Σα. Δεκ 14th, 2019

Geopolitics & Daily News

Global news on Economy, Security, Politics and more

Πόσο επιζήμιο οικονομικά θα είναι το Brexit

Του John Springford
Centre for European Reform 

Οι οικονομικές προβλέψεις είναι δύσκολο να γίνουν κατανοητές, δεν τηρούν καμιά σειρά (καθώς μπορούν να επιλεγούν οι καλύτεροι ή οι χειρότεροι αριθμοί που μπορεί να βρεθούν), και είναι αβέβαιοι από τη φύση τους. Υπάρχει ένα ευρύ φάσμα εκτιμήσεων για το μακροπρόθεσμο πλήγμα από μια συμφωνία ελεύθερου εμπορίου Ηνωμένου Βασιλείου-ΕΕ, σαν αυτή που θέλει ο Boris Johnson. Το Εθνικό Ινστιτούτο Οικονομικών και Κοινωνικών Ερευνών κάνει λόγο για 3,5%, το υπουργείο Οικονομικών για 5% και το UK in a Changing Europe για 2,3%-7%. Επομένως, ποια θα είναι η οικονομική επίδραση του Brexit πιθανότατα, σε μια δεκαετία από τώρα;

Η απάντηση εξαρτάται από ένα κρίσιμο κομμάτι ανάλυσης: εάν ενδεχόμενα μεγαλύτερα εμπόδια καταλήξουν σε ένα εφάπαξ πλήγμα στην οικονομία πριν η ανάπτυξη επιστρέψει στο κανονικό ή εάν υπάρχουν δευτερεύουσες, “δυναμικές” επιδράσεις: που σημαίνει, εάν τα εμπόδια θα μειώσουν τον ανταγωνισμό, την καινοτομία και την ανάπτυξη της παραγωγικότητας.

Οι οικονομολόγοι χωρίζονται σε δύο στρατόπεδα. Εκείνους που θεωρούν ότι το πλήγμα στην ανάπτυξη θα είναι στατικό λένε πως τα υψηλότερα εμπορικά εμπόδια με την ΕΕ θα καταστήσουν την βρετανική οικονομία λιγότερο αποτελεσματική. Τα αγαθά και οι υπηρεσίες που θα μπορούσαν να έχουν εισαχθεί από την ΕΕ θα γίνουν πιο σπάνια ή πιο ακριβά, ιδιαίτερα εάν το Ηνωμένο Βασίλειο αποκλίνει από τους κανονισμούς της ΕΕ. Και οι εξαγωγές του Ηνωμένου Βασιλείου θα κοστίσουν περισσότερο στην ΕΕ. Συνεπώς, η ζήτηση για προϊόντα που είναι εμπορεύσιμα θα μειωθεί και η ζήτηση για εγχώρια προϊόντα θα αυξηθεί, παρά το ότι οι εγχώριοι παραγωγοί θα τα καταστήσουν λιγότερο αποδοτικά. Αλλά μόλις η βρετανική οικονομία έχει προσαρμοστεί στα υψηλότερα εμπόδια, θα αναπτυχθεί κοντά στους προηγούμενους ρυθμούς: ο ρυθμός ανάπτυξης σε μεγάλο βαθμό εξαρτάται από την καινοτομία, τις επενδύσεις των εταιρειών να δημιουργήσουν κέρδη από νέες τεχνικές παραγωγής, και βελτιώσεις στην εκπαίδευση και στην κατάρτιση -το οποίο κατά αυτή την άποψη, έχει λίγα να κάνει με τις υψηλότερες εμπορικές τριβές.

Οι πιστοί στις δυναμικές επιπτώσεις του Brexit συμφωνούν, αλλά υποστηρίζουν ότι πιο συχνά οι οικονομίες τους υπόκεινται επίσης σε μεγαλύτερη ανταγωνιστική πειθαρχία. Μετά το Brexit, ο χαμηλότερος ανταγωνισμός από εταιρείες της ΕΕ θα μειώσει τα κίνητρα για τις βρετανικές επιχειρήσεις να επενδύουν σε εξοπλισμό και κατάρτιση που να αυξάνει την παραγωγικότητα του εργατικού τους δυναμικού. Επίσης, στην ενιαία αγορά ο περισσότερος ανταγωνισμός ενθαρρύνει τις επιχειρήσεις να ειδικευτούν σε συγκεκριμένα προϊόντα, συχνά σε εφοδιαστικές αλυσίδες. Τα μεγαλύτερα εμπόδια θα κάνουν το αντίθετο.

Αυτός ο διάλογος δεν έχει διευθετηθεί. Όπως επισημαίνει η βρετανική εποπτική αρχή για τα δημοσιονομικά, το γραφείο για τον προϋπολογισμό, τα περισσότερα από τα στοιχεία για δυναμικά κέρδη προέρχονται από την μελέτη αναπτυσσόμενων χωρών που είναι ανοιχτά στο εμπόριο, όπου είναι δύσκολο να ξεπεραστούν οι επιδράσεις του ανοίγματος από εκείνες των κυβερνητικών πολιτικών, όπως δαπάνες για εκπαίδευση, τον βαθμό διαφθοράς ή την αποτελεσματικότητα του νομικού συστήματος, που θα επηρεάσει επίσης τα κίνητρα για καινοτομία και επενδύσεις. Και πάλι, υπάρχουν αρκετοί λόγοι να ανησυχεί ότι το Ηνωμένο Βασίλειο είναι ευάλωτο σε δυναμικές ζημιές από υψηλότερους εμπορικούς φραγμούς, κατά κάποιον τρόπο περισσότερο από άλλες αναπτυγμένες οικονομίες.

Πρώτον, το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν εξαιρετικά ανοιχτά στις άμεσες ξένες επενδύσεις από τη δεκαετία του 1980. Η βιομηχανία αυτοκινήτου σε μεγάλο βαθμό ανήκει σε ξένα χέρια, ιδιαίτερα σε ιαπωνικές και αμερικανικές εταιρείες που αναζητούν ένα πάτημα στην ενιαία αγορά της ΕΕ. Αμερικανικές, ιαπωνικές και ευρωπαϊκές τράπεζες, καθώς και λογιστικές επιχειρήσεις, έχουν κάνει μεγάλες επενδύσεις στο City of London. Και το Ηνωμένο Βασίλειο είναι μια θέση που προτιμούν οι πολυεθνικές επιχειρήσεις για να διεξάγουν έρευνα και ανάπτυξη στον κλάδο των φαρμάκων, της βιοτεχνολογίας και του λογισμικού. Οι ξένες επιχειρήσεις είναι αυτές που δίνουν πάνω από το ένα τέταρτο της παραγωγής του Ηνωμένου Βασιλείου.

Κατά μέσο όρο, οι ξένες επιχειρήσεις είναι μεγαλύτερες, απασχολούν περισσότερους εργαζόμενους, και είναι πιο παραγωγικές από τις βρετανικές, εν μέρει διότι έχουν καλύτερη διαχείριση. Καθώς το κόστος της συναλλαγής με την ΕΕ θα είναι σημαντικά υψηλότερο με μια συμφωνία ελεύθερου εμπορίου (FTA) από ό,τι είναι με μια ενιαία αγορά και την τελωνειακή ένωση, ορισμένες από αυτές τις επιχειρήσεις θα σταματήσουν τις βρετανικές δραστηριότητες, και θα πάνε τις εγκαταστάσεις παραγωγής, τις επενδύσεις στην έρευνα και στην ανάπτυξη και το διοικητικό know-how τους αλλού. Και η Βρετανία θα είναι ένας λιγότερο ελκυστικός προορισμός για μελλοντικές άμεσες ξένες επενδύσεις, πλήττοντας τη μελλοντική ανάπτυξη της παραγωγής. Η απόφαση της Tesla να χτίσει ένα εργοστάσιο κοντά στο Βερολίνο παρά στη Βρετανία είναι ενδεικτική. Δεν υπάρχουν στοιχεία να υποστηρίξουν τον ισχυρισμό του Johnson ότι θα υπάρξει ένα κύμα επενδύσεων προς το Ηνωμένο Βασίλειο μετά το Brexit.

Δεύτερον, τις τελευταίες δύο δεκαετίες οι μετανάστες έχουν βελτιώσει τις ικανότητες του βρετανικού εργατικού δυναμικού, παρά την εμμονή των υποστηρικτών του Brexit με τους χαμηλής εξειδίκευσης μετανάστες. Περισσότερο από το 40% των πολιτών της ΕΕ που ζουν στη Βρετανία, έχουν ανώτεροι εκπαίδευση σε σχέση με το ένα τέταρτο των πολιτών του Ηνωμένου Βασιλείου. Και το Ηνωμένο Βασίλειο προσελκύει πιο μορφωμένους μετανάστες από ό,τι η Γαλλία, η Γερμανία ή η Ελβετία. Μετά το δημοψήφισμα, η μεγάλη πτώση της μετανάστευσης από την ΕΕ σημαίνει ότι υπάρχουν λιγότεροι εξειδικευμένοι μετανάστες στη βρετανική αγορά εργασίας από ό,τι εάν είχε επικρατήσει η παραμονή στην ΕΕ. Επιπλέον, οι πολυεθνικές εταιρείες μεταφέρουν εργαζόμενους μεταξύ των γραφείων τους και των εργοστασίων τους σε διάφορες χώρες: τα υψηλότερα εμπόδια στη βραχυπρόθεσμη εργασιακή μετανάστευση είναι αναπόφευκτα εάν το Ηνωμένο Βασίλειο αποχωρήσει από την ενιαία αγορά, κάτι που θα καταστήσει πιο δύσκολη την προσέλκυση προσωπικού ή την μεταφορά εργαζόμενων σε άλλες ευρωπαϊκές τοποθεσίες, αποθαρρύνοντας κάποιες πολυεθνικές επιχειρήσεις να επενδύσουν στη Βρετανία.

Τρίτον, οι περισσότερες μελέτες για την είσοδο της Βρετανίας στην τότε ΕΟΚ, βρήκαν σημαντικά κέρδη, τα οποία είναι αδιανόητα μεγάλα για την στατική άποψη. Χρησιμοποιώντας την ίδια τεχνική “συνθετικού ελέγχου” με αυτή που χρησιμοποίηση για να εκτιμήσω το κόστος του Brexit μέχρι σήμερα, οι οικονομολόγοι Nauro Campos και Fabrizio Coricelli διαπίστωσαν ότι το “Brentry” αύξησε το κατά κεφαλήν ΑΕΠ κατά περίπου 9%. (Η τεχνική χρησιμοποιεί έναν αλγόριθμο για να βρει τις πιο όμοιες με τη βρετανική οικονομίες, βασισμένη σε προηγούμενες οικονομικές επιδόσεις, τις συνδυάζει με ένα Ηνωμένο Βασίλειο που δεν θα είχε ενταχθεί στην ΕΕ και το συγκρίνει με τα πραγματικά στοιχεία του Ηνωμένου Βασιλείου αφότου η χώρα έγινε μέλος της ΕΕ). Το πιο σημαντικό, διαπιστώνουν ότι η είσοδος οδήγησε σε μεγαλύτερα κέρδη του ΑΕΠ ανά εργαζόμενο, υποδηλώνοντας ότι ο μεγαλύτερος ανταγωνισμός από τις χώρες της ΕΕ και οι υψηλότερες εσωτερικές επενδύσεις είχαν μια μεγάλη και θετική επίδραση στην παραγωγικότητα στη Βρετανία με τον καιρό.

Ο τελευταίος λόγος για να φοβάται κανείς δυναμικές ζημιές, είναι ότι ακόμη και πριν το brexit συμβεί, τα κόστη του είναι ήδη τόσο μεγάλα όσο οι χαμηλότερες εκτιμήσεις για τις μακροπρόθεσμες ζημιές. Η οικονομία είναι περίπου 3% μικρότερη από ό,τι θα ήταν, σύμφωνα με την εκτίμηση μου, και 2,5% μικρότερη σε σχέση με τις εκτιμήσεις πριν από το δημοψήφισμα, με μεγάλη έλλειψη επενδύσεων στον ιδιωτικό τομέα. Οι διαπραγματεύσεις για το ελεύθερο εμπόριο με την ΕΕ, είναι πιθανό να τραβήξουν για πολλά χρόνια, και με την παρατεινόμενη απειλή της μη συμφωνίας, η ανάπτυξη και οι επενδύσεις είναι απίθανο να ανακάμψουν, με ανησυχητικές επιπτώσεις για την παραγωγικότητα των βρετανικών επιχειρήσεων. Στο μεταξύ, οι FTAs με μακρινές χώρες θα χρειαστούν καιρό για να έλθουν σε διαπραγμάτευση, και δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τους υψηλότερους εμπορικούς φραγμούς με την ΕΕ, τον μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο της Βρετανίας.

Εάν ο Johnson κερδίσει τις εκλογές, σχεδιάζει μια συμφωνία ελεύθερου εμπορίου με την ΕΕ που θα καταλήξει σε “ξεχωριστές αγορές και διακριτές νομικές εντολές”, σύμφωνα με την πολιτική διακήρυξη για τη μελλοντική σχέση. Δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι, αλλά υπάρχουν καλοί λόγοι να φοβόμαστε ότι η Βρετανία θα είναι μια σημαντικά πιο φτωχή χώρα. Οι άτακτες πολιτικές τείνουν να συνοδεύονται από χαμηλή ανάπτυξη, όπως δείχνει η τελευταία δεκαετία.

 

πηγή:Capital.gr 

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
2019 Copyright © All rights reserved - Geopolitics & Daily News | Newsphere by AF themes.