Πε. Ιούλ 9th, 2020

Geopolitics & Daily News

Global news on Economy, Security, Politics and more

Ο αναρχισμός ως πολιτική βούληση και τα σύγχρονα κράτη

Γράφει ο δρ Δημήτριος Γκίκας,
Διδάκτωρ Πολιτικής Φιλοσοφίας

Εισαγωγή

Η πολιτική ιδεολογία του αναρχισμού, παρότι πρακτικά δεν εξασφαλίζει πολυπληθή στήριξη, θεωρητικά «δοκιμάζει» τις αντοχές των συγχρόνων κρατών με την ευθεία αμφισβήτηση της εξουσίας τόσο αυτών, όσο και των οργάνων που το εκπροσωπούν, ενώ ασκεί ιδιαίτερη έλξη στους νέους, που όμως τις περισσότερες φορές αγνοούν τους μακροπρόθεσμους στόχους και επιδιώξεις του. Επιπλέον, διαφαίνεται μια προσπάθεια της συγκεκριμένης ιδεολογίας να «οικειοποιηθεί» από τη μια μεριά τόσο τη φυσική ροπή των νέων ανθρώπων προς την αμφισβήτηση και ανατρεπτική διάθεση, όσο και τη γενικότερη απογοήτευση των πολιτών από τις εγγενείς κρατικές αδυναμίες. Η «ελαστικότητα» του αναρχισμού να αναφέρεται σχεδόν σε κάθε επίκαιρο θέμα (όπως στη δολοφονία του Γρηγορόπουλου και στην τρέχουσα οικονομική κρίση ή ακόμη και στην αντικαπνιστική καμπάνια) και η – αθέλητη πολλές φορές – υπερπροβολή του από τα ΜΜΕ, καθιστά προβληματικό τον αντίλογο. Από την άλλη πλευρά ο διάλογος δεν λαμβάνει χώρα σχεδόν ποτέ σε επίπεδο πολιτικής φιλοσοφίας. Παραγνωρίζεται έτσι η εγγενής δυναμική της δημοκρατία, ενώ τείνουν να ταυτίζονται όλα τα κινήματα εξέγερσης των νέων ανθρώπων με τη συγκεκριμένη ιδεολογική αναφορά. Έχει όμως πραγματικά πολιτική βούληση η ιδεολογία του αναρχισμού; Πώς και με ποιες ιδεολογίες είναι συγγενική και πού διαφέρει απ’ αυτές; Με ποιο τρόπο προβάλλεται η ιδεολογία του αναρχισμού από τα ΜΜΕ και ποιοι λόγοι υπαγορεύουν μια τέτοια προβολή; Γιατί ασκεί τέτοια μαγευτική έλξη στους νέους ανθρώπους; Ποια η στάση των διανοούμενων απέναντι στις θέσεις του αναρχισμού;

Ο αναρχισμός ως έννοια και πολιτική ιδεολογία

Η λέξη «αναρχία» είναι αρχαιοελληνική και σημαίνει την έλλειψη εξουσίας (αρχής). Ο Αναρχισμός ως κίνημα εδράζεται ακριβώς στην αντίθεση σε κάθε μορφή εξουσίας, όπως αυτή εκφράζεται κυρίως στα πλαίσια ενός οργανωμένου κράτους: οι νόμοι, οι φορείς διακυβέρνησης, τα όργανα τάξης και απονομής δικαιοσύνης. Η αντίθεση αυτή δεν αποσκοπεί απλώς στο να παραχθεί χάος ή αταξία. Αντίθετα, οι γνήσιοι αναρχικοί θεωρούν πως η κατάργηση του κράτους και των θεσμών που τον συναποτελούν θα οδηγήσει σε μια διαφορετική ευταξία. Ο Αναρχισμός θεωρεί πως τα ανθρώπινα όντα διαθέτουν εκ φύσεως τις βασικές ηθικές δυνάμεις της ελευθερίας και της αυτονομίας[i]. Κατά συνέπεια οραματίζεται μια κοινωνία, στην οποία τα ελεύθερα άτομα θα μπορούν να διαπλέκονται και να συνάπτουν σχέσεις μεταξύ τους που δεν είναι ανάγκη να διέπονται από τον καταναγκασμό και την καταπίεση μιας κρατικής εξουσίας[ii]. Κάθε μορφή εξουσίας συνιστά προσβολή απέναντι στις ανθρώπινες αξίες της ελευθερίας και της ισότητας[iii]. Κάθε μορφή εξουσίας διαφθείρει απόλυτα[iv], κάθε μορφή υποταγής σε κάποια εξουσία διαστρεβλώνει την ίδια την ανθρώπινη φύση. Η εξουσία, λοιπόν ακολουθεί το σχήμα «κυριαρχία – υποταγή», το οποίο συνεχώς ανακυκλώνεται, περιορίζοντας τις δυνατότητες του ανθρώπου για αυτοπραγμάτωση[v]. Στα πλαίσια αυτά ο Αναρχισμός απορρίπτει οποιαδήποτε θεωρία περί κοινωνικού συμβολαίου[vi]. Τα άτομα γεννιούνται απλώς μέσα σε ένα κράτος ή τους επιβάλλεται κάποια κρατική εξουσία μέσω μιας γεωγραφικής κατάκτησης. Το κράτος δεν είναι μόνο κυρίαρχος αλλά και εκμεταλλευτής, καθόσον μέσω του θεσμού της φορολογίας, στερεί από το άτομο μέρος της ιδιοκτησίας τους. Συμμαχώντας συνήθως με τους προνομιούχους και τους πλούσιους, καταπιέζει τους μη προνομιούχους και φτωχούς. Οι τελευταίοι συνήθως χρησιμοποιούνται ως «αναλώσιμα υλικά» στους πολέμους που διεξάγουν τα κράτη με σκοπό την εδαφική επέκταση ή την εθνική κυριαρχία[vii].

Η βασική φιλοσοφική θέση του Αναρχισμού είναι καθαρά ουτοπική. Είναι έντονη η πίστη σε μια φυσική καλοσύνη, η οποία υφίσταται τουλάχιστον ως δυνατότητα στον άνθρωπο. Η εξουσία διαστρεβλώνει αυτήν την καλοσύνη. Αν αφεθούμε εκτός εξουσίας, τότε οι άνθρωποι αυθόρμητα θα μπορέσουμε να επιτύχουμε την αρμονία και την ειρήνη. Οπωσδήποτε, βέβαια οι Αναρχικοί θεωρητικοί δεν αρνήθηκαν πως ο άνθρωπος διακατέχεται και από εγωισμό, από αίσθημα ανταγωνισμού προς το συνάνθρωπό του. Διακήρυξαν, όμως η ανθρώπινη φύση είναι τόσο εύπλαστη, ώστε μπορεί να σχηματιστεί μέσα στα πλαίσια των κοινωνικών θεσμών. Εξάλλου, δέχονται πως υπάρχουν κοινωνικοί θεσμοί που προάγουν τη συνεργασία, το σεβασμό και την αρμονία.

