Σα. Σεπ 19th, 2020

Geopolitics & Daily News

Global news on Economy, Security, Politics and more

Χριστιανισμός και Ισλαμισμός: Η Σύγκρουση των Κόσμων

Muslim men prostrating in prayer, at the Umayyad Mosque, Damascus.

Γράφει ο δρ Δημήτριος Γκίκας*

 

 

«Οι πόλεμοι από δω και πέρα θα είναι θρησκευτικοί και πολιτισμικοί»

«Το Ισλάμ, από τη στιγμή που θα αποκτήσει συνοχή, θα απειλήσει σοβαρά τη Δύση»

S. Huntington, Η Σύγκρουση των Πολιτισμών και ο ανασχηματισμός της Παγκόσμιας Τάξης

 

 

Εισαγωγή

Η συγκρουσιακή σχέση που διέπει, εδώ και αιώνες, τον Χριστιανισμό και τον Ισλαμισμό, φαίνεται ότι αναζωπυρώνεται τα τελευταία χρόνια. Τόσο οι γεωπολιτικές αναταράξεις στον ευρύτερο χώρο της Μ. Ανατολής, όσο και ο υβριδικός πόλεμος που εφαρμόζει η Τουρκία στη γειτονιά μας, αναδεικνύουν μια ζοφερή πραγματικότητα και προμηνύουν ένα ακόμα πιο σκοτεινό μέλλον στις σχέσεις ανάμεσα στις δύο θρησκευτικές «ναυαρχίδες» του ανθρώπινου πολιτισμού.

Οι δύο θρησκείες αντιπροσωπεύουν, στην πραγματικότητα, δύο εντελώς διαφοροποιημένα πολιτισμικά πρότυπα, δύο ξεχωριστές κουλτούρες που διαπερνούν όλο το φάσμα της κοινωνικής και πολιτικής ζωής των ανθρώπων. Κι αν στις Δυτικές κοινωνίες, η θρησκευτική ταυτότητα πλέον δεν συνιστά βασική πτυχή της άσκησης πολιτικής, στην περίπτωση του Ισλάμ πολιτική και θρησκεία συνιστούν ταυτόσημες έννοιες.

Είναι πολλοί αυτοί που αναφέρονται στην αναμενόμενη, υποτίθεται, ενσωμάτωση του Ισλαμικού θρησκευτικού και πολιτισμικού στοιχείου στις Δυτικές κοινωνίες. Πρόκειται για αυταπάτη, η οποία οφείλεται τόσο στην υπεροπτική πεποίθηση περί «ανωτερότητας» του Δυτικού πολιτισμού, όσο και στην αφελή πολιτική και θρησκευτική σκέψη που θεωρεί ότι, με κάποιο «μαγικό» τρόπο, οι Μουσουλμάνοι θα σταματήσουν να πιστεύουν τόσο σθεναρά στη θρησκεία τους και θα προσαρμοστούν στον κοσμικό χαρακτήρα των δυτικών κρατών. Λησμονούν, όμως ότι ακόμα και η Δύση πέρασε αιώνες κάτω από την αυστηρή θεοκρατική «ομπρέλα» του Ρωμαιοκαθολικισμού που εκ προοιμίου δεν διέθετε πεποιθήσεις βίαιες και μισαλλόδοξες, ότι χρειάστηκε πολύς κόπος και μόχθος για να σταματήσει ο σκοταδισμός της Ιεράς Εξέτασης κι ότι αν για τους Χριστιανούς η νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου είναι παρελθόν, για τους Ισλαμιστές είναι πολύ μακριά ακόμα το ξημέρωμα, αν έρθει ποτέ…

Στο παρόν ερευνάται ο γενικότερος ρόλος της θρησκείας στον γεωπολιτικό χάρτη της Μ. Ανατολής και της Αν. Μεσογείου κυρίως (όπου μας αφορά ως χώρα), οι διώξεις που δέχεται το χριστιανικό στοιχείο στην περιοχή και οι συνέπειες αυτών των διώξεων, καθώς και η αμφιλεγόμενη στάση της Εκκλησιαστικής ηγεσίας απέναντι τόσο στην κλιμακούμενη σύγκρουση, όσο και στις πολύπλευρες διαστάσεις της (μεταναστευτικό, πληθυσμιακή αλλοίωση, πολιτική, πολιτιστική και θρησκευτική αποδόμηση των δυτικών αξιών). Επιπλέον, αναλύεται η ψευδεπίγραφη, πολιτικά υποκινούμενη, σχέση του Ισλάμ με τις δυτικές αξίες και τον φιλελευθερισμό.

  1. Γεωπολιτική και θρησκεία στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου: Βασικά γεγονότα και συνέπειες

Η θρησκεία, σημαίνων παράγοντας πολιτισμού, διαθέτει εξέχοντα ρόλο στη διαμόρφωση πολιτικής. Στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου (Μέση Ανατολή, Βαλκάνια, Βόρειος Αφρική), οι πολιτικές «μονομαχίες» διέθεταν ιστορικά και εξακολουθούν να διαθέτουν έντονο θρησκευτικό «χρώμα».

1.1. Τουρκία και νεοθωμανισμός απέναντι στην «αδρανή» Ελλάδα

Η Τουρκία έχει καταφέρει να αναδειχθεί ως ηγέτιδα δύναμη του μουσουλμανικού κόσμου στην περιοχή. Στα Βαλκάνια προωθεί το Σουνιτικό Ισλάμ με ανεγέρσεις τεμένων, αναστηλώσεις οθωμανικών μνημείων, χρηματοδοτήσεις τζαμιών (ακόμα και παράνομων), δημιουργία ιερατικών σχολών κ.ο.κ. Ιδιαίτερη σημασία δίνει στον προσεταιρισμό των μουσουλμανικών μειονοτήτων στην περιοχή των Βαλκανίων, παρουσιάζοντας το Ισλάμ ως ενοποιητικό στοιχείο και χρηματοδοτώντας, όπως είναι φυσικό, την ενδυνάμωση των μουσουλμανικών πληθυσμών στην περιοχή, προσφάτως μέσω και της προώθησης μεταναστευτικών ρευμάτων στις χώρες της Βαλκανικής, με κέντρο την Ελλάδα.

Επιπλέον, η Τουρκία διαθέτει εξαιρετικά ερείσματα στη Δύση, κάνοντας ανοίγματα σε όλες τις μουσουλμανικές μειονότητες στα Δυτικά κράτη και ενδυναμώνοντας τους αντίστοιχους πληθυσμούς και εκεί – πάλι μέσω Ελλάδας.

Παρά τις αντιδράσεις των αραβικών μουσουλμανικών πληθυσμών στη Βόρεια Αφρική, καθώς δεν βλέπουν όλοι με καλό μάτι την αύξηση της Τουρκικής επιρροής στον μουσουλμανικό κόσμο, η Τουρκία έχει καταφέρει να καταστεί ο κυρίαρχος «παίχτης» στη γεωπολιτική σκηνή, διαμορφώνοντας πλέον μια τάση νεοθωμανισμού στην πολιτική και κοινωνική ζωή της ευρύτερης περιοχής. Η τάση αυτή υποβοηθείται από το γεγονός ότι η Ελλάδα, εν δυνάμει ισχυρός παράγοντας άσκησης θρησκευτικής γεωπολιτικής στην περιοχή, παραμένει ανεξήγητα αδρανής και απούσα από τις εξελίξεις, δεχόμενη ακόμα και τις ακραίες μεταναστευτικές πολιτικές που, εν μέρει, ορίζει και κατευθύνει η ίδια η Τουρκία.

Η αδράνεια της ελληνικής πολιτικής σκηνής οφείλεται σε δύο κύριους λόγους: α. στην πολιτική αγκύλωση της ελληνικής κεντροαριστεράς, η οποία συστηματικά πολεμά τη θρησκευτική ταυτότητα της χώρας και β. στην πολιτική αμηχανία της «ευρωπαϊκής» δεξιάς απέναντι στο Ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα, καθώς αυτό δεν συμπλέει με την πλειοψηφία των Ευρωπαϊκών κρατών που είτε είναι άθρησκα, είτε προκρίνουν άλλες Χριστιανικές ομολογίες και δόγματα.

Όμως, η θέση της Ελλάδας γεωπολιτικά είναι ιδιαίτερα κρίσιμη, η πολιτική και γεωστρατηγική της διπλωματία δεν μπορεί να στηριχτεί αποκλειστικά στο γεγονός ότι ανήκει στην Ε.Ε. ή στο ΝΑΤΟ και αν δεν ενεργοποιήσει τη δυναμική της θρησκευτικής της ταυτότητας, θα καταλήξει να χάσει και την όποια πολιτική της δυναμική που μέχρι σήμερα της παρείχε η ένταξή της στην Ευρωπαϊκή κοινότητα. Ο νεοθωμανισμός της Τουρκίας και η πολιτική αθρόας μετανάστευσης ήδη δημιουργεί στη χώρα μας θύλακες εξτρεμιστικού Ισλαμισμού. Είναι χαρακτηριστικό ότι στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια έχουν αυξηθεί οι επιθέσεις σε χώρους θρησκευτικής σημασίας και για πρώτη φορά το 2018 σημειώθηκε τρομοκρατική επίθεση στον Ιερό Ναό Αγίου Διονυσίου Αρεοπαγίτου (πηγή: Καθημερινή, 22.12.2019). Επιπλέον, διαμορφώνονται συνθήκες αλλοίωσης της εθνικής, πληθυσμιακής και ευρύτερα πολιτιστικής ταυτότητας της χώρας, εγκυμονώντας πλέον κινδύνους για την απώλεια κάθε μορφής εθνικής κυριαρχίας. Επιγραμματικά και προορατικά, αν η Ελλάδα δεν κατορθώσει να αντιδράσει στον νεοθωμανισμό της Τουρκίας, τα επόμενα 50 χρόνια θα αποτελεί απλώς «επαρχία» υπό ισλαμική κυριαρχία – και μάλιστα δίχως να έχει προηγηθεί κανένας συμβατικός πόλεμος.

1.2. Μ. Ανατολή: Ο Χριστιανικός κόσμος σε διωγμό – Γεγονότα και συνέπειες

Το Χριστιανικό στοιχείο στις χώρες της Μ. Ανατολής βρίσκεται υπό διωγμόν εδώ και πολλές δεκαετίες, ενώ τα πρόσφατα γεγονότα ανέδειξαν πόσο πολύπλοκη είναι η θρησκευτική γεωγραφία στην περιοχή. Στη Συρία (Χαλέπι) δεν υπάρχουν πια συμπαγείς χριστιανικές κοινότητες, στην Αίγυπτο κανείς δεν γνωρίζει τον ακριβή αριθμό κοπτών χριστιανών που, πάντως, διαβιούν σε συνθήκες τρομερής ανασφάλειας, στο Ιράκ και το Ιράν το ισλαμικό στοιχείο διώκει απηνώς τους χριστιανούς με σφαγές και εκτοπίσεις, το χριστιανικό στοιχείο στην Αρμενία βρίσκεται σε κατάσταση διάλυσης, στην Παλαιστίνη ο χριστιανικός πληθυσμός έχει μειωθεί σχεδόν κατά 50%, εκτεταμένες καταστροφές σε χριστιανικά μνημεία είναι πλέον γεγονός (Πηγές: Καθημερινή, 23.12.2019, Εφ. Των Συντακτών, 15 Οκτ 2015, Orthodoxianewsagency.gr, 28.2.2019 κ. αλλού). Εν κατακλείδι, διαφαίνεται η ξεκάθαρη πλέον πρόθεση συρρίκνωσης και εξαφάνισης του χριστιανικού στοιχείου σε μια περιοχή όπου επιβίωσε για χιλιετίες.

Τα πρόσφατα γεγονότα σε Συρία και Λίβανο θα έπρεπε να προβληματίσουν έντονα την ελληνική πολιτική σκηνή, καθώς ο παράγοντας «θρησκεία» είναι βασικός στην εξέλιξη των γεγονότων. Το ότι και στις δύο χώρες το χριστιανικό στοιχείο διώκεται, προβληματίζει όχι μόνο για το ορατό ενδεχόμενο οριστικής εξάλειψης της παρουσίας του Χριστιανισμού στην ευρύτερη περιοχή, αλλά και για την επίσης εφιαλτική πιθανότητα οι εκκαθαρίσεις να «μεταφερθούν» στα Βαλκάνια, όπου ήδη οι μουσουλμανικές κοινότητες, με τη βοήθεια της Τουρκίας όπως ειπώθηκε πιο πάνω, έχουν αρχίσει να δραστηριοποιούνται έντονα. Κοντολογίς, η σειρά των Βαλκανίων, άρα και της Ελλάδας, δεν φαίνεται να είναι μακριά, όταν μάλιστα σε πολλά νησιά του Αιγαίου (Σάμος, Λέσβος, Χίος) η αναλογία μόνιμων κατοίκων και μουσουλμάνων μεταναστών έχει αρχίσει να ξεπερνά κάθε προηγούμενο: στη Λέσβο, για παράδειγμα, τον Σεπτέμβρη του 2015 η αναλογία ήταν 3 κάτοικοι για δύο μετανάστες (Πηγή: Le Monde, 14 Sep 2015) και το 2019 η αναλογία στη Σάμο είχε φτάσει στο 1:1 (Πηγή: Πρώτο Θέμα, 16.10.2019). Αυτή τη στιγμή, είναι άγνωστη η αναλογία καθώς οι πιέσεις στο ελληνικό στοιχείο των νησιών (ειδικότερα στη Λέσβο) είναι έντονες. Τουρκικές ΜΚΟ έχουν δημιουργήσει πληθυσμιακούς θύλακες στο νησί, ο εκτοπισμός και η τρομοκρατία αποτελούν καθημερινό φαινόμενο και η αδράνεια της ελληνικής πολιτείας και των οργάνων τάξης είναι εξοργιστική.

  1. Η Εκκλησία απέναντι στον Ισλαμικό επεκτατισμό

2.1. Ελληνική Εκκλησία και Ισλάμ: Νεοραγιαδισμός και φοβικά σύνδρομα

Η Ελληνική Εκκλησία, ατυχώς, δεν εμφανίζει ούτε ομοψυχία, ούτε καν συμφωνία στο πώς θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της Ισλαμικής επέλασης στη χώρα μας, ενώ διατυπώνει κάποτε εντελώς διφορούμενες θέσεις για το γεγονός των διωγμών των Χριστιανών σε πολλές περιοχές της Μ. Ανατολής.

Μέρος του ανώτατου κλήρου της εκκλησίας της Ελλάδος κατά καιρούς έχει εκφράσει απόψεις θετικές για την επερχόμενη Ισλαμοποίηση της Ελληνικής κοινωνίας (Αλεξανδρουπόλεως Άνθιμος) ή για το πόσο «πολιτισμό» κρύβει το Κοράνι (Δημητριάδος Ιγνάτιος). Τα κηρύγματα αυτού του τύπου και του ύφους, συνήθως ενδεδυμένα με τον μανδύα της «αγάπης προς τον πλησίον», δεν είναι βέβαια πρωτάκουστα στην ελληνική πολιτική και θρησκευτική ιστορία. Ακούστηκαν και κατά την περίοδο λίγο πριν την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς καθώς και σε όλη την περίοδο της Τουρκοκρατίας, τόσο από ιεράρχες, όσο και από επιφανή στελέχη του κρατικού μηχανισμού που συνασπίζονταν με την εκκλησιαστική εξουσία. Το περίφημο «Κρειττότερον εστίν ειδέναι εν μέση τη πόλει φακιόλιον βασιλεύον Τούρκων ή καλύπτραν λατινικήν» (Δούκας, Περί αλώσεως στο Τωμαδάκης Ν., Περί αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως, Εκδόσεις Πουρναράς, 1993), δηλαδή «καλύτερα να δούμε στην Πόλη να κυβερνά τούρκικο σαρίκι παρά τιάρα παπική», το οποίο ειπώθηκε από τον Μέγα Δούκα Λουκά Νοταρά, είναι χαρακτηριστικό της υποτακτικής νοοτροπίας που αναπτύχθηκε στους κόλπους ορισμένων επιφανών πολιτικών και εκκλησιαστικών κύκλων λίγο πριν την Άλωση και κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Παρά το γεγονός ότι ο Νοταράς υπήρξε πολιτικό κι όχι εκκλησιαστικό πρόσωπο, και παρά το ότι η φράση εκφράζει μια απέχθεια έναντι του Ρωμαιοκαθολικισμού, η ρήση της είναι βέβαιο ότι εξέφραζε μεγάλη μερίδα του ανώτατου κλήρου της εποχής κι ότι, εκτός από την απέχθεια έναντι της Δυτικής Εκκλησίας, απέκρυπτε τα πρώτα σπέρματα της νοοτροπίας του ραγιαδισμού.

Ακόμα πιο χαρακτηριστική υπήρξε η Πατριαρχική εγκύκλιος του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄ (δημοσιεύτηκε στον Λόγιο Ερμή που κυκλοφορούσε στη Βιέννη), η οποία καταδίκασε την Επανάσταση του 1821 και τους επαναστάτες ως «πνεύμα κακοποιόν και αποστατικόν», αφορίζοντάς τους και εγκαλώντας, στην ουσία, την πρόθεση των επαναστατών για απελευθέρωση.

Η στάση αυτή, η οποία προφανώς δεν υιοθετείται από όλους, εκφράζει ένα γενικότερο φοβικό σύνδρομο που παλαιότερα ονομαζόταν «ραγιαδισμός». Η λέξη εξέφραζε την πεποίθηση ότι η ταπείνωση και υποταγή στον δυνάστη συνιστούσε πράξη αρετής, μια πράξη μάλιστα που περιγράφεται πολύ γλαφυρά στη φράση «σφάξε με πασά μου ν’ αγιάσω».

Ο ραγιαδισμός αποτέλεσε την απόπειρα μερίδας των υπόδουλων χριστιανικών πληθυσμών να αιτιολογήσουν την υποτακτική τους στάση απέναντι στον τύραννο, καθώς, είτε από φόβο, είτε από πρακτική αδυναμία, δεν μπορούσαν να τον αντιμετωπίσουν ως ελεύθεροι άνθρωποι. Πρόκειται για μια σκοταδιστική νοοτροπία που, εν μέρει, εγκολπώθηκε κι από μερίδα του εκκλησιαστικού κλήρου, για τους ίδιους λόγους αδυναμίας να αντιμετωπιστεί η παρατεταμένη κατάσταση υποδούλωσης σε δυνάστες πολιτιστικά και θρησκευτικά εντελώς διαφορετικούς.

Στην εποχή μας έχει αρχίσει να επικρατεί ένας καινοφανής ραγιαδισμός αυτού του τύπου που βασίζεται είτε στο φοβικό σύνδρομο «μη μας πουν φασίστες και ρατσιστές», είτε σε γενικότερη ιδεολογική και πολιτική πεποίθηση που συμβαδίζει με την απόπειρα να καθιερωθεί η παράνομη μετανάστευση ως καλό και συμφέρον γεγονός για όλες τις τοπικές κοινωνίες ή, τουλάχιστον, ως αναγκαίο κακό, θρησκευτικά αποδεκτό, κοινωνικο-πολιτικό γεγονός με παγκόσμιες διαστάσεις.

Συμβάδιζε ολόκληρος ο κλήρος με τέτοιες απόψεις; Προφανώς όχι. Μεγάλο μέρος της Εκκλησίας λειτουργούσε ως εθνικός, πνευματικός και θρησκευτικός καθοδηγητής των Ελλήνων (βλ. Μεταλληνός Γ., Τουρκοκρατία, Εκδόσεις Ακρίτας, 2008), ενώ και στα νεώτερα και πολύ πρόσφατα χρόνια τα ονόματα του Γερμανού Καραβαγγέλη, μητροπολίτη Καστοριάς και του Μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χριστοδούλου, είναι ενδεικτικά του γεγονότος ότι, διαχρονικά, δεν διέπονται όλοι οι Ιεράρχες και ο κλήρος από το ίδιο πνεύμα ραγιαδισμού και σκοταδισμού.

  1. Το Ισλάμ και η μετανάστευση

3.1. Η «αναγκαιότητα» της μετανάστευσης του Μουσουλμανικού πληθυσμού στις Δυτικές χώρες: Η περίπτωση του Αζερμπαϊτζάν

Από τα πιο γνωστά επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται στη διεθνή πολιτική σκηνή για την αποδοχή του ισλαμικού επεκτατισμού ως «αναγκαίου κακού» είναι αυτό που αναφέρεται στην «αναγκαιότητα» των πληθυσμών που διαβιούν σε μουσουλμανικές χώρες να μεταναστεύσουν στις χώρες της Δύσης. Ως βασικοί λόγοι τονίζονται οι εγγενείς αδυναμίες των κρατών αυτών να διαμορφώσουν σταθερή οικονομική και κοινωνική κατάσταση. Οι περισσότερες από αυτές τις χώρες, λένε, είναι φτωχές, υπανάπτυκτες και λόγω της κυριαρχίας του Ισλαμισμού υφίσταται κοινωνική καταπίεση.

Το επιχείρημα θα ήταν έγκυρο, αν η πλειονότητα των μουσουλμανικών πληθυσμών που μετανάστευαν στις Δυτικές κοινωνίες σταματούσε να διατηρεί ισχυρές σχέσεις με το Ισλαμιστικό στοιχείο στις χώρες υποδοχής. Κάτι τέτοιο, όμως δεν συμβαίνει. Ας δούμε ένα παράδειγμα.

Σε κεντρικό δήμο της Αττικής, μετανάστης προερχόμενος από το Μπαγκλαντές διαμένει με τη σύζυγό του και τον γιο του σε γειτονιά, όπου διαβιούν αρκετοί συμπατριώτες του και πολλοί Πακιστανοί. Καθώς ο ίδιος είναι μετριοπαθής στις θρησκευτικές του αντιλήψεις, δεν επιβάλλει κάποια μουσουλμανική ένδυση στη σύζυγο. Το γεγονός αυτό δεν περνά απαρατήρητο από τους υπόλοιπους συμπατριώτες του στη γειτονιά, οι οποίοι, ένα βράδυ, τον επισκέπτονται στην οικία που νοικιάζει και τον προειδοποιούν ότι αν ξαναδούν τη σύζυγό του να κυκλοφορεί «σαν δυτική πόρνη», θα χρησιμοποιήσουν βία εναντίον της και εναντίον του. Το αποτέλεσμα ήταν ο συγκεκριμένος να πάρει την οικογένειά του και να αναζητήσει αλλού κατοικία, απαρνούμενος εντελώς τη θρησκευτική του ταυτότητα.

Το παραπάνω περιστατικό, εντελώς πραγματικό, δείχνει ότι η μεγάλη πλειοψηφία των μουσουλμάνων δεν μεταναστεύει διότι επιθυμεί να ξεφύγει από την κυριαρχία του Ισλαμισμού στη χώρα προέλευσης. Όσοι λίγοι το πράττουν αυτό, είτε αντιμετωπίζονται ως παρίες από την κοινότητά τους, είτε αναγκάζονται να αλλάξουν εντελώς στάση απέναντι στη θρησκεία και δεν εντάσσονται πλέον στις μουσουλμανικές κοινότητες.

Ένα δεύτερο στοιχείο του επιχειρήματος αναφέρεται στη γενικότερη φτώχεια πολλών μουσουλμανικών κρατών και, ως εκ τούτου, στην αναγκαία συνέπεια υποχρεωτικής μετανάστευσης μεγάλου μέρους πληθυσμού σε δυτικές χώρες, αναζητώντας εργασία και καλύτερες συνθήκες διαβίωσης. Πρόκειται, επίσης για προκείμενη εν μέρει μόνο αληθής, καθώς ούτε όλα τα μουσουλμανικά κράτη χαρακτηρίζονται από τέτοιες οικονομικές συνθήκες, ούτε βεβαίως είναι λογικό η πλειονότητα των μουσουλμανικών πληθυσμών που διαβιούν σε φτωχά κράτη να επιλέγει μη μουσουλμανικές χώρες για μετανάστευση, όταν υπάρχουν κράτη αμιγώς μουσουλμανικά που θα ήταν ασφαλέστεροι γι’ αυτούς και, από πλευράς πολιτισμικής και θρησκευτικής αναφοράς, πιο οικείοι τόποι προορισμού.

Χαρακτηριστική περίπτωση κράτους, όπου η μεγάλη πλειοψηφία του ανήκει στο μουσουλμανικό θρήσκευμα είναι το Αζερμπαϊτζάν. Πρόκειται για ένα κράτος όπου τα τελευταία χρόνια έχει κατορθώσει να διατηρήσει ένα πολύ καλό επίπεδο διαβίωσης των πολιτών της. Επιπλέον, παρά τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους, η μουσουλμανική θρησκεία ασκείται ελεύθερα και ανεμπόδιστα, χωρίς τα προβλήματα ένταξης που συναντώνται στις Δυτικές χριστιανικές χώρες. Το Αζερμπαϊτζάν συνορεύει με την Τουρκία, έχει πληθυσμό όσο η Ελλάδα και πολύ μικρή ανεργία – κι όμως κανείς μουσουλμάνος δεν το επιλέγει ως χώρα προορισμού.

Είναι εμφανές από τα παραπάνω ότι η μετανάστευση συμπαγών πληθυσμών στις δυτικές χώρες δεν συνιστά μια αναγκαιότητα που έχει να κάνει με τη διαβίωση ή την εξασφάλιση εργασίας, αλλά μια πολιτική που υποκρύπτει, όπως έχει αποδειχθεί πλέον με τη στάση και τον υβριδικό πόλεμο που διεξάγει η Τουρκία, ξεκάθαρους επεκτατικούς στόχους.

The Whirling Dervishes or Mevlevi Order, by the tomb of Sufi-mystic Rumi

  1. Ισλάμ και Δυτικές αξίες

4.1. Εκκοσμίκευση στο Ισλάμ

Ο σύγχρονος διάλογος μεταξύ θρησκευτικότητας και δυτικών δημοκρατιών ορίζεται, σε μεγάλο βαθμό, από την έννοια της εκκοσμίκευσης, του οριστικού, δηλαδή «διαζυγίου» θρησκείας και κράτους και του συνεπαγόμενου περιορισμού του θρησκευτικού λόγου στην πολιτική σφαίρα. Επιπλέον, η εκκοσμίκευση απαιτεί οι θρησκευτικές αρχές να μην ορίζουν βασικές ανθρώπινες δραστηριότητες, όπως την οικονομία και τις εμπορικές σχέσεις, την εκπαίδευση, τη δικαιοσύνη κ.ο.κ.

Όμως, στο Ισλάμ αυτή η «συζήτηση» δεν είναι καν ανεκτή. Η ίδια η λέξη «εκκοσμίκευση» δεν υφίσταται σε καμία από τις αραβικές και τουρκικές γλώσσες. Απόπειρες που έγιναν να βρεθεί μια αντίστοιχη λέξη που να εκφράζει το νόημα που της δίδεται στο «δυτικό» λεξιλόγιο, δεν είχαν επιτυχία. Τελικά, οι Μουσουλμάνοι θεώρησαν προσβλητικό το νόημα της λέξης και απέρριψαν κάθε προσπάθεια έκφρασης της έννοιας (βλ. για το θέμα David Marquand & Ronald L. Nettler, Θρησκεία και ∆ηµοκρατία, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2003)

4.2. Ισλάμ και Φιλελευθερισμός

Οι αξίες του Φιλελευθερισμού, οι οποίες επικρατούν σε μεγάλο βαθμό στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες, εξ ορισμού δεν μπορούν να σταθούν σε καμία από τις θεωρήσεις του Ισλάμ, όσο νεωτερικές κι αν εμφανίζονται αυτές. Παρόλα αυτά, υφίσταται εδώ και περίπου 10 χρόνια μια προσπάθεια να «χτιστεί» μια γέφυρα ανάμεσα στον δυτικό Φιλελευθερισμό και στο Ισλάμ, η οποία, μάλιστα, φτάνει στο σημείο να ισχυριστεί ότι η ισλαμική παράδοση όχι μόνο είναι συμβατή με τις φιλελεύθερες αξίες, αλλά υπήρξαν ακόμα και πρόδρομοι θεσμών και αρχών που χαρακτηρίζουν τις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες, και μάλιστα σε εποχές στις οποίες το μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης ήταν βυθισμένο στην άγνοια και τον σκοταδισμό (Βλ. το πολυδιαφημισμένο βιβλίο «Ισλαμικά θεμέλια μιας ελεύθερης κοινωνίας» σε επιμέλεια των Nouh El Harmouzi και Linda Whetstone).

Πρόκειται σαφέστατα για προσπάθεια να ξαναγραφεί η ιστορία τόσο του Ισλαμικού, όσο και του Δυτικού Πολιτισμού, μέσω της απομόνωσης ορισμένων στοιχείων της Ισλαμικής παράδοσης και της αποκοπής τους από το σύνολο των αξιών του Ισλαμικού πολιτισμού. Κοντολογίς, «κόβεται – ράβεται» η ισλαμική κελεμπία για να μετατραπεί σε δυτικό κοστούμι.

Οι απλουστεύσεις αυτού του τύπου δεν βασίζονται παρά σε μια προσπάθεια μερίδας Μουσουλμάνων «νεωτεριστών», (π.χ. ο Μοχάμεντ Τάλμπι), κυρίως αυτών που έχουν επαφή με τη Δύση (εμπορικές και εργασιακές σχέσεις, πολιτικές διασυνδέσεις κ.ο.κ.), να «ανακαλύψουν» στοιχεία που μοιάζουν, έστω αποσπασματικά, με ορισμένες από τις βασικές αρχές του δυτικού φιλελευθερισμού. Στο πλαίσιο αυτό βρέθηκε ότι οι Ισλαμικές διδαχές (Σούρα) «συγγενεύουν» με τη Δημοκρατία.

Οι απόψεις αυτές στηρίζονται κι από δυτικούς φιλελεύθερους κύκλους, σε μια προσπάθεια να απενοχοποιηθούν τόσο οι βασικές διδαχές του Ισλάμ όπως αυτές για τον «ιερό πόλεμο», τη θέση της γυναίκας, την πολιτική διάσταση του Ισλάμ – θεμελιώδη, δηλαδή στοιχεία τα οποία ασπάζεται η μεγάλη πλειοψηφία των Μουσουλμανικών πληθυσμών. Πρόκειται για προσπάθεια που στηρίζεται και οικονομικά με δημοσιεύσεις άρθρων, βιβλίων και με προπαγάνδα μέσω του Τύπου.

Στην πραγματικότητα, οι διδαχές του Ισλάμ δεν έχουν καμία σχέση ούτε με τη Δημοκρατία, ούτε με τον Φιλελευθερισμό, όπως αποδείξαμε σε προγενέστερο άρθρο. Ακόμα κι αποσπασματικά, οι βασικές διδαχές του Ισλάμ εκφράζουν μια εντελώς διαφορετική κοσμοθεωρία που διαφέρει σε μεγάλο βαθμό από την αντίστοιχη της Δύσης. Για τον λόγο αυτό, σε αντίθεση με τις δυτικές κοινωνίες, η σύνδεση του Ισλάμ με τη δημοκρατία ακούγεται «ξένη» στη συντριπτική πλειοψηφία τόσο των μελετητών του Ισλάμ και του ιερατείου του, όσο και των πιστών του. Μάλιστα, η στάση των Μουσουλμάνων απέναντι στις δυτικές αξίες δεν είναι απλώς επικριτική, αλλά άκρως εχθρική κι επιθετική, καθώς συλλήβδην η Δύση εκλαμβάνεται ως αντίπαλον δέος. Η δράση του ISIS, ο υβριδικός πόλεμος της Τουρκίας απέναντι στην Ελλάδα και την Ευρώπη, η εξτρεμιστική δράση πολλών ισλαμιστών εντός των δυτικών κοινωνιών και η πρόδηλη αδυναμία ενσωμάτωσης των μουσουλμάνων που μεταναστεύουν στις δυτικές χώρες αποδεικνύουν μια, το πολύ, ψευδεπίγραφη συσχέτιση με τις δυτικές αξίες κι όχι μια παρουσία κοινών σημείων αναφοράς.

Αντί επιλόγου

Η σύγκρουση Χριστιανισμού και Ισλαμισμού είναι προ των πυλών και, δυστυχώς, με ευθύνη όχι μόνο κάποιων Ισλαμιστικών κύκλων, αλλά και της ίδιας της Δύσης που, καιρό τώρα, εθελοτυφλεί, στρουθοκαμηλίζει και, εσκεμμένα κάποτε, παραποιεί τα γεγονότα, εξυπηρετώντας τη μετακίνηση και ανάμιξη πληθυσμών. Με όχημα μια δήθεν «ανθρωπιστική» πολιτική, στην πραγματικότητα όμως άκρως υποκριτική, καθώς δεν επενδύει στην οικονομική ή όποια άλλη ανάπτυξη των χωρών προέλευσης, πιέζει πολιτικά και, στην ουσία, δωροδοκεί ΜΚΟ και ολόκληρες κοινωνίες, να αποδεχτούν το φαινόμενο της ισλαμικής μετανάστευσης στη Δύση, δίχως να ενδιαφέρεται για τις βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες συνέπειες στις κοινωνίες υποδοχής.

 

 

 

*Ο δρ Δημήτριος Γκίκας είναι εκπαιδευτικός, με σπουδές στους τομείς της Θεολογίας και Θρησκειολογίας, της Φιλολογίας, της Φιλοσοφίας και της Ιστορίας. Είναι διδάκτωρ Πολιτικής Φιλοσοφίας του Ιονίου Πανεπιστημίου. Έχει διδάξει σε κορυφαίους ιδιωτικούς Οργανισμούς δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Είναι μέλος της φημισμένης παγκόσμιας εκπαιδευτικής πλατφόρμας “100mentors”, ασκώντας τον ρόλο του εκπαιδευτικού μέντορα σε ελληνικούς και διεθνείς εκπαιδευτικούς οργανισμούς όλων των βαθμίδων. Ειδικεύεται, εκπαιδευτικά και ερευνητικά, σε ζητήματα Θρησκειολογίας, Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας και Γραμματείας, Πολιτικής Φιλοσοφίας, Ιστορίας, Πολιτικής Επιστήμης και Ηγεσίας. Έχει διατελέσει Επιστημονικός και Ακαδημαϊκός Συνεργάτης σε πολλούς πολιτιστικούς, επιστημονικούς και εκδοτικούς φορείς. Έχει συγγράψει πλήθος βιβλίων, ενώ άρθρα, έρευνες και μελέτες του έχουν δημοσιευτεί σε Ελληνικούς και διεθνείς επιστημονικούς, δημοσιογραφικούς και ιστορικούς εκδοτικούς οργανισμούς. Υπήρξε επί σειρά ετών αρθρογράφος και επιστημονικός συνεργάτης του γνωστού ιστορικού περιοδικού «Ιστορικά Θέματα». Είναι τακτικός αρθρογράφος στο έγκυρο portal Γεωπολιτικής “Geopolitics & Daily News”.

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail