chatham House, 28 Ιουλίου 2025: Natalie Sabanadze & Galip Dalay, Understanding Russia’s Black Sea strategy – Russia–Turkey competition, cooperation and counterbalancing. Για τη σύνθετη σχέση ανταγωνισμού και συνεργασίας Μόσχας–Άγκυρας στη Μαύρη Θάλασσα.
Carnegie Endowment for International Peace, 2024: Strategic Autonomy as a Dynamic of Convergence in Türkiye-EU Relations. Για τις ιδεολογικές, γεωπολιτικές και οικονομικές ρίζες της τουρκικής στρατηγικής αυτονομίας.