Το ιρανικό δίδαγμα και η ελληνική ναυτική στρατηγική
Από τον έλεγχο της θάλασσας στην ανθεκτικότητα των συστημάτων.
Γράφει ο Δημήτριος Τσαϊλάς*
Η σύγκρουση μεταξύ Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών ανέδειξε μια μεταβολή στη φύση της σύγχρονης στρατιωτικής ισχύος που υπερβαίνει κατά πολύ τον Περσικό Κόλπο. Το κρίσιμο δίδαγμα δεν αφορά πρωτίστως τα αεροπλανοφόρα, τα προηγμένα μαχητικά ή ακόμη και τους πυραύλους. Αφορά το σύστημα που επιτρέπει σε αυτά τα μέσα να παραμένουν επιχειρησιακά.
Το Ιράν δεν επιχείρησε να αμφισβητήσει την αμερικανική υπεροχή εκεί όπου αυτή είναι υπέρτερη, δηλαδή σε μια συμμετρική αναμέτρηση στόλου με στόλο ή αεροπορίας με αεροπορία. Αντίθετα, η πίεση στράφηκε σε μεγάλο βαθμό προς βάσεις, εγκαταστάσεις διοίκησης, αποθήκες, συστήματα επικοινωνιών, καύσιμα και άλλους κόμβους υποστήριξης. Οι ζημιές που υπέστησαν οι αμερικανικές εγκαταστάσεις στην περιοχή, μεταξύ αυτών και οι κρίσιμες υποδομές στο Μπαχρέιν, κατέδειξαν ότι ακόμη και μια δύναμη με τεράστια τεχνολογική υπεροχή μπορεί να αντιμετωπίσει σοβαρούς περιορισμούς όταν προσβάλλεται το δίκτυο που παράγει και συντηρεί τη μαχητική της ισχύ.
Η αρχή στηρίζεται στο ότι δεν είναι αναγκαίο να καταστρέψεις την ισχυρότερη πλατφόρμα του αντιπάλου, εάν μπορείς να υποβαθμίσεις τη δυνατότητά του να τη χρησιμοποιεί συνεχώς και αποτελεσματικά. Αυτό μεταφέρει το κέντρο βάρους της στρατηγικής από την πλατφόρμα στο αμυντικό σύστημα.
Από τον πόλεμο των πλατφορμών στον πόλεμο των δικτύων
Για δεκαετίες, η συζήτηση περί στρατιωτικής ισχύος επικεντρωνόταν εύλογα στις πλατφόρμες (φρεγάτες, στα μαχητικά αεροσκάφη, στα υποβρύχια, ή στον προηγμένο πύραυλο). Ωστόσο, καμία από αυτές τις πλατφόρμες δεν λειτουργεί αυτοτελώς. Η πραγματική της αξία εξαρτάται από ένα ευρύτερο οικοσύστημα αισθητήρων, πληροφοριών, διοίκησης και ελέγχου, καυσίμων, πυρομαχικών, συντήρησης, ανταλλακτικών, μεταφορών, λιμένων και αεροδρομίων.
Αυτό ακριβώς αναγνωρίζει ήδη η αμερικανική στρατιωτική σκέψη. Η έννοια των Distributed Maritime Operations (Κατανεμημένων Ναυτικών Επιχειρήσεων) του αμερικανικού ναυτικού βασίζεται στη διασπορά, στην ολοκλήρωση δικτύων και στη δυνατότητα συγκέντρωσης αποτελεσμάτων χωρίς αναγκαστικά να συγκεντρώνονται οι ίδιες οι δυνάμεις. Αντίστοιχα, η αμερικανική Πολεμική Αεροπορία, μετακινείται από την εξάρτηση από λίγες μεγάλες εγκαταστάσεις προς δίκτυα μικρότερων, κατανεμημένων σημείων επιχειρήσεων, ακριβώς επειδή τα σταθερά και προβλέψιμα σημεία μπορούν να αποτελέσουν στόχους όπλων μεγάλης ακρίβειας και εμβέλειας.
Η υποστήριξη διοικητικής μέριμνας παύει συνεπώς να είναι η αθέατη «ουρά» της μαχητικής ισχύος. Μετατρέπεται η ίδια σε πεδίο μάχης.
Το αμερικανικό Ναυτικό είχε ήδη προειδοποιήσει ότι η επιβίωση σε ένα αμφισβητούμενο θαλάσσιο περιβάλλον απαιτεί μετασχηματισμό ενός παραδοσιακά σταθερού, χερσαίου συστήματος logistics σε ένα περισσότερο κατανεμημένο, ευέλικτο και κινητικό μοντέλο. Η εμπειρία του Κόλπου προσφέρει πλέον ένα πραγματικό επιχειρησιακό εργαστήριο αυτής της θεωρίας.
Η νέα οικονομία της φθοράς
Το δεύτερο δίδαγμα αφορά την οικονομία της άμυνας.
Η σύγχρονη αντιπυραυλική και αντιαεροπορική άμυνα μπορεί να είναι εξαιρετικά αποτελεσματική σε τακτικό επίπεδο χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι απεριόριστα βιώσιμη σε μια παρατεταμένη σύγκρουση.
Η διαφορά είναι κρίσιμη. Ένας σχετικά χαμηλού κόστους μη επανδρωμένος φορέας ή ένας πύραυλος μπορεί να υποχρεώσει τον αμυνόμενο να χρησιμοποιήσει πολύ ακριβότερο αναχαιτιστή. Μεμονωμένα, η σχέση αυτή μπορεί να είναι απολύτως αποδεκτή, καθώς η αξία του προστατευόμενου στόχου είναι συνήθως πολύ μεγαλύτερη από την αξία του αναχαιτιστή. Όταν όμως οι επιθέσεις γίνονται μαζικές (επιθέσεις κορεσμού) και επαναλαμβανόμενες, το πρόβλημα μετατρέπεται από τεχνικό σε στρατηγικό.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι εάν ένα σύστημα Patriot ή THAAD μπορεί να αναχαιτίσει τον επόμενο πύραυλο. Είναι εάν υπάρχουν αρκετοί αναχαιτιστές, πληρώματα, ανταλλακτικά και δυνατότητα αναπλήρωσης ώστε να συνεχίσει να το κάνει επί εβδομάδες ή μήνες.
Στη σύγκρουση με το Ιράν, η πίεση στα αποθέματα προηγμένων αμερικανικών αναχαιτιστών έχει ήδη γίνει αντικείμενο δημόσιας συζήτησης, παράλληλα με το αυξανόμενο οικονομικό κόστος των επιχειρήσεων.
Η απάντηση επομένως δεν είναι απλώς «περισσότερη αεράμυνα». Είναι ένας συνδυασμός ενεργητικής άμυνας, προστασίας εγκαταστάσεων, διασποράς, απόκρυψης, παραπλάνησης, κινητών logistics, εφεδρικών επικοινωνιών, κατανεμημένων αποθεμάτων και ταχείας αποκατάστασης.
Με άλλα λόγια, η επιβίωση δεν επιτυγχάνεται μόνο με την αναχαίτιση του πλήγματος. Επιτυγχάνεται και με την ικανότητα του συστήματος να λειτουργεί αφού το πλήγμα περάσει.
Οι θαλάσσιοι Δίαυλοι ως στρατηγικός μοχλός
Η ίδια λογική εξηγεί τη σημασία των Στενών διαύλων.
Για παράδειγμα η αξία του Ορμούζ δεν προκύπτει μόνο από το ότι αποτελεί μία από τις σημαντικότερες ενεργειακές αρτηρίες του κόσμου. Απορρέει από τη δυνατότητα του Ιράν να επιβάλει κόστος σε ένα ολόκληρο στρατηγικό σύστημα χωρίς να χρειάζεται να αποκτήσει έλεγχο της θάλασσας.
Η διατάραξη της ναυσιπλοΐας και των αλυσίδων εφοδιασμού έχει ήδη προκαλέσει σημαντικές ανακατευθύνσεις φορτίων, αύξηση ασφαλίστρων, επιμήκυνση διαδρομών και μείωση εμπορικής κίνησης μέσω του στενού.
Εδώ συναντώνται, κατά κάποιον τρόπο, οι θεωρητικοί της θαλάσσιας ισχύος Mahan και Corbett.
Ο Mahan έδωσε έμφαση στη συγκέντρωση ισχύος και στον έλεγχο της θάλασσας. Ο Corbett υπενθύμισε ότι η πραγματική αξία του θαλάσσιου ελέγχου βρίσκεται στη δυνατότητα χρήσης των θαλάσσιων επικοινωνιών για πολιτικούς και στρατιωτικούς σκοπούς.
Στον 21ο αιώνα, θαλάσσια ισχύς σημαίνει επομένως όχι μόνο δυνατότητα καταστροφής του αντίπαλου στόλου, αλλά ικανότητα διατήρησης της λειτουργίας ολόκληρου του συστήματος που συνδέει πλοία, βάσεις, λιμένες, εμπορικές αρτηρίες, δίκτυα επικοινωνιών και εφοδιασμό.
Η προειδοποίηση για τον Ινδο-Ειρηνικό
Εάν το Ιράν μπορεί να επιβάλει τέτοια πίεση σε ένα αμερικανικό δίκτυο βάσεων, το ερώτημα αποκτά πολύ μεγαλύτερη σημασία στον Ινδο-Ειρηνικό.
Η Κίνα διαθέτει πολύ μεγαλύτερη βιομηχανική και πυραυλική βάση, τεράστια παραγωγική ικανότητα και προηγμένες δυνατότητες σε κυβερνοχώρο, διάστημα, ηλεκτρονικό πόλεμο και όπλα μεγάλης εμβέλειας.
Σε μια σύγκρουση στον Δυτικό Ειρηνικό, επομένως, το κρίσιμο πρόβλημα για τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα ήταν απλώς αν εγκαταστάσεις όπως εκείνες στην Ιαπωνία ή στο Γκουάμ θα μπορούσαν να επιβιώσουν από ένα πρώτο κύμα πυραυλικών επιθέσεων. Θα ήταν κατά πόσο το συνολικό δίκτυο θα μπορούσε να συνεχίσει να παράγει εξόδους αεροσκαφών, να ανεφοδιάζει πλοία, να μεταφέρει πυρομαχικά και να διατηρεί διοίκηση και έλεγχο έπειτα από διαδοχικά πλήγματα.
Η ίδια η αμερικανική Πολεμική Αεροπορία έχει αναγνωρίσει ότι οι επενδύσεις της Κίνας σε βαλλιστικούς πυραύλους, cruise και υπερηχητικά όπλα απειλούν τις προωθημένες βάσεις και ότι η απάντηση απαιτεί συνδυασμό active defense, deception και dispersion (ενεργητικής άμυνας, εξαπάτησης και διασποράς) μαζί με κινητά logistics και προτοποθετημένα αποθέματα.
Το πραγματικό δίδαγμα του Κόλπου, συνεπώς, δεν είναι ότι οι μεγάλες βάσεις έχουν καταστεί άχρηστες. Είναι ότι δεν μπορούν πλέον να αντιμετωπίζονται ως αυτάρκη φρούρια. Πρέπει να είναι κόμβοι ενός μεγαλύτερου δικτύου ικανού να απορροφά απώλειες, να αναδιατάσσεται και να συνεχίζει να λειτουργεί όταν μέρος του τίθεται εκτός μάχης. Αυτό είναι το ουσιαστικό περιεχόμενο της στρατηγικής ανθεκτικότητας.
Το ελληνικό πρόβλημα και η ελληνική ευκαιρία
Για την Ελλάδα, το δίδαγμα είναι ιδιαίτερα σημαντικό, διότι η γεωγραφία της δημιουργεί ταυτόχρονα ευπάθεια και στρατηγική δυνατότητα.
Το Αιγαίο είναι ένα εξαιρετικά πυκνό επιχειρησιακό περιβάλλον. Μικρές αποστάσεις, εκατοντάδες νησιά και νησίδες, λιμένες, αεροδρόμια, αισθητήρες και κρίσιμες υποδομές δημιουργούν ένα πεδίο στο οποίο η συγκέντρωση δυνάμεων μπορεί να προσφέρει αποτελεσματικότητα, αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί προβλέψιμους και υψηλής αξίας στόχους. Η παραδοσιακή απάντηση θα ήταν η ακόμη μεγαλύτερη προστασία αυτών των κόμβων. Η πληρέστερη απάντηση είναι διαφορετική και αφορά τη μείωση της εξάρτησης από οποιονδήποτε μεμονωμένο κόμβο.
Η νησιωτική γεωγραφία της Ελλάδας, εφόσον αξιοποιηθεί επιχειρησιακά, προσφέρεται ακριβώς για αυτό. Ένα σύστημα κατανεμημένων αισθητήρων, UAV και USV, κινητών παράκτιων συστημάτων, εναλλακτικών σημείων ανεφοδιασμού, αποθηκών, εφεδρικών δικτύων επικοινωνιών και μικρότερων κόμβων υποστήριξης θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα αμυντικό πλέγμα πολύ δυσκολότερο να εντοπιστεί, να στοχοποιηθεί και κυρίως να παραλύσει.
Το ζητούμενο δεν είναι να μετατραπεί κάθε νησί σε μία μόνιμη οχυρωμένη βάση. Αντιθέτως, η υπερβολική στατικότητα θα ακύρωνε μεγάλο μέρος του πλεονεκτήματος. Το ζητούμενο είναι η δημιουργία ενός δικτύου δυνατοτήτων, στο οποίο οι λειτουργίες μπορούν να μετακινούνται, να ανακατανέμονται και να αναπληρώνονται.
Αυτό είναι το νόημα του resilience by design (ανθεκτικότητα εκ σχεδιασμού), όχι η αποκατάσταση της ισχύος μετά την κρίση, αλλά η κατασκευή ενός συστήματος το οποίο εξαρχής υποθέτει ότι ορισμένοι κόμβοι θα χαθούν προσωρινά.
Από την άμυνα της βάσης στην άμυνα της λειτουργίας
Αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη για τον ελληνικό σχεδιασμό. Η στρατηγική αξία μιας ναυτικής βάσης δεν πρέπει να μετράται μόνο με το πόσα πλοία μπορεί να φιλοξενήσει σε καιρό ειρήνης. Πρέπει να μετράται και από το τι συμβαίνει όταν η βάση υποστεί πλήγμα.
Μπορούν τα πλοία να ανεφοδιαστούν αλλού; Υπάρχουν εναλλακτικές αποθήκες πυρομαχικών; Υπάρχει δυνατότητα διασποράς συντήρησης και επισκευών; Μπορούν τα συστήματα διοίκησης να μεταφερθούν; Υπάρχουν εφεδρικές επικοινωνίες; Μπορούν καύσιμα, προσωπικό και κρίσιμα υλικά να μετακινηθούν χωρίς την πλήρη λειτουργία των βασικών λιμένων; Αυτά δεν είναι πλέον δευτερεύοντα ζητήματα διοικητικής μέριμνας. Είναι ερωτήματα μαχητικής ισχύος.
Η πιο σημαντική αλλαγή νοοτροπίας δεν είναι να προστατεύεται απλώς η εγκατάσταση, αλλά η λειτουργία που η εγκατάσταση επιτελεί.
Εάν μία λειτουργία μπορεί να μεταφερθεί, να αναπαραχθεί ή να συνεχιστεί από διαφορετικό σημείο, τότε η απώλεια μιας εγκατάστασης δεν οδηγεί αυτομάτως σε επιχειρησιακή παράλυση.

Αποτροπή μέσω ανθεκτικότητας
Η λογική αυτή έχει και άμεση αποτρεπτική αξία έναντι της Τουρκίας. Η Τουρκία διαθέτει γεωγραφικό βάθος, αναπτυσσόμενη αμυντική βιομηχανία και σημαντικές δυνατότητες σε μη επανδρωμένα συστήματα και πυραυλικά μέσα. Η ελληνική απάντηση δεν μπορεί επομένως να περιορίζεται σε μια γραμμική λογική απόκτησης ολοένα ακριβότερων πλατφορμών.
Οι πλατφόρμες παραμένουν απαραίτητες. Αλλά η αποτελεσματικότητά τους εξαρτάται από την επιβίωση του οικοσυστήματος που τις στηρίζει. Η ελληνική αμυντική αρχιτεκτονική χρειάζεται συνεπώς τρεις ισότιμους πυλώνες:
- Μαχητική ισχύ, δηλαδή σύγχρονα πλοία, υποβρύχια, αεροσκάφη, πυραυλικά και μη επανδρωμένα συστήματα.
- Δικτύωση, δηλαδή αισθητήρες, πληροφορίες, ασφαλείς επικοινωνίες, διοίκηση και έλεγχο και πραγματική διακλαδικότητα.
- Και ανθεκτικότητα, δηλαδή διασπορά, εφεδρεία, κινητικότητα, προστασία κρίσιμων υποδομών, στρατηγικά αποθέματα και ικανότητα ταχείας ανασυγκρότησης.
Ο τρίτος πυλώνας ενισχύει τους δύο πρώτους επειδή αλλάζει τον υπολογισμό του αντιπάλου.
Η αποτροπή δεν στηρίζεται μόνο στην απειλή ότι ο επιτιθέμενος θα υποστεί υψηλό κόστος. Μπορεί επίσης να στηριχθεί στην πεποίθησή του ότι δεν θα μπορέσει να επιτύχει γρήγορη επιχειρησιακή παράλυση. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε μια περιοχή όπου η πολιτική και στρατιωτική αξία του χρόνου είναι τεράστια. Εάν ένα πρώτο κύμα πυραυλικών, αεροπορικών ή μη επανδρωμένων επιθέσεων δεν μπορεί να καταρρεύσει το ελληνικό σύστημα διοίκησης, ανεφοδιασμού και επιχειρήσεων, τότε η ίδια η προσδοκία ενός σύντομου και αποφασιστικού αποτελέσματος αποδυναμώνεται. Η ανθεκτικότητα γίνεται έτσι μορφή αποτροπής.
Από την αποτροπή της καταστροφής στην αποτροπή της παράλυσης
Το βαθύτερο δίδαγμα της σημερινής σύγκρουσης είναι ότι η στρατιωτική υπεροχή δεν μπορεί πλέον να αξιολογείται αποκλειστικά με όρους αριθμού και ποιότητας πλατφορμών. Πρέπει να αξιολογείται με βάση την ικανότητα ενός συστήματος να συνεχίζει να παράγει μαχητική ισχύ μέσα σε συνθήκες συνεχούς προσβολής. Αυτό αλλάζει και τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να σκεφτόμαστε τις βάσεις.
Για μεγάλο μέρος της μεταψυχροπολεμικής περιόδου, οι βάσεις σχεδιάζονταν πρωτίστως με όρους αποτελεσματικότητας συγκέντρωση υποδομών, οικονομίες κλίμακας, αποτελεσματικότερη συντήρηση και ταχύτερη υποστήριξη. Στην εποχή των όπλων ακριβείας μεγάλης εμβέλειας, όμως, η ίδια συγκέντρωση μπορεί να παράγει στρατηγική ευπάθεια. Η αποτελεσματικότητα σε καιρό ειρήνης και η επιβιωσιμότητα σε καιρό πολέμου δεν είναι πάντοτε το ίδιο πράγμα. Επομένως, το ζητούμενο δεν είναι η εγκατάλειψη των μεγάλων βάσεων, αλλά η αποσύνδεση της επιχειρησιακής συνέχειας από την επιβίωσή τους.
Για μια ναυτική χώρα όπως η Ελλάδα, αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Η χώρα δεν διαθέτει το στρατηγικό βάθος μιας μεγάλης ηπειρωτικής δύναμης. Διαθέτει όμως μια γεωγραφία που, εφόσον συνδυαστεί με κινητικότητα, δικτύωση και διασπορά, μπορεί να μετατρέψει αυτό που σήμερα φαίνεται ως ευπάθεια σε πλεονέκτημα. Το Αιγαίο δεν πρέπει επομένως να αντιμετωπίζεται απλώς ως χώρος που πρέπει να προστατευθεί. Πρέπει να σχεδιαστεί ως κατανεμημένο επιχειρησιακό σύστημα που μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί ακόμη και όταν τμήματά του έχει προσβληθεί. Αυτό ίσως είναι το ουσιαστικότερο δόγμα που προκύπτει από την εποχή των πυραύλων και των drones.
Η συγκεντρωμένη ισχύς δεν εξαφανίζεται. Η συγκεντρωμένη ευπάθεια, όμως, πρέπει να μειωθεί.
Στον 21ο αιώνα, το ερώτημα δεν είναι απλώς ποιος διαθέτει τον ισχυρότερο στόλο. Είναι ποιος μπορεί να τον κρατήσει στη θάλασσα, να τον ανεφοδιάσει, να τον δικτυώσει και να τον επαναφέρει στη μάχη όταν οι βάσεις, τα λιμάνια και οι επικοινωνίες του δέχονται επίθεση.
Για την Ελλάδα, αυτό δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια του αμυντικού σχεδιασμού. Είναι κεντρικό ζήτημα εθνικής στρατηγικής.
Η ανθεκτικότητα δεν υποστηρίζει απλώς τη θαλάσσια ισχύ. Αποτελεί μέρος της ίδιας της θαλάσσιας ισχύος.
*Ο Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security(INIS), του Strategy International (SI) και του Research Institute for European and American Studies (RIEAS).