28/09/2020

Geopolitics & Daily News

Global news on Economy, Security, Politics and more

Η Ιστορία και η τραυματική Μνήμη

Γράφει ο Υποπλοίαρχος Παναγιώτης Γέροντας ΠΝ,
Επιτελής Υπηρεσίας Ιστορίας Ναυτικού 

 

Εκτός από την ατομική μνήμη υπάρχει και η συλλογική μνήμη, η μνήμη της κοινότητας. Σύμφωνα με τον Maurice Halbwachs, η μνήμη θεμελιώνεται όχι σε μία ατομική συνείδηση αλλά σε μία συλλογική ύπαρξη (ομάδα, κοινότητα, ή κοινωνία στο σύνολό της) και υπάρχουν σε αυτή δομές, οι οποίες υπόκεινται σε αντικειμενική παρατήρηση. Ο κάθε άνθρωπος δεν σκέφτεται μόνος: όταν θυμόμαστε ανακατασκευάζουμε συγκεκριμένες εικόνες που διαμορφώνονται στο παρόν μέσα σε συγκεκριμένα κοινωνικά πλαίσια όπως η γλώσσα, ο χρόνος, ο χώρος, η εμπειρία και οι συλλογικότητες αλλά λαμβάνουν στοιχεία απ’ το παρελθόν. Ο Maurice Halbwachs θεμελιώνει την θεωρία της «συλλογικής μνήμης» στο πλαίσιο μιας συλλογικής ύπαρξης (ομάδα, κοινότητα ή η κοινωνία στο σύνολό της).

 

Ο Jeffrey Olick μάλιστα αντί του όρου συλλογική μνήμη προτείνει τον όρο κοινωνική μνήμη και τονίζει την σύνδεση μεταξύ των ατομικών και των συλλογικών διεργασιών της μνημονικής δραστηριότητας αίροντας με αυτόν τρόπο το παραδοσιακό κοινωνικό δίπολο μεταξύ ατόμου και κοινωνίας. Το πρωταρχικό μέσο κάθε μνημοτεχνικής είναι η ένταξη στον χώρο. Οι «τόποι μνήμης», όρος που χρησιμοποιήθηκε ως τίτλος από τον Pierre Nora , χρησιμοποιούνται ως εργαλεία της πολιτισμικής μνήμης και αποκτούν σημειολογικό χαρακτήρα. Οι τόποι μνήμης δεν αναφέρονται αποκλειστικά σε χωρικές οντότητες αλλά περιλαμβάνουν το σύνολο των πολιτισμικών προϊόντων (λογοτεχνία, κινηματογράφος, ταξιδιωτικές κάρτες κ.τ.λ.). Η αντικειμενικοποίηση της μνήμης δεν αφορά μόνο την μορφολογική της δομή αλλά και τον τρόπο λειτουργίας της, καθώς την μετατρέπει από εσωτερικευμένη κοινωνική πρακτική σε ατομικό περιορισμό έξωθεν προερχόμενο και από επανάληψη σε αναπόληση δηλαδή σε εκούσια ανάκληση μνημονικών ιχνών. Οι τόποι μνήμης μπορεί να αναφέρονται στην ιστορία ενός έθνους κράτους μέσα από τα μουσεία, τις επετείους και την ανέγερση μνημείων. Πολλές φορές όμως εκτός από την κυρίαρχη εθνική μνήμη λειτουργούν και άλλες μνήμες συλλογικοτήτων. Αυτές συχνά εντάσσονται στο εθνικό αφήγημα όπως η ιστορίες των γενοκτονιών των Ποντίων και των Αρμενίων. Τις περισσότερες φορές όμως συνυπάρχουν με την εθνική μνήμη, ενώ αρκετές φορές λειτουργούν ως “αντί – μνήμη”.

 

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο  παρατηρείται «μια έκρηξη μνήμης». Οι δύο μεγάλοι πόλεμοι που συγκλόνισαν την Ανθρωπότητα ενέτειναν την ανάγκη για δημιουργία τόπων μνήμης είτε ως νεκροταφεία είτε ως μουσεία. Ήταν τόσοι πολλοί νεκροί αλλά και τέτοια η έκταση της βαρβαρότητας – ιδίως στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο – που θεωρήθηκε αναγκαία η διατήρηση της τραυματικής ανάμνησης. Η επιτάχυνση της ιστορίας μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου οδήγησε στην στροφή προς το παρελθόν. Σε πολλές περιπτώσεις θέματα συλλογικής μνήμης με επίκεντρο τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο προκάλεσαν συγκρούσεις. Από την κράτος του Βισύ στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι και τον ρόλο των απελευθερωτών της Ανατολικής Ευρώπης από τους ναζί, Ρώσων το θέμα της συλλογικής μνήμης επανέρχεται συχνά πυκνά. Η τραυματική μνήμη συνδέεται αναγκαστικά με την δημόσια ιστορία καθώς αποτυπώνεται σε βιβλία εκλαϊκευμένης ιστορίας, κινηματογραφικές ταινίες, μουσική, ομιλίες και άλλα. Πρόκειται για το ενδιάμεσο τόπο ανάμεσα στην ακαδημαϊκή ιστορία και την αυτοσυνείδηση της κοινωνίας. Εκτός από την περίπτωση των Εβραίων, οι ευρωπαϊκές κοινωνίες βίωσαν καταστάσεις ενοχής λόγω της ύπαρξης συνεργατών, «δοσιλόγων», των Ναζί.

 

Ο Γάλλος ιστορικός Henri Rousso την μεταπολεμική αντίδραση της γαλλικής κοινωνίας θα την ονομάσει «σύνδρομο του Βισύ». Χαρακτηριστική περίπτωση είναι το ντοκιμαντέρ του Μαρσέλ Οφίλς (Marcel Ophüls) Le Chagrin et la pitié (Ο οίκτος και η θλίψη). Ο Οφίλς χρησιμοποιεί συνεντεύξεις Γερμανών αξιωματικών του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, Γάλλων συνεργατών των ναζιστών την εποχή της κυβέρνησης Βισύ στη Γαλλία και μελών της αντίστασης στο Κλερμόντ-Φεράντ. Η ταινία παρέμεινε απαγορευμένη και προβλήθηκε τελικά το 1971 σε μια παρισινή αίθουσα προκαλώντας σάλο. Και στην Ελλάδα όμως θα μπορούσαν να βρεθούν αναλογίες που οδηγούν στην εποχή του Εμφυλίου. Υπάρχουν πολλές κατηγορίες για περιπτώσεις δοσιλογισμού, όχι μόνο σχετικά με τις κατοχικές κυβερνήσεις αλλά και με αντιστασιακές ομάδες. Σε αυτό το πλαίσιο θα μπορούσε να αναφερθεί ο σάλος που προκάλεσε στην μεταπολεμική ελληνική κοινωνία η σύλληψη, δίκη και τελικά απελευθέρωση του Γερμανού εγκληματία πολέμου, ενός από τους υπευθύνους της εξόντωσης των Εβραίων στην Θεσσαλονίκη Μαξ Μέρτεν.

 

Η τραυματική μνήμη σχετίζεται, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, με την δημόσια ιστορία εκφεύγοντας από το αυστηρό ακαδημαϊκό πλαίσιο. Λογοτεχνία, ζωγραφική, ταινίες και έργα εκλαϊκευμένης ιστορίας συγκροτούν ένα ψηφιδωτό πολιτισμικής, συλλογικής μνήμης. Σε μία πολύ ιδιαίτερη περίπτωση μία τραυματική μνήμη μπορεί να λειτουργήσει ως ιδρυτική ιστορία ενός έθνους. Η «Έξοδος» των Εβραίων από την Αίγυπτο και η περιπλάνησή τους στην έρημο, λειτούργησε ως βασικό στοιχείο της εθνικής συνοχής. Όπως και να έχει, το τραύμα και η ανάμνησή του παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στην διαμόρφωση και ενίσχυση της συλλογικότητας. Σε αυτό θα μπορούσε να παρουσιαστούν ως παραδείγματα οι προσφυγικοί εθνοτοπικοί σύλλογοι και ιδιαίτερα οι ποντιακοί και οι αρμενικοί. Η στέρηση της πατρίδας, οι δυσκολίες της προσφυγιάς και η αποξένωση του πρόσφυγα θα αποτυπωθεί και σε λογοτεχνικά και άλλου τύπου έργα.

 

Έλληνες πεζογράφοι που κατάγονται από την Μικρά Ασία γίνονται μάρτυρες της ολέθριας μικρασιατικής καταστροφής και καταγράφουν, σχολιάζουν και περιγράφουν τις έντονες αναμνήσεις και εντυπώσεις τους. Ο Ηλίας Βενέζης είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση καθώς πρόκειται για έναν από τους άτυχους Έλληνες που οδηγήθηκαν στα περιβοήτα «αμελέ ταμπουρού», τα τάγματα εργασίας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το βιβλίο του «Το Νούμερο 31328», ένα από τα πιο σημαντικά αναγνώσματα της ελληνικής λογοτεχνίας και μία αληθινή καταγραφή της σκληρής εμπειρίας του πολέμου. Στην «Γαλήνη» ο συγγραφέας περιγράφει μια ομάδα μικρασιατών Ελλήνων που προσπαθούν να ξαναχτίσουν την ζωή τους στην Ανάβυσσο, ενώ με την «Αιολική Γη» ο συγγραφέας κλείνει την τριλογία του με θέμα το τραύμα που προκλήθηκε από τον πόλεμο και την προσφυγιά. Άλλο παράδειγμα είναι η Διδώ Σωτηρίου, της οποίας το έργο «Μέσα στις Φλόγες» αφηγείται το αιματοκύλισμα και τις κακουχίες των προσφύγων.

Παρατίθεται το παρακάτω απόσπασμα, το οποίο αναδεικνύει ανάγλυφα το μέγεθος του τραύματος:

«Ενάμισι εκατομμύριο άνθρωποι βρεθήκανε ξαφνικά έξω από την προγονική τους γη. Παράτησαν σκοτωμένα παιδιά και γονιούς άταφους. Παράτησαν περιουσίες, τον καρπό στα δέντρα, το φαΐ στη φουφού, τη σοδειά στην αποθήκη, το κομπόδεμα στο συρτάρι, τα πορτρέτα των προγόνων στους τοίχους. Και βάλθηκαν να τρέχουν, να φεύγουν κυνηγημένοι απ’ το τούρκικο μαχαίρι και τη φωτιά του πολέμου. Και λογίζονταν τυχεροί που αντάλλαξαν το έχει τους, την πατρίδα τους, το παρελθόν τους με μια στάλα σιγουριά… Άρπαξαν βάρκες, καΐκια, σχεδίες, βαπόρια και πέρασαν τη θάλασσα σ’ έναν ομαδικό, φοβερό ξενιτεμό. Κοιμήθηκαν αποβραδίς νοικοκυραίοι στον τόπο τους και ξύπνησαν φυγάδες, θαλασσοπόροι, άστεγοι, άποροι, αλήτες και ζητιάνοι στα λιμάνια του Πειραιά, της Σαλονίκης, της Καβάλας, του Βόλου, της Πάτρας».

 

Το τραύμα όμως μπορεί να μην είναι φανερό. Μπορεί να είναι κάτι διαχρονικό. Εμείς οι σύγχρονοι Έλληνες κουβαλάμε το αρχαίο “ένδοξο” παρελθόν ως τραύμα. Ο νέος Έλληνας πάντα κρίνεται και συγκρίνεται με τον αρχαίο πρόγονό του. Πρόκειται για έναν οριενταλισμό των Ευρωπαίων που εφάρμοσαν πάνω μας ήδη από την ίδρυση, αν όχι και πιο πριν, του ελληνικού κράτους.

Χαρακτηριστικός είναι ο τρόπος που το παραθέτει στους στίχους του, ο Άγγελος Σικελιανός: 
“Το Γένος βουλιαγμένο μέσ’ τον αιώνα
να λυτρωθεί μονάχο ό,τι μπορεί
μα να ξυπνήσει πρέπει η πλέρια μνήμη
βαθιά του αδάμαστη και τρομερή”
Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail