Η θάλασσα αλλάζει: Η ναυτική ισχύς στην εποχή των drones, της τεχνητής νοημοσύνης και των δικτύων
Γράφει ο Δημήτριος Τσαϊλάς*
Από τη Μαύρη Θάλασσα και την Ανατολική Μεσόγειο έως την Ερυθρά Θάλασσα και την Αρκτική, το θαλάσσιο περιβάλλον επανέρχεται στο επίκεντρο του διεθνούς στρατηγικού ανταγωνισμού. Η ελευθερία της ναυσιπλοΐας δεν αποτελεί πλέον ένα αφηρημένο δόγμα του διεθνούς δικαίου. Συνδέεται άμεσα με την ασφάλεια του παγκόσμιου εμπορίου, την ενεργειακή επάρκεια, τις θαλάσσιες επικοινωνίες, τα υποβρύχια καλώδια και, τελικά, με την ίδια την ανθεκτικότητα των σύγχρονων κρατών.
Για τα ναυτικά της εποχής μας, επομένως, οι σκέψεις δεν είναι απλώς πόσα πλοία διαθέτουν. Το πραγματικό διακύβευμα είναι τι μπορούν να αντιληφθούν, πόσο γρήγορα μπορούν να αποφασίσουν και με ποιον τρόπο μπορούν να δράσουν μέσα σε ένα ολοένα πιο σύνθετο και δικτυωμένο επιχειρησιακό περιβάλλον.
Αυτή είναι, κατά τη γνώμη μου, η ουσία του μετασχηματισμού της ναυτικής ισχύος.
Από τον αριθμό των πλοίων στην επιχειρησιακή ευελιξία
Η συζήτηση για τις σύγχρονες ναυτικές δυνάμεις συχνά ξεκινά από τον αριθμό και το μέγεθος των πολεμικών πλοίων. Είναι ένα χρήσιμο μέτρο, αλλά δεν είναι πλέον επαρκές.
Οι δημοσιονομικοί περιορισμοί, η τεχνολογική εξέλιξη και η πολυπλοκότητα των αποστολών επιβάλλουν διαφορετική προσέγγιση. Ένα σύγχρονο ναυτικό πρέπει να μπορεί να εκτελεί ταυτόχρονα αποστολές επιτήρησης, αποτροπής, προστασίας θαλάσσιων υποδομών, ανθυποβρυχιακού πολέμου, αντιαεροπορικής άμυνας, αντιμετώπισης επιφανειακών απειλών και υποστήριξης ευρύτερων συμμαχικών επιχειρήσεων.
Εδώ αποκτούν ιδιαίτερη σημασία οι ελαφρές κορβέτες και τα ταχέα περιπολικά κατευθυνόμενων βλημάτων (ΤΠΚ).
Η αξία μιας σύγχρονης κορβέτας ή ΤΠΚ δεν βρίσκεται μόνο στο μέγεθός τους. Βρίσκεται στην αναλογία μεταξύ κόστους, αυτονομίας, αισθητήρων, οπλισμού, δικτυακών δυνατοτήτων και επιχειρησιακής διαθεσιμότητας. Μια πλατφόρμα πολλαπλού ρόλου μπορεί να καλύψει ένα ευρύ φάσμα αποστολών χωρίς να απαιτεί το κόστος και το ανθρώπινο δυναμικό ενός μεγαλύτερου πολεμικού πλοίου.
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για χώρες που πρέπει να διαχειριστούν περιορισμένους πόρους αλλά ταυτόχρονα να διατηρήσουν αξιόπιστη παρουσία σε κρίσιμες θαλάσσιες περιοχές.
Η Μεσόγειος και η Μαύρη Θάλασσα ως εργαστήρια νέων επιχειρησιακών αντιλήψεων
Η Μεσόγειος και ιδιαίτερα η Μαύρη Θάλασσα αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα του νέου περιβάλλοντος ασφαλείας. Οι θαλάσσιες περιοχές δεν είναι πλέον απομονωμένα πεδία επιχειρήσεων. Συνδέονται με λιμένες, ενεργειακές εγκαταστάσεις, υποθαλάσσια καλώδια, εμπορικούς διαδρόμους, παράκτιες υποδομές και δίκτυα πληροφοριών. Η προστασία αυτών των υποδομών απαιτεί συνεχή επιτήρηση και παρουσία.
Μια σύγχρονη κορβέτα ή ένα ΤΠΚ μπορεί να λειτουργήσει ως μέρος ενός ευρύτερου δικτύου. Να επιτηρεί μια περιοχή, να συλλέγει πληροφορίες, να προστατεύει κρίσιμες εγκαταστάσεις, να συμμετέχει σε συνοδείες και, όταν απαιτείται, να εντάσσεται σε μια μεγαλύτερη ναυτική δύναμη. Η έννοια, συνεπώς, της «μικρής μονάδας» δεν πρέπει να ταυτίζεται με την «περιορισμένη επιχειρησιακή αξία».
Ένα μικρότερο πλοίο, όταν διαθέτει σύγχρονους αισθητήρες, κατάλληλα όπλα, προηγμένο σύστημα διοίκησης και ελέγχου και δυνατότητα διασύνδεσης με άλλα μέσα, μπορεί να αποτελέσει σημαντικό κόμβο ενός ευρύτερου επιχειρησιακού δικτύου.
Το υποβρύχιο περιβάλλον γίνεται εξίσου σημαντικό με την επιφάνεια
Ένας από τους σημαντικότερους μετασχηματισμούς αφορά το υποβρύχιο περιβάλλον. Τα υποβρύχια καλώδια μεταφέρουν τεράστιο όγκο δεδομένων και αποτελούν κρίσιμο τμήμα της παγκόσμιας οικονομικής και επικοινωνιακής υποδομής. Οι ενεργειακές υποδομές και οι αγωγοί προσθέτουν μία ακόμη διάσταση στρατηγικής ευπάθειας.
Στο παρελθόν, η θαλάσσια επιτήρηση επικεντρωνόταν σε μεγάλο βαθμό σε ό,τι μπορούσε να εντοπιστεί στην επιφάνεια ή στον αέρα. Σήμερα, η εικόνα πρέπει να είναι πολυχωρική επιφάνεια, υποβρύχιος χώρος, αέρας, διάστημα και κυβερνοχώρος. Αυτό μεταβάλλει και τη σημασία του ανθυποβρυχιακού πολέμου.
Δεν αρκεί πλέον ένα πλοίο να διαθέτει ένα καλό σόναρ. Απαιτείται συνδυασμός αισθητήρων, ελικοπτέρων, μη επανδρωμένων συστημάτων, δεδομένων από άλλες μονάδες και προηγμένων συστημάτων επεξεργασίας πληροφοριών. Η πραγματική ισχύς βρίσκεται στη σύνθεση αυτών των δυνατοτήτων.
Τα drones δεν αντικαθιστούν τα πλοία, αλλά αλλάζουν τον τρόπο με τον οποίο αυτά επιχειρούν
Η είσοδος των μη επανδρωμένων συστημάτων στη ναυτική επιχειρησιακή πραγματικότητα είναι ίσως μία από τις πιο σημαντικές εξελίξεις της εποχής μας. UAV, USV και UUV μπορούν να αναλάβουν αποστολές επιτήρησης, αναγνώρισης, συλλογής πληροφοριών, ανίχνευσης υποβρυχίων ή ναρκών και προστασίας περιοχών, μειώνοντας την ανάγκη έκθεσης επανδρωμένων μονάδων σε συγκεκριμένες απειλές. Το σημαντικότερο, όμως, δεν είναι το ίδιο το drone.
Είναι η αρχιτεκτονική στην οποία εντάσσεται. Ένα μη επανδρωμένο σύστημα που λειτουργεί απομονωμένα έχει περιορισμένη αξία. Ένα σύστημα που μπορεί να συλλέξει δεδομένα, να τα μεταδώσει σε ένα πλοίο ή κέντρο διοίκησης, να συνδυαστεί με άλλους αισθητήρες και να υποστηρίξει τη λήψη απόφασης αποκτά πολλαπλάσια επιχειρησιακή χρησιμότητα.
Το μέλλον δεν είναι επομένως «επανδρωμένα εναντίον μη επανδρωμένων». Είναι η συνεργασία τους.
Η τεχνητή νοημοσύνη μεταφέρει το κέντρο βάρους από την πληροφορία στην απόφαση
Στη σύγχρονη ναυτική επιχείρηση το πρόβλημα δεν είναι πλέον η έλλειψη πληροφοριών. Συχνά είναι το αντίθετο: η υπερβολική ποσότητα δεδομένων. Ραντάρ, ηλεκτροοπτικά συστήματα, σόναρ, δορυφορικές πληροφορίες, UAV και άλλοι αισθητήρες δημιουργούν μία διαρκώς αυξανόμενη ροή δεδομένων.
Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να βοηθήσει στη σύνθεση αυτής της εικόνας, στην αναγνώριση προτύπων, στην προτεραιοποίηση απειλών και στη μείωση του χρόνου που απαιτείται για τη λήψη αποφάσεων. Δεν πρέπει όμως να δημιουργείται η ψευδαίσθηση ότι η τεχνολογία καταργεί τον άνθρωπο. Το αντίθετο.
Όσο πιο αυτοματοποιημένο γίνεται το επιχειρησιακό περιβάλλον, τόσο μεγαλύτερη σημασία αποκτούν η ανθρώπινη κρίση, η εκπαίδευση, οι κανόνες εμπλοκής και η ικανότητα του διοικητή να κατανοεί τι ακριβώς προτείνει το σύστημα. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να επιταχύνει την απόφαση. Δεν μπορεί να απαλλάξει τον άνθρωπο από την ευθύνη της.
Η νέα ναυτική ισχύς είναι δικτυωμένη ισχύς
Εδώ βρίσκεται, κατά την άποψή μου, η μεγαλύτερη αλλαγή. Το πλοίο του μέλλοντος δεν θα πρέπει να θεωρείται ως μία αυτόνομη μονάδα που επιχειρεί μόνη της στη θάλασσα. Θα είναι ένας κόμβος μέσα σε ένα ευρύτερο σύστημα. Θα συνδέεται με άλλα πλοία, αεροσκάφη, υποβρύχια, μη επανδρωμένα μέσα, δορυφόρους, παράκτια συστήματα και κέντρα διοίκησης.
Η αποτελεσματικότητα αυτού του δικτύου θα εξαρτάται από την ποιότητα των αισθητήρων, την ταχύτητα επικοινωνιών, την κυβερνοασφάλεια, τη διαλειτουργικότητα και, κυρίως, την ικανότητα των συμμάχων να επιχειρούν ως ενιαίο σύνολο. Για χώρες όπως η Ελλάδα, αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία.
Η γεωγραφία της χώρας δημιουργεί ανάγκες που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο με τη λογική της συγκέντρωσης μεγάλων μονάδων. Η μεγάλη ακτογραμμή, το πλήθος των νησιών, οι θαλάσσιες γραμμές επικοινωνιών και η στρατηγική θέση της Ανατολικής Μεσογείου απαιτούν ένα πολυεπίπεδο σύστημα θαλάσσιας επιτήρησης και άμυνας.
Το ζητούμενο δεν είναι περισσότερα μέσα, αλλά περισσότερη επιχειρησιακή αξία
Η συζήτηση για τον εκσυγχρονισμό του Πολεμικού Ναυτικού στην «Ατζέντα 2030» δεν μπορεί να περιορίζεται στο δίλημμα «μεγάλα ή μικρά πλοία». Χρειαζόμαστε έναν συνδυασμό δυνατοτήτων.
Οι μεγάλες μονάδες παρέχουν ισχύ, αντοχή, αισθητήρες, διοίκηση και δυνατότητα συμμετοχής σε απαιτητικές επιχειρήσεις. Οι μικρότερες μονάδες προσφέρουν παρουσία, ευελιξία και δυνατότητα κάλυψης μεγαλύτερου αριθμού περιοχών. Τα μη επανδρωμένα συστήματα προσθέτουν επίμονη επιτήρηση και νέες επιχειρησιακές επιλογές.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι πώς όλα αυτά θα λειτουργούν μαζί. Ένα σύγχρονο ναυτικό πρέπει να σχεδιάζεται ως σύστημα συστημάτων. Και αυτό σημαίνει ότι η επένδυση στους αισθητήρες, στις επικοινωνίες, στο λογισμικό, στην εκπαίδευση, στη διαλειτουργικότητα και στην κυβερνοασφάλεια είναι εξίσου σημαντική με την επένδυση στις ίδιες τις πλατφόρμες.
Η θάλασσα του 21ου αιώνα είναι ένας χώρος που δεν φαίνεται ολόκληρος
Ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη πρόκληση. Η εικόνα που έχουμε για τη θάλασσα εξακολουθεί να είναι σε μεγάλο βαθμό οπτική: πλοία στον ορίζοντα, αεροσκάφη στον ουρανό, υποβρύχια κάτω από την επιφάνεια. Όμως η πραγματική στρατηγική εικόνα είναι πλέον πολύ μεγαλύτερη.
Βρίσκεται στο βυθό των θαλασσών και στα υποβρύχια καλώδια. Βρίσκεται στους δορυφόρους. Βρίσκεται στα δεδομένα. Βρίσκεται στους αλγορίθμους. Βρίσκεται στα μη επανδρωμένα συστήματα. Βρίσκεται στην ικανότητα ενός κράτους να συνδέσει όλα αυτά τα στοιχεία και να μετατρέψει την πληροφορία σε έγκαιρη απόφαση. Γι’ αυτό και η ναυτική ισχύς δεν πρέπει να μετριέται μόνο με τον αριθμό των πλοίων στον κατάλογο.
Πρέπει να αξιολογείται από την ικανότητα ενός ναυτικού να βλέπει, να κατανοεί, να συνδέεται και να δρα. Η θάλασσα δεν έπαψε να είναι χώρος ισχύος. Απλώς η ισχύς που ασκείται σε αυτήν γίνεται ολοένα περισσότερο αόρατη.
Και ίσως αυτό είναι το σημαντικότερο μάθημα της νέας ναυτικής εποχής, ότι ο στόλος του μέλλοντος δεν θα αποτελείται μόνο από πλοία. Θα αποτελείται από ένα δίκτυο ανθρώπων, πλατφορμών, αισθητήρων, δεδομένων και αποφάσεων που θα λειτουργούν ως ένα ενιαίο επιχειρησιακό οικοσύστημα.
*Ο Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security(INIS), του Strategy International (SI) και του Research Institute for European and American Studies (RIEAS).