Σχέση Αναρχισμού και βίας

Είναι παραπλανητική η άποψη που συνδέει απαραίτητα τον Αναρχισμό ως θεωρία με τη βία. Η εικόνα του βομβιστή ή του τρομοκράτη δε συνδέεται πάντα με τον Αναρχισμό. Οπωσδήποτε, πολλά αναρχικά επαναστατικά κινήματα στηρίχτηκαν στη βία[viii]. Η υιοθέτηση της παράνομης βίας (βομβιστικές επιθέσεις, δολοφονίες, τρομοκρατικά χτυπήματα) υπήρξε συχνή από πολλούς Αναρχικούς[ix]. Η χρήση βίας από το Αναρχικό κίνημα σε σύγκριση με άλλα κινήματα που επίσης χρησιμοποιούσαν βία για πολιτικούς σκοπούς διαφέρει στο ότι οι Αναρχικοί θεωρούσαν τη βία ως αυτοδίκαιη πρακτική, κι όχι απλώς ως υπηρέτη κάποιου άλλου πολιτικού σκοπού. Η βία, για το κίνημα του Αναρχισμού, είναι μια μορφή εκδίκησης ή ανταπόδωσης. Γεννάται μέσα από την καταπίεση και την εκμετάλλευση ενάντια στους εργαζόμενους  που ασκούν οι πολιτικοί, οι πλούσιοι, οι αστυνομικοί και γενικότερα οι προνομιούχοι λειτουργοί και υπηρέτες των κρατικών θεσμών. Η αναρχική βία απλά στρέφει την ίδια τη βία που ασκείται από την εξουσία, πάνω στους πραγματικά ενόχους (γνωστό εξάλλου σύνθημα είναι το «βία στη βία της εξουσίας»). Είναι, λοιπόν η βία μια μορφή επαναστατικής δικαιοσύνης, η οποία λειτουργεί ως μοχλός πίεσης και τρόπος καταρράκωσης του ηθικού της άρχουσας τάξης, ώστε η τελευταία να απαγκιστρωθεί από την εξουσία και τα αντίστοιχα προνόμια. Είναι, τελικά η βία και μια μορφή πολιτικής εγρήγορσης των μαζών, πρακτική αφύπνισης και παρακίνησης αυτών να επαναστατήσουν.

Υπάρχει μια μορφή βίας στην Αναρχική θεωρία που όμως έχει και πλευρές  λιγότερο απεχθείς. Έχει να κάνει με την πρακτική της λεγόμενης άμεσης δράσης, όπου διαμορφώνονται συνθήκες δράσης έξω από τη σφαίρα του νόμιμου πολιτικού πλαισίου. Χρησιμοποιεί στρατηγικές μαζικής λαϊκής διαμαρτυρίας[x] και πολιτικής συμπλοκής. Καθόσον η πολιτική δυσαρέσκεια είναι περισσότερο άμεση και φανερή, δεν «ελέγχεται» εύκολα από το πολιτικό σύστημα, ενώ μπορεί να ερμηνευθεί ως πολιτική λαϊκού ακτιβισμού, οργανωμένου στη βάση της αποκέντρωσης και της συμμετοχικής λήψης αποφάσεων, απομακρυσμένου μάλιστα από κομματικές επιδιώξεις και συμφέροντα.

Οι περισσότεροι πάντως θεωρητικοί του Αναρχισμού δε θεωρούν τη βία ως σωστή τακτική δράσης. Την αποστρέφονται, ελκόμενοι περισσότερο από φιλειρηνικές αρχές[xi] και κινήματα. Χαρακτηριστικό κίνημα που πρέσβευε στον απόλυτο βαθμό τις αρχές της μη βίας ήταν αυτό του Ινδού διανοούμενου Mahatma Gandhi. Ο τελευταίος, στην προσπάθειά του να απελευθερώσει τη χώρα του από τη Βρετανική κατοχή, οργάνωσε μη βίαιες μορφές λαϊκής ανυπακοής και αντίστασης. Παρότι είναι δύσκολο να τον εντάξει κανείς στους θεωρητικούς του αναρχισμού, οι ιδέες του φαίνεται πως απηχούσαν πολλές παρόμοιες αντιλήψεις. Θεωρούσε τη διακυβέρνηση ως συμπυκνωμένη μορφή βίας, πίστευε στη δύναμη της αγάπης και θεωρούσε ιδανική κοινωνία το παραδοσιακό Ινδικό χωριό που ήταν αυτοδιοικούμενο και αύταρκες. Ο Gandhi θεωρούσε πως η βία δεν ήταν συμβατή με την ίδια την ιερότητα της ανθρώπινης ζωής και γι’ αυτό απέρριψε κάθε της μορφή, πολύ δε περισσότερο την παρουσία της στην πολιτική βούληση.

 

Συσχέτιση με άλλα ιδεολογικά ρεύματα

Η βασική συσχέτιση της ιδεολογίας του Αναρχισμού είναι αυτή με το σοσιαλιστικό κίνημα. Ειδικότερα κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, ο Αναρχισμός διαμόρφωσε κοινές αρχές με την κομμουνιστική ιδεολογία. Οι οπαδοί του Αναρχισμού, με ηγέτη τον Proudhon, ενώθηκαν με τους Μαρξιστές και ίδρυσαν την περίφημη Πρώτη Διεθνή, το 1864. Το ρεύμα του Αναρχισμού που συσχετίζεται με τη σοσιαλιστική ιδεολογία, είναι αυτό του κοινωνικού ή αλλιώς κολεκτιβιστικού αναρχισμού. Σύμφωνα με τους Κοινωνικούς αναρχικούς, ο άνθρωπος διαθέτει έμφυτη την ικανότητα για αλληλεγγύη και αλληλοβοήθεια[xii]. Ως ον που έχει τη δυνατότητα της συνεργασίας και της κοινωνικής συνύπαρξης με τους ομοίους του, ο άνθρωπος δεν έχει την ανάγκη της κρατικής καταπίεσης. Η ύπαρξή της αντίθετα περιορίζει την ίδια την ανθρώπινη ελευθερία[xiii]. Η συλλογική ιδιοκτησία και η κοινοτική οργάνωση του τρόπου ζωής αποτελεί βασική θεώρηση για τον κοινωνικό αναρχισμό, θεωρώντας, όπως εξάλλου και οι Μαρξιστές, πως τα σύγχρονα καπιταλιστικά κράτη στηρίζονται στην ταξική εκμετάλλευση. Επιπλέον, ο κοινωνικός αναρχισμός δανείζεται κι άλλα στοιχεία από τον Μαρξισμό, όπως η πεποίθηση πως η επανάσταση είναι το προτιμώμενο μέσο για να επέλθει η αλλαγή, ενώ η πλήρης κομμουνιστική κοινωνία θα ήταν, αναπόφευκτα, αναρχική[xiv]. Από την άλλη, οι Αναρχικοί διαφωνούν με την κοινοβουλευτική εκπροσώπηση σοσιαλιστικών ιδεών, καθόσον οι ίδιοι δεν πιστεύουν στο κράτος ως αναγκαίο, έστω, κακό. Στην ίδια ακριβώς λογική αντιτίθενται και στην αντίληψη των Μαρξιστών για την απαραίτητη δημιουργία της περίφημης «δικτατορίας του προλεταριάτου», καθόσον η τελευταία αντανακλά μια μορφή ολοκληρωτικής εξουσίας. Κάθε μορφή εξουσίας, όμως για τους Αναρχικούς είναι φύσει κακή και διεφθαρμένη[xv].

Υπάρχει ένα ρεύμα Αναρχισμού που συσχετίζεται όχι με τη σοσιαλιστική ιδεολογία, αλλά με τη φιλελεύθερη, ένα είδος «δεξιού αναρχισμού». Ονομάζεται Ατομικιστικός Αναρχισμός και εδράζεται επί της ιδέας του κυρίαρχου ατόμου, ιδέας που συναντάται κυρίως στα φιλελεύθερα ιδεολογικά συστήματα. Η απόλυτη εξουσία ενυπάρχει μέσα σε κάθε ανθρώπινο ον. Κάθε περιορισμός πάνω στο άτομο, εξ ορισμού είναι κακός. Το κράτος, επιβάλλοντας μια καταναγκαστική κυριαρχία, ισοδυναμεί με το απόλυτο κακό. «Το άτομο δεν μπορεί να είναι κυρίαρχο σε μια κοινωνία που εξουσιάζεται από το νόμο και τη διακυβέρνηση. Ο ατομικισμός και το κράτος είναι συνεπώς αρχές ασυμβίβαστες»[xvi]. Οπωσδήποτε, όμως ο κλασικός φιλελευθερισμός, ως ιδεολογία, δεν φτάνει στην κατάργηση του κράτους. Ζητά λιγότερο κράτος, μη παρεμβατικό, δεν επιζητεί όμως την κατάργησή του, διότι κάτι τέτοιο θα επέτρεπε στα υστερόβουλα άτομα να εκμεταλλευτούν τους υπόλοιπους. Αντίθετα οι αναρχικοί πιστεύουν πως όλα τα άτομα μπορούν να ζήοουν συνεργατικά, επειδή εκ φύσεως είναι ορθολογιστικά και ηθικά πλάσματα. Ο ορθολογισμός αυτός επιτρέπει στα άτομα να λύνουν τις όποιες διαφορές τους με το διάλογο και τη διαιτησία κι όχι τη βία. Στην ακραία του μορφή, ο ατομικιστικός αναρχισμός εκφράστηκε από την έννοια του εγωισμού, με κύριο εκπρόσωπο της θεώρησης αυτή τον Γερμανό Max Stirner. Σύμφωνα με την παραπάνω θεώρηση, το άτομο δεν οφείλει να υπόκειται σε καμία νομική ή κοινωνική συνθήκη, ούτε καν θρησκευτική ή ηθική που υπαγορεύεται από μια γενικότερη βούληση. Κάθε άτομο οφείλει να δρα, όπως εκείνο επιλέγει. Τέτοια αντίληψη οδηγεί βέβαια σε μια μηδενιστική προσέγγιση, όπου καμία αξία δεν έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Το άτομο οδηγείται στον αθεϊσμό και στην απόλυτη άρνηση των πάντων (nihilism)[xvii].

Περίπου στο μέσο των δύο αυτών κυρίαρχων τάσεων του Αναρχισμού βρίσκεται η θεωρία περί «Αμοιβαιότητας» του Proudhon. Σύμφωνα με τον Γάλλο φιλόσοφο, η ιδιοκτησία είναι κλοπή. Καταδίκασε, λοιπόν την οικονομκή εκμετάλλευση που βασίστηκε στη συγκέντρωση κεφαλαίου, όμως δεν προχώρησε στην πλήρη αντίθεση προς κάθε μορφής ατομικής ιδιοκτησίας, όπως οι Μαρξιστές. Αντίθετα, προσπάθησε να θεμελιώσει ένα σύστημα κατοχής ιδιοκτησίας, το οποίο όμως δε θα στηριζόταν στην εκμετάλλευση. Ο κύριος σκοπός ήταν η αμοιβαία, τίμια και δίκαιη ανταλλαγή αγαθών και υπηρεσιών[xviii], χωρίς περιθώρια κέρδους. Μια τέτοια μορφή κοινωνικής αλληλεγγύης δεν απαιτεί απόλυτη κατάργηση της ιδιοκτησίας, όμως αρνείται την ανισότητα και την απόλυτη αδικία που ενυπάρχει στα καπιταλιστικά συστήματα. Πολλές προσπάθειες έγιναν από οπαδούς του Proudhon να κάνουν πράξη αυτό το σύστημα, με χαρακτηριστικότερη την ίδρυση αμοιβαίων πιστωτικών τραπεζών, κυρίως στη Γαλλία και την Ελβετία, οι οποίες παρείχαν φτηνά δάνεια με ιδιαίτερα χαμηλό τόκο, ο οποίος υπολογιζόταν με βάση την κάλυψη των αναγκών της τράπεζας κι όχι την παραγωγή υπερκέρδους.

Anarchist militia from the National Confederation of Labour wave their flags and rifles for the camera in Barcelona during the Spanish Civil War. ca. 1937 Barcelona, Spain (https://robertgraham.wordpress.com/2015/08/09/the-anarchists-in-the-spanish-revolution-1936-1939/)

 

Σύγχρονες μορφές Αναρχισμού

Οι στόχοι του αναρχισμού, καθώς και οι τρόποι επίτευξης των στόχων αυτών, αντιμετώπισαν ισχυρή κριτική και θεωρήθηκαν ουτοπία από τους μαρξιστές. Μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση και την κατοπινή επικράτηση των λενινιστών στη Σοβιετική Ένωση (αν και στα γεγονότα είχαν συμμετάσχει και πολλοί αναρχικοί), η απήχηση του αναρχισμού περιορίστηκε σημαντικά σε σχέση με άλλους πολιτικούς χώρους όπως ο κρατικιστικός σοσιαλισμός ή ο φιλελευθερισμός, με μόνη σημαντική εξαίρεση την Ισπανική Επανάσταση του 1936. Ωστόσο κατά τις δεκαετίες του 1960 και του ’70, με την εμφάνιση στις χώρες της Δύσης αντικαθεστωτικών πολιτισμικών κινημάτων όπως το αντεργκράουντ ή η πανκ μουσική, και υπό την επιρροή του Ψυχρού Πολέμου, του πολέμου στο Βιετνάμ, της τρέχουσας τότε οικονομικής ύφεσης, της Νέας Αριστεράς και του αφροαμερικανικού κινήματος πολιτικών δικαιωμάτων, ο αναρχισμός γνώρισε μία νέα άνθηση η οποία οδήγησε σε σημαντικές θεωρητικές εξελίξεις και μία νέα πολυδιάσπαση του χώρου. Αφετηρία αυτών των εξελίξεων στάθηκε η αμφισβήτηση, ακόμα και από μαρξιστές, του κατά πόσον η ταξική ταυτότητα καθορίζεται αποκλειστικά από αντικειμενικούς παράγοντες όπως οι παραγωγικές σχέσεις (π.χ. η ιδιότητα του μισθωτού εργαζομένου) και όχι από την υποκειμενική πρόσληψη της καταπίεσης από το status quo (π.χ. άνεργοι, νοικοκυρές, φοιτητές, εθνοτικές ή φυλετικές μειονότητες κλπ).

Έτσι ο ανανεωμένος αυτός αναρχισμός αναδύθηκε μέσα από την τρέχουσα τότε αυτονομία (ένα δίκτυο ευρωπαϊκών σοσιαλιστικών κινημάτων από τον ευρύτερο χώρο του ελευθεριακού μαρξισμού) και από τα κοινωνικά κινήματα της δεκαετίας του ’60 και του ’70 που εστίαζαν σε μεμονωμένα ζητήματα, χωρίς απαραίτητα σαφώς καθορισμένη πολιτική τοποθέτηση (π.χ. φεμινισμός, οικολογικό κίνημα, αντιπυρηνικό κίνημα, φοιτητικό κίνημα). Έτσι προέκυψαν νέοι τύποι αναρχισμού όπως ο πράσινος αναρχισμός (π.χ. κοινωνική οικολογία, οικοαναρχισμός, πρωτογονισμός κλπ), και ο αναρχοφεμινισμός. Τα αυτόνομα και τα μονοθεματικά κινήματα του ’60 και του ’70 δώρισαν εν πολλοίς στις εν λόγω νέες αναρχικές τάσεις καινούργιες πρακτικές οι οποίες δεν συσχετίζονταν με το κλασικό αναρχικό ή με το εργατικό κίνημα, όπως το μαύρο μπλοκ, ή ευρύτερα η άμεση δράση, οι καταλήψεις εγκαταλελειμμένων κτηρίων και η έμφαση στη συναίνεση. Η τελευταία είναι ένας τύπος άμεσης δημοκρατίας όπου οι αποφάσεις δεν λαμβάνονται με πλειοψηφική ψηφοφορία, αλλά συνδιαμορφώνονται συμβιβαστικά με βάση τις απόψεις όλων.

Στο πλαίσιο των ίδιων αυτών διεργασιών προέκυψε κατά τη δεκαετία του ’70 και ο εξεγερσιακός αναρχισμός, καθοριζόμενος από την αντίθεσή του στην επίσημη ομοσπονδιακή οργάνωση των αναρχικών (όπως π.χ. συνηθίζουν οι αναρχοσυνδικαλιστές και κάποιοι αναρχοκομμουνιστές) και δίνοντας αντίθετα έμφαση στην αυθόρμητη ακτιβιστική δράση, με στόχο την υπεράσπιση αυτόνομων ζωνών (π.χ. καταλήψεις κτηρίων σε αστικά κέντρα) οι οποίες λειτουργούν ως ελεύθεροι χώροι στέγασης, νησίδες οικοδόμησης μη εμπορευματικών σχέσεων και δραστηριοτήτων (οικονομικών, κοινωνικών, πολιτικών, καλλιτεχνικών κλπ), ορμητήρια ενεργειών κατά κρατικών ή καπιταλιστικών συμβόλων και κέντρα μίας εναλλακτικής, αντιιεραρχικής κοινωνικοποίησης για τους συμμετέχοντες. Οι τελευταίοι είναι συνήθως άτυπα οργανωμένοι σε ένα δίκτυο αυτοτελών ομάδων συνάφειας, με αποτέλεσμα να είναι δυσκολότερη η καταστολή του ολικού κινήματος αλλά και, σύμφωνα με τους επικριτές τους, πιο εύκολη η διείσδυση πρακτόρων και προβοκατόρων σε αυτό. Σημαντικά για την ανάπτυξη του εξεγερσιακού αναρχισμού υπήρξαν τα γραπτά και η δράση του Αλφρέντο Μπονάνο και του Χακίμ Μπέι.

Παράλληλα, στη δεκαετία του 1980, κάποιοι Αμερικανοί αναρχικοί (π.χ. ο Μπομπ Μπλακ) άρχισαν να ασκούν κριτική στη συνήθη αντίληψη της συσχέτισης του αναρχισμού με την Αριστερά, εννοώντας με τον όρο Αριστερά κυρίως τον μαρξισμό, υποστηρίζοντας παράλληλα ότι η πάλη των τάξεων που περιέγραφαν οι σοσιαλιστές του 19ου αιώνα είναι μία ξεπερασμένη και παρωχημένη έννοια. Ως συνέπεια οι αναρχικοί αυτοί αποκήρυξαν κάθε άμεση σύνδεση του αναρχισμού με το εργατικό κίνημα και με τις παραδοσιακές μεθόδους πολιτικής δράσης και παρέμβασης του τελευταίου (π.χ. απεργίες, διαδηλώσεις, συνδικάτα κλπ), επικαλυπτόμενοι σε πολύ μεγάλο βαθμό με τον σύγχρονό τους εξεγερσιακό αναρχισμό και -στην Ευρώπη- αφομοιώνοντας εν πολλοίς τα παλαιότερα αυτόνομα κινήματα από τα οποία είχαν επηρεαστεί. Η τάση αυτή, η οποία έβλεπε τους μηχανισμούς και τις μεθόδους της παραδοσιακής Αριστεράς ως εγγενώς εξουσιαστικούς, εξαπλώθηκε γρήγορα διεθνώς και ονομάστηκε μετααριστερός αναρχισμός. Από τη γέννησή της αλληλεπίδρασε και επικαλύφθηκε σε κάποιον βαθμό με τον μεταμοντέρνο αναρχισμό ο οποίος αναδύθηκε μετά τη δεκαετία του 1960, επηρεασμένος από τον φιλοσοφικό μεταδομισμό στοχαστών όπως ο Ζαν Μποντριγιάρ, ο Ζιλ Ντελέζ και ο Μισέλ Φουκώ, από τα γεγονότα του Μάη του ’68 και από τον αναρχοατομικισμό του Μαξ Στίρνερ.

Για τον μεταμοντέρνο αναρχισμό η εξουσία δεν είναι μία αντικοινωνική υπερβατική ουσία η οποία διέπει το κράτος και το κεφάλαιο, αλλά ένα σύνολο σχέσεων που χαρακτηρίζουν κάθε τύπου αλληλεπιδράσεις μεταξύ ατόμων και δεν εκπορεύονται από ένα κέντρο μα ασκούνται κατανεμημένα από αμέτρητα σημεία.

Όλες αυτές οι εξελίξεις στο εσωτερικό του αναρχισμού έχουν δεχθεί ισχυρή κριτική από επικριτές τους, οι οποίοι συνήθως τους αντιπαραθέτουν τα χαρακτηριστικά του κλασικού κοινωνικού αναρχικού κινήματος όπως η σύνδεση με την ταξική πάλη και το εργατικό κίνημα, η επίσημη οργάνωση σε ομοσπονδίες μη τοπικού επιπέδου και το αίτημα της αμεσοδημοκρατικής εργατικής αυτοδιεύθυνσης. Ο κοινωνικός οικολόγος Μάρεϊ Μπούκτσιν έχει χαρακτηρίσει τον νεότερο αναρχισμό μία ασταθή και αποτυχημένη σύνθεση αναρχοατομικισμού, μεταμοντερνισμού και κλασικού κοινωνικού αναρχισμού, η οποία γρήγορα καταλήγει ανώδυνη, αδρανοποιείται πολιτικά ή ενσωματώνεται στο κατεστημένο, ενώ ο Μπομπ Μπλακ σε ανταπάντηση χαρακτήρισε τις ιδέες του Μπούκτσιν παρωχημένες και δείγμα «αριστερισμού», σημειώνοντας ότι οι παλαιές δομές (π.χ. τα συνδικάτα) και μέθοδοι (π.χ. απεργίες) του εργατικού κινήματος είναι που ιστορικά ενσωματώθηκαν στο κατεστημένο ή κατεστάλησαν από το κράτος. Ορισμένοι νεότεροι αναρχικοί υπήρξαν επιπρόσθετα ιδιαίτερα επικριτικοί απέναντι στον αναρχοσυνδικαλισμό, κατηγορώντας τον για εμμονή στην καπιταλιστική «ηθική της εργασίας» και για αναπαραγωγή καταπιεστικών δομών.

Μετά τα τέλη της δεκαετίας του ’90, πολλές ομάδες αναρχικών παγκοσμίως συσχετίστηκαν και συμμετείχαν ενεργά στο κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης, καθώς και στο «εναλλακτικό», διαδικτυακό μέσο πληροφόρησης Indymedia, το οποίο προέκυψε μέσα από τους κόλπους του εν λόγω κινήματος. Ακόμα, ο αναρχισμός (όπως και ο σοσιαλισμός ευρύτερα) έχει συσχετιστεί ορισμένες φορές με το κίνημα του ελεύθερου λογισμικού[xix].

Flag of the Zapatista Army of National Liberation


Ζαπατίστας

Ο Εθνικοαπελευθερωτικός Ζαπατίστικος Στρατός (EZLN) είναι ένα επαναστατικό αντάρτικο κίνημα, με έδρα τη νότια πολιτεία Τσιάπας, την πιο φτωχή πολιτεία του Μεξικού. Αποτελούμενο κυρίως από ιθαγενείς ινδιάνους Μάγια, οι Ζαπατίστας στράφηκαν ενάντια στο πολιτικό σύστημα, το οποίο και θεωρούν ότι εκμεταλλεύεται τόσο το λαό, όσο και τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της κάθε κοινότητας, λόγω της εμφανούς αποσύνδεσης από το λαό και τις ανάγκες του.

Πήραν το όνομα τους από τον Εμιλιάνο Ζαπάτα, ιδρυτή του Νότιου Απελευθερωτικού Στρατού στη διάρκεια της Μεξικανικής Επανάστασης που ξεκίνησε το 1910 και οδήγησε στην ανατροπή του τότε μονάρχη Πορφίριο Ντίαζ και στη δημιουργία του Μεξικανικού συντάγματος το 1917. Ο Εμιλιάνο Ζαπάτα, με το στρατό του και τους συμμάχους του, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο Πάντσο Βίλα, πολέμησε μέχρι το τέλος της ζωής του, το 1919, για αγροτική μεταρρύθμιση και ανακατανομή του πλούτου.

Οι Ζαπατίστας, με βάση το Τσιάπας, ξεκίνησαν την ένοπλη εξέγερση τους την 1η Ιανουαρίου του 1994, ημέρα όπου τέθηκε σε ισχύ η συμφωνία NAFTA (βορειοαμερικάνικη συμφωνία ελεύθερης αγοράς), συμφωνία η οποία τα επόμενα χρόνια, σύμφωνα με αυτούς, επρόκειτο να φέρει το 65% έως 75% του πληθυσμού της χώρας κάτω από το όριο της φτώχειας και να διευρύνει το χάσμα φτωχών-πλουσίων.

3000 ένοπλοι Ζαπατίστας καταλαμβάνουν τις πόλεις και τις κωμοπόλεις του Τσιάπας και εκδίδουν την «1η Διακήρυξη της Ζούγκλας Λακαντόνα» και τους επαναστατικούς νόμους τους. Η διακήρυξη αναφέρεται σε κήρυξη πολέμου ενάντια στο Μεξικανικό κράτος, το οποίο θεωρείται τόσο αντίθετο με τη θέληση του λαού που ανακηρύσσεται τελείως παράνομο. Οι αντάρτες ελευθέρωσαν όλους τους κρατούμενους από μια φυλακή και έκαψαν πολλά αστυνομικά τμήματα και στρατόπεδα, γνωρίζοντας μεγάλη απήχηση από τον κόσμο. Την επόμενη μέρα άντρες του Μεξικάνικου στρατού τους επιτέθηκαν στην πόλη Οκοσίνγκο όπου έλαβαν χώρα σφοδρές συγκρούσεις. Οι δυνάμεις των Ζαπατίστας δέχτηκαν μεγάλες απώλειες και υποχώρησαν από την πόλη στην παρακείμενη ζούγκλα.

Οι ένοπλες συγκρούσεις στο Τσιάπας σταμάτησαν την 12η Ιανουαρίου 1994 με την παύση πυρός, για την οποία μεσολάβησε η καθολική επισκοπή. Οι αντάρτες διατήρησαν την κατειλημμένη γη τους για τον επόμενο χρόνο αλλά το Φεβρουάριο του 1995 σε αιφνίδια επίθεση από τον τακτικό στρατό αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν από πολλές περιοχές τους και να καταφύγουν στα βουνά.

Μετά τις συγκρούσεις του Φλεβάρη του `95 αφού ο στρατός δεν κατάφερε να συλλάβει τους πρωτοστάτες των Ζαπατίστας, η κυβέρνηση του PRI προχώρησε σε διαπραγματεύσεις. Οι εξεγερμένοι προχώρησαν σε κινητοποίηση και οργάνωσαν καμπάνια στα ΜΜΕ με συνεχή κείμενα που μοιράζονταν σε εφημερίδες και στο διαδίκτυο και αργότερα με την έκδοση της «6ης Διακήρυξης της Ζούγκλας Λακαντόνα» δεν ξαναπροέβησαν σε στρατιωτικές επιχειρήσεις. Με ένα σημαντικό δίκτυο υποστηρικτών και με ένα μεγάλο μέρος του Τσιάπας υπό τον έλεγχο τους, κατάφεραν να δημιουργήσουν ρήγματα στην κυβέρνηση και τελικά να την ανατρέψουν. Έτσι, το χειμώνα του 2000 ανέβηκε στην εξουσία ο Βισέντε Φοξ, ο πρώτος μη PRI πρόεδρος μετά από σχεδόν 80 χρόνια. Οι Ζαπατίστας πορεύτηκαν ως την πρωτεύουσα, την πόλη του Μεξικού, για να παρουσιάσουν το θέμα τους ενώπιον του Μεξικάνικου κογκρέσου. Οι Ζαπατίστας, θεωρώντας πως ο Φοξ δεν είχε σκοπό να υλοποιήσει τα αιτήματά τους σε πλήρη μορφή, προέβησαν στη δημιουργία 32 «αυτόνομων δήμων-κοινοτήτων» στο Τσιάπας και εφάρμοσαν μερικώς τα αιτήματα τους χωρίς υποστήριξη από την κυβέρνηση, αλλά με μικρή χρηματοδότηση από διεθνείς οργανισμούς (ΜΚΟ).

Οι αυτόνομες κοινότητες των Ζαπατίστας μέχρι και σήμερα λειτουργούν με βάση την ιδεολογία τους, που καλείται Ζαπατίσμο, η οποία συνδυάζει παραδοσιακές πρακτικές των Μάγια με στοιχεία αναρχισμού και ελευθεριακού σοσιαλισμού. Κλειδί της ιδεολογίας τους είναι η πολιτικοποίηση και συμμετοχή όλων των πολιτών στις αποφάσεις. Με αυτοοργανωμένες κοινότητες και αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες οι αποφάσεις παίρνονται με βάση μια συλλογική διαδικασία κι όχι τον κλασικό διαχωρισμό της κοινότητας σε πυραμίδες εξουσίας.

 

Σύγχρονα κράτη – Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία και αναρχισμός

Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία, διερχόμενη μια κρίση τόσο πολιτικής, όσο και ευρύτερα κοινωνικής φύσεως, διαμορφώνει συνθήκες αμφισβήτησης όχι μόνο του συστήματος διακυβέρνησης, αλλά και της ίδιας της λογικής της εξουσίας. Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία, καθώς μεταλλάσσεται σε ιδιότυπη ολιγαρχία, αδυνατεί να εκφράσει τη λαϊκή βούληση με τρόπο άμεσο και ξεκάθαρο. Η νομοθετική εξουσία, ασκώντας κυρίως εξουσία παραγωγής συμφερόντων ομάδων κι όχι εξουσία εξυπηρέτησης συλλογικού συμφέροντος, τείνει να απωλέσει τα λαϊκά της ερείσματα και να απομακρύνεται ολοένα και περισσότερο από την αμεσότητα της λαϊκής συμμετοχής, την ισηγορία, την ισότητα και ισονομία. Μέσα σ’ αυτή τη διαδικασία, ο αναρχισμός ως θεωρία προσελκύει όσους πολίτες θεωρούν πως η κοινοβουλευτική εξουσία έχει πλέον χάσει τον ιστορικό της ρόλο και τη δυναμική της. Ταυτιζόμενος ο κοινοβουλευτισμός με την ίδια την κρατική εξουσία, δημιουργεί συνθήκες πολιτικής ανυπακοής, πολιτικής αντίθεσης και μορφές πολιτικής δράσης που αντιστρατεύονται την ιδέα της κρατικής αυθεντίας. Η ικανότητα, δε του Αναρχισμού να αναφέρεται σε κάθε σχεδόν σύγχρονο προβληματισμό (από την αντικαπνιστική εκστρατεία, έως την οικονομική κρίση) και η ελαστικότητα που επιδεικνύει έναντι οποιασδήποτε μορφής πολιτικής σύγκρουσης, τον καθιστά μια θελκτική λύση που αντιστρατεύεται κάθε εγγενή αυταρχισμό της κρατικής εξουσίας.

 

Πολιτική βούληση και αναρχισμός στην κοινοβουλευτική δημοκρατία

Η έννοια της πολιτικής βούλησης διαφέρει μεταξύ των δύο πολιτικών θεωριών. Στην κοινοβουλευτική δημοκρατία, η πολιτική βούληση λαμβάνει χώρα εντός της διαμορφωμένης κρατικής εξουσίας, η οποία εναλλάσσεται τακτικά με εκλογές και όπου την εξουσία ασκεί ένα σώμα αντιπροσώπων. Στον αναρχισμό, η πολιτική βούληση εκφράζεται κυρίως μέσα από μια κοινοτική συνύπαρξη και συνδιαλλαγή, εντός της οποίας δεν υφίσταται συγκεκριμένος φορέας εξουσίας. Υπό την έννοια αυτή, δεν υφίσταται πολιτική βούληση στον αναρχισμό με τον παραδοσιακό τρόπο. Από την άλλη όμως, και εφόσον στη σύγχρονη πολιτική θεωρία και πρακτική δεν έχει επικρατήσει – παρά μόνο ορισμένως και σε μικρή τοπική κλίμακα – ο αναρχισμός, η κύρια πρακτική αναφορά του αναρχισμού εκφράζεται ως αντίδραση και προσπάθεια κατάλυσης της υφιστάμενης εξουσίας. Υπό την έννοια αυτή, μπορούμε να αποδώσουμε στοιχεία πολιτικής βούλησης στον αναρχισμό, καθόσον επιζητεί την κατάρριψη της αυτής της εξουσίας. Το γεγονός, όμως ότι δεν επιζητεί την αντικατάσταση της υφιστάμενης εξουσίας με κάποια άλλη, διαμορφώνει μια προβληματική σχέση ως προς τη συγκρότηση τόσο των μέσων που χρησιμοποιούνται, όσο και των συγκεκριμένων σκοπών που επιζητούνται. Αυτή η ελαστικότητα – κατ’ άλλους, ασάφεια – στην πολιτική βούληση του αναρχισμού, δημιουργεί προβλήματα στον τρόπο αντιμετώπισης και αντίδρασης στο σύστημα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η χρήση βίας, η έντονα αντιεξουσιαστική δράση κάποιων αναρχικών ομάδων, η θεωρητική προσέγγιση (που, όμως συνήθως απηχεί διαφορετικές επιμέρους θεωρητικές συνθέσεις), προκαλούν πολυδιάσπαση του αναρχικού χώρου και καθιστούν αδύνατη, εκ των πραγμάτων, τη δημιουργία συμπαγούς και αρραγούς μετώπου που θα αντιτίθεται στον κοινοβουλευτισμό. Μην έχοντας τη δυνατότητα συγκεκριμένων πολιτικών προτάσεων με άμεση εφαρμογή και με δεδομένη την ουτοπιστική του προσέγγιση, αδυνατεί να προσφέρει πολιτική έκφραση με μαζικό χαρακτήρα και πρακτική εναλλακτική λύση απέναντι στα προβλήματα του κοινοβουλευτισμού.

Από την άλλη, η πρακτική της άμεσης συμμετοχής των πολιτών στα δρώμενα, οι απόλυτα ισότιμες διαδικασίες λήψης αποφάσεων, η δυνατότητα ισηγορίας, θυμίζουν έντονα την πολιτική βούληση της άμεσης δημοκρατίας. Έτσι, ο αναρχισμός μπορεί και εκφράζει τη βαθύτερη ανάγκη του ανθρώπου να απαγκιστρωθεί από μια ολιγαρχίζουσα πολιτική άποψη που, τελολογικά, δημιουργεί συνθήκες κοινωνικών εκρήξεων, καθώς η μεγάλη μάζα των πολιτών αισθάνεται ξεκομμένη και παραμελημένη. Υπ’ αυτή την συνθήκη, ο αναρχισμός διαθέτει πολιτική βούληση, στενά μάλιστα συνδεδεμένη με την ιδέα της αρχαίας δημοκρατίας, χωρίς όμως να πιστεύει στο σύστημα που εκείνη πρέσβευε (έστω και μέσα στα πλαίσια της πόλης – κράτους, όπου η κοινότητα είχε τον πρώτο λόγο και η συλλογικότητα θεωρούνταν απαραίτητο και συστατικό στοιχείο πολιτικής δράσης) και χωρίς να αποδέχεται την αναγκαιότητα ύπαρξης φορέων εξουσίας (που ακόμα και η άμεση δημοκρατία θεωρούσε απαράβατο στοιχείο της πολιτικής της δράσης).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[i] Μία από τις σπουδαιότερες φράσεις του Ζαν – Ζακ Ρουσσώ αποτελεί ένα από τα συνθήματα του Αναρχισμού: Ο άνθρωπος γεννήθηκε ελεύθερος, παντού όμως είναι με αλυσίδες

[ii] «Το να κυβερνάσαι σημαίνει να παρακολουθείσαι, να επιτηρείσαι, να κατασκοπεύεσαι, να κατευθύνεσαι, να νομοθετείσαι, να υποβάλλεσαι σε πειθαρχία, να περικλείεσαι, να κατηχείσαι, να δέχεσαι κήρυγμα, να ελέγχεσαι, να αξιολογείσαι, να αποτιμάσαι, να λογοκρίνεσαι, να διοικείσαι. Κι όλα αυτά από πλάσματα που δεν έχουν ούτε το δικαίωμα, ούτε τη σοφία, ούτε την αξία». Pierre – Joseph Proudhon

[iii] ΟΙ αναρχικοί το εννοούν αυτό κυριολεκτικά. Κάθε μορφή εξουσίας, ακόμη κι εκείνη των «επαϊόντων», των ειδικών δηλαδή, όπως ενός γιατρού ή καθηγητού, αμφισβητείται, καθόσον στηρίζεται στην άνιση κατανομή του αγαθού της γνώσης. Επιπλέον, ευθεία αμφισβήτηση υπάρχει και απέναντι στην οργανωμένη εκκλησία, κυρίως το Χριστιανισμό, καθόσον θεωρήθηκε ως πηγή της ίδιας της εξουσίας, αφού πρόβαλε το πρότυπο του Υπέρτατου Όντος που κυβερνά και απειλεί με τιμωρία όσους δεν υπακούσουν στο νόμο Του.

[iv] Κατά τη γνωστή φράση του Λόρδου Acton «Κάθε εξουσία έχει την τάση να διαφθείρει και η απόλυτη εξουσία διαφθείρει απόλυτα»

[v] Πρόκειται για την περίφημη «ψυχολογία της δύναμης» που επικρατεί στην ανθρώπινη κοινωνία, μέσα στην οποία, κατά το γνωστό Αμερικανό Αναρχικό Paul Goodman, «πολλοί είναι αδίστακτοι και οι περισσότεροι ζουν μέσα στο φόβο».

[vi] Ειδικότερα ο W. Godwin πίστευε πως τα άτομα δεν χρειάζονται κοινωνικό συμβόλαιο, αφού από τη φύση τους ορμούνται προς την οργάνωση της ζωής τους με τρόπο αρμονικό και ειρηνικό. Κατά συνέπεια, η κάθε μορφής εξουσία είναι η αιτία της ανθρώπινης απληστίας, αδικίας και επιθετικότητας και σε καμία περίπτωση δε συνιστά λύση των προβλημάτων.

[vii] Ο πόλεμος είναι η υγεία του κράτους, κατά τον Αμερικανό Αναρχικό Randolf Bourne

[viii] Ο Μ. Bakunin ηγήθηκε της συνωμοτικής αδελφότητας «Συμμαχία για Κοινωνική Δημοκρατία», συμμετέχοντας σε πολλές αναρχικές εξεγέρσεις στη Γαλλία και την Ιταλία. Άλλοι γνωστοί Αναρχικοί που κατά κόρον χρησιμοποίησαν τακτικές βίας ήσαν οι Ρώσοι ΛαΊκιστές, ο Malatesta, οι Ζαπατίστες στο Μεξικό κ.ο.κ.

[ix] Θύματα επιθέσεων Αναρχικών υπήρξαν ο Τσάρος Αλέξανδρος ο Β΄, ο βασιλιάς Ουβέρτος της Ιταλίας, η Αυτοκράτειρα Ελισάβετ της Αυστρίας, ο πρόεδρος της Γαλλίας Carnot, Ο πρόεδρος των ΗΠΑ McKinley, ο πρωθυπουργός της Ιταλίας Aldo Moro και πολλοί άλλοι. Αντίστοιχα, γνωστές Τρομοκρατικές Αναρχικές οργανώσεις υπήρξαν η «Λαϊκή Θέληση» στη Ρωσία, η ομάδα Baader – Meinhof στη Γερμανία, οι «Ιταλικές Ερυθρές Ταξιαρχίες», ο «Κόκκινος Στρατός» στην Ιαπωνία, η ομάδα «Οργισμένη Ταξιαρχία» στο Ηνωμένο Βασίλειο και αρκετές άλλες.

[x] Χαρακτηριστικά παραδείγματα τέτοιας μορφής δράσης ήταν οι περίφημες εξεγέρσεις στις πλατείες πολλών μεγάλων ΕυρωπαΪκών και Αμερικανικών πόλεων, τα κινήματα κατά της Παγκοσμιοποίησης κλπ.

[xi] Ο γνωστός Ρώσος μυθιστοριογράφος L. Tolstoy ήταν από τους πιο γνωστούς φιλειρηνιστές των αρχών του 20ου αιώνα. Περιγράφοντας ένα διεφθαρμένο πολιτισμό, υποστήριξε πως ο μόνος τρόπος διαφυγής απ’ αυτόν είναι η επιστροφή στις παραδοσιακές κοινοτικές μορφές της Ρωσίας, στις οποίες κυριαρχούσαν οι θρησκευτικές αξίες και η απλή ζωή. Πολλά κοινόβια οργανώθηκαν σύμφωνα με τις διδαχές του Ρώσου διανοούμενου, στα οποία η βασική αρχή ήταν αυτή της μη βίας. Οπωσδήποτε, πάντως ο Tolstoy μόνο ως συμπαθής στους Αναρχικούς κύκλους θα μπορούσε να ταξινομηθεί κι όχι ως θεωρητικός του Αναρχισμού.

[xii] Τον όρο «αλληλοβοήθεια» χρησιμοποίησε ο Kropotkin, ο οποίος ανέπτυξε τη θεωρία του με βάση την Δαρβινική θεωρία της εξέλιξης. Θεώρησε πως με βάση αυτή τη θεωρία, τα είδη που επικρατούν επιτυγχάνουν την εξέλιξη ακριβώς διότι καταφέρνουν να συνεργαστούν και να διαμορφώσουν μορφές συλλογικότητας στις πράξεις τους. Η ίδια η διαδικασία της εξέλιξης, κατά τον Kropotkin, ενισχύει την κοινωνικότητα έναντι του ανταγωνιστικού τρόπου ύπαρξης και διαβίωσης. Τα πλέον επιτυχημένα είδη, όπως το ανθρώπινο, πρέπει να διαθέτουν μια ισχυρή κλίση προς την αλληλοβοήθεια.

[xiii] «Η κοινωνική αλληλεγγύη είναι ο πρώτος ανθρώπινος νόμος. Η ελευθερία είναι ο δεύτερος», έγραφε ο Bakunin.

[xiv] Βλ. και τη γνωστή φράση του Marx πως το κράτος σε μια αμιγώς κομμουνιστική κοινωνία «θα μαραθεί».

[xv] Οι αναρχοκομμουνιστές, όπως ονομάστηκαν εκείνοι που κυρίως «ανατράφηκαν» με την κομμουνιστική ιδεολογία, θαυμάζουν τις μικρές αυτοδιαχειριζόμενες αυτάρκεις κοινότητες, τύπου πόλης – κράτους ή αγροτικού κοινοβίου. Στα πλαίσια αυτών των κοινοτήτων, όχι μόνο υπάρχει συλλογικότητα του πλούτου και της ιδιοκτησίας, αλλά και επικρατεί μια διαδικασία συμμετοχικής δημοκρατίας άμεσου χαρακτήρα, η οποία προσφέρει όχι μόνο απόλυτα ποσοστά λαϊκής συμμετοχής, αλλά και πολιτική ισότητα. Η θέση αυτή της λαϊκής αυτοκυβέρνησης έχει ιδιαίτερη απήχηση στα σύγχρονα κινήματα του αναρχισμού (βλ. παρακάτω)

[xvi] Α. Heywood, Πολιτικές ιδεολογίες, σ. 364

[xvii] Οι ιδέες του Στίρνερ φαίνεται τελικά πως επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό τον Νϊτσε και το ρεύμα των Υπαρξιστών του 20ου αιώνα, όπως τον Σαρτρ.

[xviii] Φαίνεται πως ο Proudhon θαύμαζε ιδιαίτερα τις μικρές κοινότητες των χειροτεχνών, όπως αυτή των ωρολογοποιών της Ελβετίας, οι οποίοι χειρίζονταν τις υποθέσεις τους πάνω σε ένα παρόμοιο σύστημα αμοιβαίας συναλλαγής.

[xix] Πηγή Wikipedia (ελλ. Έκδοση)

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail