Πα. Φεβ 28th, 2020

Geopolitics & Daily News

Global news on Economy, Security, Politics and more

Bloomberg: Η υπόθεση Λιβύη δείχνει γιατί η Τουρκία δεν έχει φίλους

Της Kori Schake
Bloomberg 

Τουρκία, Λιβύη και η στρατηγική Ερντογάν: Δύσκολα το θυμάται κανείς σήμερα, αλλά υπήρξε μια περίοδος, μόλις πριν από μια δεκαετία, που η Τουρκία περιέγραφε το δόγμα της εξωτερικής της πολιτικής υπό τον γενικό τίτλο “μηδενικά προβλήματα με τους γείτονες”. Από τότε, η Άγκυρα “έκαψε” τις γέφυρές της με το Ισραήλ, με αφορμή τον “Στολίσκο Ελευθερίας για τη Γάζα”. Εξόργισε την Αίγυπτο, επικρίνοντας σκληρά το στρατιωτικό πραξικόπημα του στρατηγού Αμπντέλ Φατάχ Αλ Σίσι και υποστηρίζοντας την αιγυπτιακή Μουσουλμανική Αδελφότητα. Τα “έσπασε” με τη Συρία βοηθώντας τους αντι-ασαντικούς αντάρτες (και πιο πρόσφατα εισβάλλοντας στο βορειοανατολικό τμήμα της χώρας, μεταξύ άλλων και για να επαναπατρίσει υποχρεωτικά Σύρους πρόσφυγες). Μπήκε δε σε αντιπαράθεση με τη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, στηρίζοντας ανοικτά το Κατάρ ενάντια στο εμπάργκο τους.

Τώρα, η Τουρκία παρέχει άμεση στρατιωτική βοήθεια στην κυβέρνηση της Λιβύης, ενώ τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Αίγυπτος – μαζί με τη Ρωσία – στηρίζουν τον επαναστατικό στρατό του στρατηγού Χαλίφα Χαφτάρ. Μετά την αποτυχία των συνομιλιών για την κατάπαυση του πυρός που διοργάνωσαν η Τουρκία και η Ρωσία, ο πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν υποσχέθηκε να διδάξει στον Χαφτάρ “ένα μάθημα”.

Σε κάθε περίπτωση, η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας φαίνεται σχεδιασμένη να επιδεινώνει τα προβλήματα με όλους τους γείτονές της.

Η καθοδική πορεία μέσα σε μία δεκαετία

Πώς συνέβη αυτό; Τα τελευταία 10 χρόνια, η Τουρκία κατήλθε τα σκαλιά της μετατροπής από μια μουσουλμανική χώρα με ζωηρή και παλλόμενη δημοκρατία σε ένα καταπιεστικό, αυταρχικό κράτος. Αυτό ωστόσο δεν εξηγεί τις ανταγωνιστικές σχέσεις της με τους γείτονές της: οι περισσότερες κυβερνήσεις στη Μέση Ανατολή είναι επίσης καταπιεστικές και απολυταρχικές, σε κράτη με κατά βάση μουσουλμανικούς πληθυσμούς.

Η απάντηση είναι ότι ο Ερντογάν έθεσε ως στόχο να προωθήσει ενεργά την υπόθεση του πολιτικού Ισλάμ, τόσο σε εγχώριο όσο και σε διεθνές επίπεδο. Αυτό τον ευθυγραμμίζει με το Κατάρ, αλλά τον φέρνει σε αντιπαράθεση με τα περισσότερα αραβικά κράτη, ιδίως τη Σαουδική Αραβία, την Αίγυπτο και τα ΗΑΕ.

Εντός της Τουρκίας, η ισλαμοποίηση προχώρησε αρχικά με όχημα τον εκδημοκρατισμό. Ο τουρκικός στρατός ήταν μια έντονα κοσμική δύναμη. Καθώς ο έλεγχός του επί του κράτους ατονούσε, η θρησκεία επέστρεψε στην πολιτική, κυρίως με τη μορφή του ισλαμοσυντηρητικού Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) του Ερντογάν.

Η στρατιωτική ηγεσία αντιτάχθηκε επισήμως στον υποψήφιο του AKP για την προεδρία της χώρας το 2007 επειδή ήταν ισλαμιστής, ωστόσο ο Αμπντουλάχ Γκιούλ τελικώς εξελέγη – ένα σημαντικό σημείο τομής για τις πολιτικές εξελίξεις στην Τουρκία. Ο πολιτικός “ευνουχισμός” του στρατού επέτρεψε στον Ερντογάν, ο οποίος είχε περιγράψει κάποτε τη δημοκρατία ως “όχημα και όχι σκοπό”, να κυριαρχήσει στην τουρκική πολιτική σκηνή.

Η αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος του 2016 μπορεί να θεωρηθεί ως μια τυχοδιωκτική απόπειρα από ορισμένα στοιχεία του στρατού να αξιοποιήσουν την αυξανόμενη δυσαρέσκεια μεταξύ των Τούρκων για την εδραίωση της εξουσίας του Ερντογάν. Αντιπροσώπευε επίσης μια βαθιά και συνεχιζόμενη σύγκρουση και ρήξη μεταξύ των ισλαμιστών του Ερντογάν και άλλων πολιτικών δυνάμεων της χώρας.

Το εύθραυστον της εξουσίας Ερντογάν αποδείχθηκε από την εκλογή, το 2019, δημάρχων της αντιπολίτευσης στην Κωνσταντινούπολη και σε άλλες μεγάλες πόλεις, καθώς και από το γεγονός ότι οι για πολλά χρόνια πολιτικοί του σύντροφοι – συμπεριλαμβανομένου του πρώην πρωθυπουργού, πρώην προέδρου του AKP και πρώην υπουργού Εξωτερικών Αχμέτ Νταβούτογλου, ο οποίος ήταν ο εμπνευστής της πολιτικής “μηδενικών προβλημάτων με τους γείτονες” – έχουν απομακρυνθεί από το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης.

Πώς αντανακλά η εσωτερική στην εξωτερική πολιτική

Αυτή η εσωτερική τροχιά έχει την παράλληλή της στην εξωτερική πολιτική της Τουρκίας, η οποία γίνεται όλο και πιο ισλαμιστική και στρατιωτική, όσο η πολιτική ισχύς του Ερντογάν εντός Τουρκίας καθίσταται πιο τρωτή.

Η διάρρηξη των σχέσεων με την Αίγυπτο παρέχει το κλειδί για την κατανόηση της επέμβασης της Τουρκίας στη Λιβύη. Μετά την Αραβική Άνοιξη του 2011, ο Ερντογάν υποστήριξε την άνοδο της Μουσουλμανικής Αδελφότητας στην εξουσία στην Αίγυπτο και βοήθησε την κυβέρνηση του προέδρου Μοχάμεντ Μόρσι. Όταν ο Μόρσι ανατράπηκε από τον στρατό το 2013, ο Ερντογάν χαρακτήρισε την ανατροπή “κρατική τρομοκρατία”. Πιθανότατα βλέπει τα γεγονότα στη Λιβύη ως επανάληψη εκείνων στην Αίγυπτο: ένας στρατιωτικός ηγέτης, ο οποίος απειλεί να ανατρέψει μια κυβέρνηση που βρίσκεται στο ίδιο μήκος κύματος με την παγκόσμια κοσμοθεώρηση της Τουρκίας.

Η Τουρκία έχει βαθιούς δεσμούς με τη Λιβύη, η οποία φιλοξενεί το 25% των Τούρκων που ζουν εκτός της χώρας τους. Εξίσου σημαντικό είναι ότι τουρκικές επιχειρηματικές συμβάσεις συνολικού ύψους 18 δισ. δολ. είναι ενεργές στη Λιβύη, ενώ οι δύο χώρες ισχυρίζονται ότι οι αποκλειστικές οικονομικές τους ζώνες (ΑΟΖ) συνορεύουν. Η Κυβέρνηση Εθνικής Συμφωνίας (GNA) στην Τρίπολη, η οποία υποστηρίζεται από τα Ηνωμένα Έθνη και βρίσκεται υπό την ηγεσία του πρωθυπουργού Φαγέζ Αλ Σάρατζ, έχει μέσα της και ισλαμιστικά στοιχεία – φυσικούς συμμάχους του Ερντογάν και του ΑΚΡ.

Η GNA έχει υποστεί βίαιη στρατιωτική επίθεση από τον Λιβυκό Εθνικό Στρατό (LNA) υπό τον Χάφταρ, ο οποίος αντιτίθεται σε έναν πολιτικό ρόλο για τους ισλαμιστές, όπως και οι Αιγύπτιοι και οι Εμιρατιανοί υποστηρικτές του – που ταυτόχρονα είναι δυνητικοί σύμμαχοι εσωτερικών δυνάμεων στην Τουρκία που απειλούν την εξουσία του Ερντογάν.

Η πολύπαθη Λιβύη έχει γίνει πεδίο μάχης σε έναν πόλεμο δι’ αντιπροσώπων σχετικά με τον ρόλο του Ισλάμ στην πολιτική σφαίρα της Μέσης Ανατολής. Ούτε η Τουρκία, ούτε οι χώρες της Μέσης Ανατολής που συνασπίζονται εναντίον της είναι πιθανό να παραδεχτούν ανοιχτά τους στόχους τους.

Με την αποτυχία των συνομιλιών για κατάπαυσης του πυρός, η προσοχή θα επιστρέψει στην πρώτη γραμμή του πυρός, όπου κυριαρχεί ένα αιματηρό αδιέξοδο. Εάν ο Χαφτάρ είχε τη στρατιωτική δύναμη να καταλάβει την Τρίπολη, θα το είχε ήδη κάνει. Σημαντική αύξηση της τουρκικής βοήθειας θα μπορούσε να αντιστρέψει το ρεύμα των εξελίξεων υπέρ της GNA, εκτός εάν οι σύμμαχοι του Χαφτάρ αναβαθμίσουν την υποστήριξή τους προς τον LNA. Τα προβλήματα της Τουρκίας με τους γείτονές της, εν τω μεταξύ, μάλλον θα συνεχίσουν να οξύνονται.

πηγή:Capital.gr 

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail