Ιράκ, η επόμενη μέρα: Οι Αμερικανοί έφυγαν, οι πολιτοφυλακές έμειναν
Η 30ή Σεπτεμβρίου έκλεισε έναν κύκλο για την αμερικανική στρατιωτική παρουσία στο Ιράκ, όχι όμως και για τις φιλοϊρανικές ένοπλες οργανώσεις. Δύο προθεσμίες συνέπεσαν την ίδια ημέρα, αλλά μόνο η μία τηρήθηκε και αυτή η ασυμμετρία αποκαλύπτει το πραγματικό πρόβλημα της επόμενης ημέρας στη Βαγδάτη.
Γράφει η Γιώτα Χουλιάρα
Οι εικόνες των τελευταίων αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων να εγκαταλείπουν το Ερμπίλ θα μπορούσαν εύκολα να διαβαστούν ως το τέλος μιας εποχής, καθώς στις 30 Σεπτεμβρίου 2026 οι Ηνωμένες Πολιτείες ανακοίνωσαν ότι ολοκλήρωσαν την αποχώρηση των στρατευμάτων και του εξοπλισμού τους από την τελευταία βάση στην οποία διατηρούσαν παρουσία στο βόρειο Ιράκ, κλείνοντας τον κύκλο της στρατιωτικής αποστολής που είχε ξεκινήσει το 2014 για την αντιμετώπιση του Ισλαμικού Κράτους.
Στην πραγματικότητα, όμως, η σημερινή ημερομηνία δεν σηματοδοτεί απλώς το τέλος ενός αμερικανικού στρατιωτικού κεφαλαίου. Αποκαλύπτει ίσως με τον καθαρότερο τρόπο το βαθύτερο πρόβλημα που καλείται να αντιμετωπίσει το ιρακινό κράτος την επόμενη ημέρα, καθώς την ίδια στιγμή που η Ουάσιγκτον τήρησε την προθεσμία της αποχώρησης, η άλλη μεγάλη προθεσμία της 30ής Σεπτεμβρίου, εκείνη που είχε συνδεθεί με την υπαγωγή των όπλων των παραστρατιωτικών οργανώσεων στον κρατικό έλεγχο, εξέπνευσε χωρίς αντίστοιχο αποτέλεσμα.
Η μία πλευρά της εξίσωσης αποχώρησε. Η άλλη παραμένει οπλισμένη. Ανάμεσα στις δύο πλευρές βρίσκεται ένα ιρακινό κράτος που επιχειρεί, περισσότερα από είκοσι χρόνια μετά την ανατροπή του Σαντάμ Χουσεΐν, να απαντήσει σε ένα ερώτημα το οποίο δεν είναι απλώς στρατιωτικό αλλά βαθύτατα πολιτικό: ποιος έχει τελικά το μονοπώλιο της ένοπλης ισχύος στο Ιράκ;
Δύο προθεσμίες, δύο διαφορετικά αποτελέσματα
Η σύμπτωση των ημερομηνιών δεν ήταν τυχαία. Η κυβέρνηση της Βαγδάτης είχε συνδέσει πολιτικά την ολοκλήρωση της αποχώρησης της διεθνούς συμμαχίας με την προσπάθεια να τεθούν υπό κρατικό έλεγχο τα όπλα των ένοπλων οργανώσεων, ακριβώς επειδή η παρουσία των αμερικανικών δυνάμεων χρησιμοποιούνταν επί χρόνια από τις οργανώσεις της λεγόμενης «αντίστασης» ως βασικό επιχείρημα για τη διατήρηση ανεξάρτητων στρατιωτικών δυνατοτήτων.
Η λογική ήταν σχετικά απλή: εάν δεν υπάρχουν πλέον ξένες στρατιωτικές δυνάμεις στο Ιράκ, περιορίζεται και το επιχείρημα ότι απαιτείται η ύπαρξη μιας παράλληλης ένοπλης «αντίστασης» έξω από την κανονική αλυσίδα διοίκησης των ιρακινών ενόπλων δυνάμεων. Η πραγματικότητα αποδείχθηκε πολύ πιο δύσκολη.
Ενώ ορισμένες μικρότερες ή περισσότερο συνεργάσιμες οργανώσεις έχουν δηλώσει ότι αποδέχονται την υπαγωγή των όπλων τους στην κρατική εξουσία, οι ισχυρότερες οργανώσεις που διατηρούν στενούς δεσμούς με την Τεχεράνη, μεταξύ των οποίων η Kata’ib Hezbollah, η Harakat al-Nujaba και η Kata’ib Sayyid al-Shuhada, είτε απέρριψαν την προοπτική του αφοπλισμού είτε έθεσαν όρους τους οποίους η Βαγδάτη δύσκολα μπορεί να ικανοποιήσει άμεσα. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται απαιτήσεις που αφορούν τις κουρδικές δυνάμεις Peshmerga, τις ιρανικές κουρδικές αντιπολιτευόμενες οργανώσεις και την παρουσία άλλων ξένων δυνάμεων στο ιρακινό έδαφος.
Η ίδια η έννοια του «αφοπλισμού», άλλωστε, αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Για τη Βαγδάτη το ζητούμενο είναι να μεταφερθούν κρίσιμα οπλικά συστήματα, μεταξύ των οποίων πύραυλοι και μέσα μεγαλύτερης εμβέλειας, στην κεντρική διοίκηση των Popular Mobilization Forces και οι επιμέρους οργανώσεις να πάψουν να λειτουργούν ως αυτόνομες στρατιωτικές δομές. Για τις σκληρότερες πολιτοφυλακές, αντίθετα, η συζήτηση αφορά περισσότερο τη «ρύθμιση» των όπλων παρά την παράδοσή τους.
Έτσι, όσο πλησίαζε η 30ή Σεπτεμβρίου, η ιρακινή κυβέρνηση άρχισε να μεταβάλλει τη γλώσσα που χρησιμοποιούσε. Ο σύμβουλος εθνικής ασφάλειας Qasim al-Araji υποστήριξε τον Αύγουστο ότι η συγκεκριμένη ημερομηνία αφορούσε πρωτίστως την αποχώρηση της διεθνούς συμμαχίας και ότι στη συνέχεια θα ξεκινούσε η διαδικασία συνεννόησης για τον περιορισμό των όπλων.
Λίγες ημέρες πριν από την εκπνοή της αρχικής προθεσμίας, ο πρωθυπουργός Ali al-Zaidi παρουσίασε τελικά ένα σταδιακό σχέδιο που μεταφέρει τον στόχο ολοκλήρωσης της διαδικασίας στις 30 Ιουνίου 2027, αναγνωρίζοντας στην πράξη ότι η πολιτική και στρατιωτική πραγματικότητα δεν επέτρεπε τον αφοπλισμό των ισχυρότερων οργανώσεων μέσα στο αρχικό χρονοδιάγραμμα.

Οι Αμερικανοί φεύγουν, αλλά δεν εγκαταλείπουν την περιοχή
Θα ήταν, ωστόσο, λανθασμένο να ερμηνευθεί η αποχώρηση από το Ιράκ ως συνολική αμερικανική αποχώρηση από τη Μέση Ανατολή. Αυτό που αλλάζει περισσότερο είναι η γεωγραφία της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας.
Οι εκατοντάδες Αμερικανοί στρατιωτικοί που παρέμεναν στο βόρειο Ιράκ προβλεπόταν να αναπτυχθούν κυρίως στην Ιορδανία και σε άλλες χώρες της περιοχής, ενώ η Combined Joint Task Force–Operation Inherent Resolve έχει ήδη μεταφέρει το αρχηγείο της στην Ιορδανία.
Αυτό αποτελεί μια σημαντική αλλαγή επιχειρησιακής φιλοσοφίας. Αντί μιας εκτεταμένης και πολιτικά ευάλωτης παρουσίας μέσα στο Ιράκ, οι Ηνωμένες Πολιτείες μετακινούν σημαντικό μέρος της περιφερειακής τους υποδομής σε ασφαλέστερους κόμβους, από τους οποίους μπορούν να διατηρούν δυνατότητα επιτήρησης, ταχείας ανάπτυξης και στρατιωτικής αντίδρασης χωρίς να βρίσκονται καθημερινά εκτεθειμένες στις πολιτικές ισορροπίες της Βαγδάτης και στις επιθέσεις των φιλοϊρανικών οργανώσεων.
Η Ιορδανία αναδεικνύεται έτσι σε έναν από τους σημαντικότερους κόμβους αυτής της νέας αρχιτεκτονικής.
Οι Patriot έφυγαν πριν από τους στρατιώτες
Η αλλαγή είχε αρχίσει να γίνεται ορατή πολύ πριν από τη σημερινή αποχώρηση. Ήδη από τα τέλη Ιουλίου είχαν απομακρυνθεί από το Ερμπίλ τα αμερικανικά συστήματα Patriot, τα οποία αποτελούσαν κρίσιμο μέρος της προστασίας απέναντι σε βαλλιστικούς πυραύλους και άλλες εναέριες απειλές. Το Al-Monitor είχε αποκαλύψει τότε ότι όλα τα συστήματα Patriot είχαν αναπτυχθεί σε άλλο σημείο, χωρίς να δημοσιοποιηθεί αρχικά ο προορισμός τους.
Μεταγενέστερες πληροφορίες που δημοσίευσε το Rudaw ανέφεραν ότι τα συστήματα μεταφέρθηκαν στην Ιορδανία, στο πλαίσιο μιας ταχείας επιχείρησης που ολοκληρώθηκε σε περίπου 72 ώρες. Η CENTCOM, παράλληλα, έχει δηλώσει ότι η αμερικανική δέσμευση απέναντι στην ασφάλεια του Ιράκ και της Περιφέρειας του Κουρδιστάν συνεχίζεται και ότι αμερικανικές δυνάμεις που βρίσκονται αλλού στην περιοχή θα μπορούν να αντιδρούν σε αναδυόμενες απειλές.
Αυτό είναι σημαντικό, διότι αποκαλύπτει τη διαφορά ανάμεσα στην αποχώρηση και την αναδιάταξη. Η αμερικανική σημαία μπορεί να κατέβηκε από την τελευταία στρατιωτική εγκατάσταση του Ερμπίλ, αλλά οι δυνατότητες που βρίσκονταν εκεί δεν εξαφανίζονται αναγκαστικά από τη Μέση Ανατολή. Μεταφέρονται σε διαφορετική γεωγραφία.
Το Κουρδιστάν μένει περισσότερο εκτεθειμένο
Υπάρχει, όμως, ένας παίκτης που αντιμετωπίζει τη νέα πραγματικότητα με σαφώς μεγαλύτερη ανησυχία: το ιρακινό Κουρδιστάν. Η απομάκρυνση των Patriot και άλλων αμερικανικών δυνατοτήτων αεράμυνας δημιουργεί ένα κενό σε μια περιοχή που έχει βρεθεί επανειλημμένα στο στόχαστρο drones και πυραύλων. Οι κουρδικές αρχές έχουν εκφράσει δημόσια ανησυχία ότι η αποχώρηση πραγματοποιείται χωρίς να έχει προηγηθεί η εγκατάσταση αντίστοιχης αμυντικής ομπρέλας.
Η Βαγδάτη υποστηρίζει ότι βρίσκεται κοντά στην προμήθεια νέων συστημάτων αεράμυνας από τη Νότια Κορέα, την Τουρκία και τις Ηνωμένες Πολιτείες και ότι τα συστήματα αυτά θα χρησιμοποιηθούν για την προστασία ολόκληρου του ιρακινού εναέριου χώρου, συμπεριλαμβανομένης της Περιφέρειας του Κουρδιστάν. Μέχρι να καταστεί όμως αυτή η δυνατότητα επιχειρησιακή, το ζήτημα της προστασίας του Ερμπίλ παραμένει ουσιαστικό.
Ακόμη και η πληροφορία ότι ενδέχεται να παραμείνουν μικρότερα συστήματα C-RAM ή Coyote για την προστασία αμερικανικών εγκαταστάσεων, όπως το προξενικό συγκρότημα, δεν έχει επιβεβαιωθεί επίσημα και βασίζεται μέχρι στιγμής σε εκτιμήσεις αναλυτών.
Επομένως, δεν είναι μόνο η φυσική αποχώρηση των Αμερικανών που ενδιαφέρει, αλλά και η απομάκρυνση της αμυντικής ομπρέλας που είχε δημιουργηθεί γύρω από την παρουσία τους.
Το παράδοξο των Popular Mobilization Forces
Το δυσκολότερο κομμάτι της ιρακινής εξίσωσης είναι οι Popular Mobilization Forces που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν απλώς ως μια εξωτερική παραστρατιωτική δύναμη που λειτουργεί απέναντι στο κράτος, καθώς έχουν ενσωματωθεί θεσμικά στις ιρακινές δυνάμεις ασφαλείας. Την ίδια στιγμή, όμως, αρκετές από τις οργανώσεις που συγκροτούν ή συνδέονται με αυτό το πλέγμα διατηρούν δικές τους διοικήσεις, πολιτικές δομές, οικονομικά συμφέροντα και, κυρίως, τη δυνατότητα να λαμβάνουν στρατιωτικές αποφάσεις που δεν ταυτίζονται πάντοτε με τις αποφάσεις της κεντρικής κυβέρνησης.
Αυτό δημιουργεί ένα υβριδικό σύστημα στο οποίο η γραμμή ανάμεσα στο κράτος και την παρακρατική ισχύ γίνεται εξαιρετικά δυσδιάκριτη.
Σ΄αυτό το σημείο δώ βρίσκεται η ουσία της 30ής Σεπτεμβρίου. Η αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων αφαιρεί ένα από τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούσαν επί χρόνια οι οργανώσεις της «αντίστασης», δεν αφαιρεί όμως αυτομάτως ούτε τα όπλα τους ούτε την πολιτική και οικονομική ισχύ που έχουν αποκτήσει στο εσωτερικό του Ιράκ.
Τι σημαίνει για το Ιράν
Για την Τεχεράνη η κατάσταση είναι εξίσου σύνθετη. Οι φιλοϊρανικές οργανώσεις στο Ιράκ αποτελούν εδώ και χρόνια σημαντικό στοιχείο της περιφερειακής επιρροής του Ιράν, όχι μόνο επειδή μπορούν να ασκήσουν στρατιωτική πίεση, αλλά επειδή έχουν αποκτήσει πολιτικό και θεσμικό βάθος μέσα στο ίδιο το ιρακινό σύστημα.
Η πλήρης και άμεση διάλυσή τους θα περιόριζε σημαντικά έναν από τους βασικούς μοχλούς επιρροής της Τεχεράνης στη δυτική της περιφέρεια. Από την άλλη πλευρά, η διατήρησή τους ως ανεξάρτητων ένοπλων σχηματισμών δημιουργεί συνεχώς τον κίνδυνο να μετατραπεί το Ιράκ σε πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ του Ιράν και των αντιπάλων του.
Η σημερινή πραγματικότητα δείχνει ότι η Βαγδάτη προσπαθεί να κινηθεί ανάμεσα σε αυτές τις δύο κατευθύνσεις, αποφεύγοντας τόσο μια μετωπική σύγκρουση με τις ισχυρές πολιτοφυλακές όσο και την αποδοχή μιας μόνιμης κατάστασης κατά την οποία ένοπλοι σχηματισμοί θα μπορούν να διαμορφώνουν ανεξάρτητη εξωτερική και αμυντική πολιτική.
Αυτή ακριβώς η ισορροπία εξηγεί γιατί η 30ή Σεπτεμβρίου μετατράπηκε τελικά από ημερομηνία αφοπλισμού σε αφετηρία μιας πολύ μεγαλύτερης διαπραγμάτευσης.
Το πραγματικό τεστ της ιρακινής κυριαρχίας αρχίζει τώρα
Η Βαγδάτη παρουσιάζει δικαιολογημένα την αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων ως σημαντικό ορόσημο για την εθνική κυριαρχία. Υπάρχει όμως μια θεμελιώδης αντίφαση την οποία η επόμενη ημέρα θα καταστήσει ακόμη πιο εμφανή.
Η κυριαρχία ενός κράτους δεν κρίνεται μόνο από το εάν ξένες στρατιωτικές δυνάμεις βρίσκονται στο έδαφός του.
Κρίνεται επίσης από το εάν το ίδιο το κράτος μπορεί να αποφασίζει ποιος φέρει όπλα, ποιος ελέγχει πυραύλους και drones, ποιος μπορεί να διεξάγει στρατιωτικές επιχειρήσεις και, τελικά, ποιος αποφασίζει για τον πόλεμο και την ειρήνη.
Από αυτή την άποψη, η 30ή Σεπτεμβρίου δεν αποτελεί το τέλος του προβλήματος της ιρακινής κυριαρχίας. Μπορεί να αποτελεί την αρχή της δυσκολότερης φάσης του.
Διότι από την 1η Οκτωβρίου η Βαγδάτη δεν θα μπορεί πλέον να επικαλείται την παρουσία της διεθνούς συμμαχίας ως τον παράγοντα που εμποδίζει την πλήρη αποκατάσταση της κρατικής κυριαρχίας. Θα πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να μετατρέψει την αποχώρηση των ξένων δυνάμεων σε πραγματική εσωτερική κυριαρχία.
Και αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει κάποια στιγμή να απαντήσει στο ερώτημα που η 30ή Σεπτεμβρίου άφησε ανοιχτό.
Ποιος κρατά τα όπλα στο Ιράκ και, κυρίως, ποιος αποφασίζει πότε αυτά χρησιμοποιούνται;
Η επόμενη μέρα
Υπάρχει, επομένως, κάτι σχεδόν συμβολικό στις εικόνες των τελευταίων αμερικανικών οχημάτων που εγκαταλείπουν το Ερμπίλ. Η πρώτη ανάγνωση λέει ότι οι Αμερικανοί φεύγουν.
Η δεύτερη, περισσότερο γεωπολιτική ανάγνωση, δείχνει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες μετακινούν το επιχειρησιακό τους βάρος δυτικότερα, με την Ιορδανία να αποκτά μεγαλύτερη σημασία και την ευρύτερη περιφερειακή στρατιωτική υποδομή να αντικαθιστά σταδιακά τη μόνιμη παρουσία μέσα στο Ιράκ.
Υπάρχει όμως και μια τρίτη ανάγνωση, η οποία αφορά αποκλειστικά το ίδιο το Ιράκ. Στις 30 Σεπτεμβρίου 2026 δύο χρονόμετρα μηδένισαν ταυτόχρονα. Στο πρώτο, η προθεσμία τηρήθηκε και οι τελευταίες αμερικανικές δυνάμεις εγκατέλειψαν τη χώρα. Στο δεύτερο, τα όπλα των ισχυρότερων φιλοϊρανικών οργανώσεων δεν παραδόθηκαν, η προθεσμία μετακινήθηκε και η δύσκολη συζήτηση μεταφέρθηκε για την επόμενη ημέρα.
Και ίσως αυτή η διαφορά να μας λέει περισσότερα για το σημερινό Ιράκ από οποιαδήποτε τελετή αποχώρησης. Οι Αμερικανοί έφυγαν. Οι πολιτοφυλακές έμειναν. Τώρα αρχίζει το πραγματικό τεστ της ιρακινής κυριαρχίας.