26/09/2020

Geopolitics & Daily News

Global news on Economy, Security, Politics and more

«Η διάσταση μεταξύ Σουνιτών και Σιιτών μουσουλμάνων. Θρησκευτική μόνο ή και πιο ευρεία;»

Cover of the June 20, 2011 New Statesman edition on the Sunni and Shia power struggle in the Middle East. (New Statesman; www.newstatesman.com)

 

 

Γράφει ο Αριστείδης Ρούνης* 

 

Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η εξέταση των συστατικών εκείνων στοιχείων που συνθέτουν το Σχίσμα στον κόσμο του Ισλάμ, έτσι όπως προβάλλεται και νοηματοδοτείται από τους Σουνίτες Μουσουλμάνους, από τη μια πλευρά, και τους Σιίτες Μουσουλμάνους, από την άλλη, αλλά και της διαπίστωσης, εάν η διάσταση μεταξύ τους, είναι εκτός από θρησκευτική και πιο ευρεία. Ξεκινώντας, κρίθηκε απαραίτητη, η παράθεση των ερευνητικών ερωτημάτων αυτής, όπως παρακάτω:

            α.         Ποια είναι τα κύρια σημεία της καθεμιάς από τις θρησκευτικές ιδεολογίες των Σουνιτών και των Σιιτών μουσουλμάνων και πως διαφοροποιούνται μεταξύ τους;

            β.         Η διάσταση στον μουσουλμανικό κόσμο είναι μόνο σε θρησκευτικό επίπεδο ή μήπως και σε εθνικό ή πολιτικό;

 

            Στο πλαίσιο της έρευνας, αξιοποιήθηκε η συλλογή εμπειριών από την πραγματοποίηση επισκέψων σε περιοχές, που διαβιούν μουσουλμανικοί πληθυσμοί, σε Ελλάδα και Τουρκία. Στη συνέχεια, ακολούθησε η μελέτη σχετικής βιβλιογραφίας, τυχόν επαλήθευση και σύγκριση γεγονότων. Επιπρόσθετα, πραγματοποιήθηκε επισκόπηση του εγχώριου και διεθνούς ηλεκτρονικού τύπου. Τέλος, μελετήθηκαν οι θεωρητικές προσεγγίσεις, που ήταν απαραίτητες για την κατανόηση του υποβάθρου των ζητημάτων, που διαπραγματεύεται η παρούσα. Αυτές οι προσεγγίσεις, αφορούν τις έννοιες της «ιδεολογίας», της «θρησκευτικής ιδεολογίας» και της «πολιτικής ιδεολογίας», καθώς αποτελούν το «κλειδί» στη διαμόρφωση απαντήσεων για τα ερευνητικά ερωτήματα, που τέθηκαν.

 

            Σχετικά με μια προσέγγιση του γενικότερου όρου «ιδεολογία», ο Ολλανδός καθηγητής Van Dijk, θεώρησε πως αυτή αποτελεί μια ειδική μορφή της κοινωνικής γνώσης, την οποία μοιράζονται οι κοινωνικές ομάδες. Έτσι, οι «ιδεολογίες» αποτελούν τη βάση για τις κοινωνικές αναπαραστάσεις και τις πρακτικές των μελών μιας ομάδας. Άρα, κάτω από αυτό το πρίσμα, οι ιδεολογίες δεν αποτελούν ατομική υπόθεση, αλλά συγκροτούνται από κοινωνικές ομάδες (Διαμαντής, 2018). Με άλλα λόγια, παρατηρείται μια προσπάθεια ομαδοποίησης της άποψης κάθε ατόμου, με παραπλήσιες σκέψεις. Ενισχύεται η έκφραση κοινών απόψεων, μέσω της συλλογικότητας.

 

            Όσον αφορά τον όρο της «θρησκευτικής ιδεολογίας», η θρησκεία, όπως και κάθε μορφή κοινωνικής συνείδησης, λειτουργεί σε δύο επίπεδα: το κοινωνικο-ψυχολογικό και το ιδεολογικό. Σχετικά με το ιδεολογικό επίπεδο της θρησκευτικής συνείδησης, αυτό έγκειται στη Θεολογία, τη θρησκευτική φιλοσοφία, καθώς και στην ηθική και κοινωνική διδασκαλία της εκκλησίας. Η Θεολογία βασίζεται στο θεϊσμό, στην πεποίθηση-παραδοχή, πως ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο. Πιο συγκεκριμένα, οι Θεολογίες του Ιουδαϊσμού, του Χριστιανισμού και του Μουσουλμανισμού, βασίζονται στις ιδέες και το σύστημα εννοιών των θεωριών του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη και των νεοπλατωνικών. Τέλος, η Θεολογία διαφέρει από τη θρησκευτική φιλοσοφία κατά το ότι δεν αναγνωρίζει τη δυνατότητα αυτοτελούς δημιουργικής φιλοσοφικής προσέγγισης στη γνώση. (Χαρίσης, 2001).

 

            Περνώντας στην «πολιτική ιδεολογία», αξίζει να αναφερθεί ότι, όλοι οι άνθρωποι, είναι πολιτικοί σχοχαστές, είτε το γνωρίζουν, είτε όχι. (Heywood, 2007) Καθημερινώς, χρησιμοποιούν σε συζητήσεις λέξεις, όπως «ανθρώπινα δικαιώματα», «ισότητα», ή «εξάλειψη των διακρίσεων και της διαφορετικότητας», ή «εκμηδένιση του φόβου της διαφορετικότητας ή της ιδεολογικής ετερότητας».

 

            Έχοντας επισημάνει τις θεωρητικές προσεγγίσεις, μπορεί να αναλυθεί η έννοια του Ισλάμ. Αρχικά αξίζει να αναφερθεί ότι ανήκει στις μονοθεϊστικές θρησκείες του πλανήτη . Η απαρχή της ιστορίας αυτής της θρησκείας, τοποθετείται στην χρονική περίοδο, που γεννήθηκε στη πόλη Μέκκα της Αραβικής Χερσονήσου στη Σημερινή Σαουδική Αραβία, το 569 ή 570 μ.Χ, ο προφήτης Muhammad (Μουχάμεντ). Στο ιερό Βιβλίο της θρησκείας, το «Κοράνι», ο προφήτης αποκαλείται Ρασούλ Αλλάχ, δηλαδή αγγελιαφόρος – Απόστολος του Θεού ή ο απεσταλμένος του Θεού (Πατέλος, 2004). Η ημερομηνία γέννησης του δεν είναι επιστημονικώς τεκμηριωμένη. Όσον αφορά το βίο του, η ένδεια του ξεπεράστηκε, όταν παντρεύτηκε μία κατά πολύ μεγαλύτερή του χήρα. Σε ηλικία περίπου 40 ετών, του έγινε η πρώτη αποκάλυψη, από τον αρχάγγελο Γαβριήλ. Μετά από τρία έτη ακολούθησε, η δεύτερη και εκτενέστερη αποκάλυψη. Μέσα από αυτές τις αποκαλύψεις διαμορφώθηκαν οι βάσεις για την έναρξη της διδασκαλίας του Ισλάμ.

 

            Mε αυτή την έναρξη, γεννιέται o Μουσουλμανισμός στην Αραβία τον 7ο αιώνα μ.Χ. Η νέα θρησκεία, όμως, αντιμετωπίστηκε με σκεπτικισμό στη Μέκκα, που τελικά εξελίχθηκε σε διωγμό. Αυτό υποχρέωσε τον ίδιο και τους οπαδούς του το 622 μ.Χ, να δραπετεύσουν στη πόλη Μεδίνα, γεγονός που ονομάστηκε το έτος της Εγίρας και είναι η αρχή του Ισλαμικού ημερολογίου. Η τότε νέα πίστη, γρήγορα διαδόθηκε στην πόλη αυτή. Ο προφήτης πέτυχε τη νίκη επί των συμπατριωτών του και την κατάληψη της Μέκκας, όπου απέναντι στους εχθρούς του φάνηκε ελεήμων. Από κει και πέρα η διάδοση της νέας θρησκείας ήταν ραγδαία. Το 632 μ.Χ, 140.000 πιστοί επισκέφτηκαν τη Μέκκα για το λεγόμενο «Χατζ». Λίγες εβδομάδες αργότερα από αυτό το γεγονός, ο προφήτης απεβίωσε από φυσικές αιτίες.

 

            Ο Μουσουλμανισμός δύναται να θεωρηθεί ως μία από τις πιο διαδεδομένες παγκοσμίως θρησκείες και την πιο αυξανόμενη σε μέλη στον κόσμο. Σε μια οριοθέτηση του γεωγραφικού χώρου που συναντάται, καλύπτει μία ζώνη από τον Ατλαντικό ως τον Ειρηνικό ωκεανό κι από την Αφρική ως τον Καύκασο, ενώ μουσουλμάνοι υπάρχουν επιπλέον στην Ευρώπη, κυρίως στα Βαλκάνια. Εκτιμάται, ότι περίπου 1,8 δισεκατομμύρια άνθρωποι είναι Μουσουλμάνοι. Η ανάπτυξη αυτή μπορεί να αποδοθεί σε δύο λόγους. Ο βασικός είναι, η ευκολία με την οποία κάποιος μπορεί να γίνει Μουσουλμάνος. Απαιτείται απλά μια ομολογία Πίστης, για να ενταχθεί στη Κοινότητα των Πιστών (Ούμα). Ο δεύτερος είναι ο προσηλυτισμός, που αποτελεί και βασικό καθήκον κάθε πιστού και μπορεί, με βάση το Κοράνι, να επιβληθεί ακόμα και με τη βία.

 

            Σ’ αυτή τη θρησκεία, ο Αλλάχ θεωρείται ο μοναδικός Θεός. Το θέλημα του, εκφράζεται μέσω του Κορανίου, το οποίο αποτελεί και πηγή δικαίου. Οι διάφορες διδασκαλίες, που περιέχονται σε αυτό, γράφτηκαν από πιστούς ή και γραμματείς μετά το θάνατο του προφήτη. Η τελική έκδοση χωρίζει το ιερό κείμενο σε 144 Κεφάλαια (Σούρες). Το Κοράνι και η σούνα (παράδοση) αποτελούν τη βάση του Ισλαμικού νόμου (σαρία). Η θρησκευτική ζωή του πιστού στηρίζεται στους πέντε πυλώνες του Ισλάμ, όπως χαρακτηριστικά ονομάζονται και είναι οι παρακάτω (Κουρκούμπας, 2003): Ομολογία της πίστεως (σαθάντα), Προσευχή (σαλάτ), Φόρος ελεημοσύνης (ζακάτ), Νηστεία (σάουμ) και η Ιερή αποδημία, δηλαδή το προσκύνημα στη Μέκκα (χάτζ).

 

            Ας αναφερθούν ορισμένα στοιχεία για τον 5ο πυλώνα. Κάθε πιστός θα πρέπει μία φορά τουλάχιστον στη ζωή του να επισκεφθεί τους ιερούς τόπους του Ισλάμ στη Μέκκα «αν μπορεί να αντεπεξέλθει στα έξοδα και αν εξασφαλίσει την οικογένειά του, κατά τη διάρκεια της απουσίας του». Το προσκύνημα γίνεται στις 8 με 12 τον τελευταίο μήνα του Ισλαμικού ημερολογίου. Επειδή το Ισλαμικό ημερολόγιο είναι σεληνιακό, και έντεκα ημέρες νωρίτερα από το Γρηγοριανό ημερολόγιο, η Γρηγοριανή ημερομηνία του Χατζ αλλάζει από έτος σε έτος (Euronews, 2016).

 

            Καταλήγοντας στην περιγραφή των βασικών στοιχείων της Ισλαμικής πίστης, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι το Ισλάμ αποτελεί ένα συγκερασμό διαφόρων στοιχείων από τις δυο κύριες Μονοθεϊστικές Θρησκείες της εποχής, καθώς περιλαμβάνει και σημαντικά στοιχεία από την προ του Ισλάμ θρησκεία, που ήταν σε κάποιο βαθμό μονοθεϊστική. Τέλος, σύμφωνα με τον Αρχιεπίσκοπο Τιράνων και πάσης Αλβανίας, κ.κ Ανάστασιο, μετά τα συνταρακτικά γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στην Νέα Υόρκη και τις πολυσήμαντες τραγωδίες στο Αφγανιστάν και το Ιράκ, το ενδιαφέρον για τη θρησκεία του Ισλάμ, αλλά και τις πολιτικές προεκτάσεις του έχει διεθνώς αυξηθεί. Τα ισλαμικά κράτη, επηρεάζουν σήμερα την παγκόσμια πολιτική ζωή (Γιαννουλάτος, 2006).

 

            Πέραν των διαφωνιών μεταξύ διαφορετικών πολιτισμών, δηλαδή κοινωνικών ομάδων με στοιχεία ετερότητας στην κουλτούρα τους, υφίστανται και τα «ρήγματα», που αναδύονται εντός ενός πολιτισμού, και ειδικότερα σε θεμελιώδες στοιχείο του πολιτισμού, σ’ αυτό των θρησκευτικών παραδόσεων. Αφού προσδιορίστηκαν τα βασικά στοιχεία που ορίζουν την θρησκεία του Μουσουλμανισμού, είναι χρήσιμο να εξεταστούν τα γεγονότα του λεγόμενου «Μεγάλου Σχίσματος» στο Ισλάμ. Με άλλα λόγια, υφίσταται ένα επικίνδυνο «ρήγμα» εντός των κόλπων του, που σηματοδοτεί την σημερινή διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δύο κύριων κλάδων, στους οποίους διαιρείται το Ισλάμ, τους Σουνίτες και τους Σιίτες. Η αρχαία αυτή θρησκευτική διαίρεση τροφοδοτεί μια συνεχή διαμάχη και μια αναζωπύρωση των συγκρούσεων στην περιοχή που εντοπίζονται οι συγκεκριμένοι πληθυσμοί.

 

            Την εποχή μετά τον θάνατο του Προφήτη το 632 μ.Χ, οι οπαδοί του γαμπρού του, ιμάμη Αλή, ισχυρίστηκαν, πως μόνο οι στενοί συγγενείς του Προφήτη θα έπρεπε να τον διαδεχθούν ως ανώτατοι θρησκευτικοί ηγέτες των μουσουλμάνων. Το γεγονός αυτό προκάλεσε ένα όργιο βίας και αίματος μεταξύ των μουσουλμάνων. Άλλοι επισήμαναν ότι ο Προφήτης είχε ορίσει διάδοχό του τον Άλι, εξάδελφο και γαμπρό του, και έγιναν γνωστοί ως Σιίτες. Οι Σιίτες ηττήθηκαν, αλλά διατήρησαν τις κοινότητές τους σε πολλές περιοχές του μουσουλμανικού κόσμου και συσπειρώθηκαν γύρω από τον συνονόματο ανήλικο εγγονό του Αλή.

 

            Από την άλλη πλευρά, ο γιός του κυβερνήτη της Δαμασκού, ο Γιαζίντ ίδρυσε τη δυναστεία των Ομμεϋάδών και η θέση του χαλίφη έγινε κληρονομική. Οι οπαδοί του χαλίφη ονομάστηκαν Σουνίτες, από τη λέξη Σούνα. Οι περισσότεροι, που αργότερα θα γίνονταν γνωστοί ως Σουνίτες, υποστήριξαν τον Αμπού Μπακρ, έναν φίλο τού Προφήτη και πατέρα της συζύγου του, Αΐσα. Οι υποστηρικτές του Αμπού Μπακρ επικράτησαν, παρόλο που ο Άλι κυβέρνησε για λίγο με τον τίτλο του τέταρτου χαλίφη. Ο διχασμός αυτός οξύνθηκε ακόμη περισσότερο όταν ο γιος του Άλι, ο Χουσέιν, σκοτώθηκε το 680 στην Καρμπάλα από σουνίτες στρατιώτες.

 

            Οι Σουνίτες εξακολούθησαν να μονοπωλούν την πολιτική ισχύ, ενώ οι Σιίτες ζούσαν στο περιθώριο και συμβουλεύονταν τους ιμάμηδες, οι πρώτοι δώδεκα των οποίων ήταν απόγονοι του Άλι. Για να ξεπεράσουν τη θεολογική καταστροφή, που συνέδεσαν με τον θάνατο του δωδέκατου ιμάμη, οι Σιίτες επεξεργάστηκαν ένα ιδιαίτερο δόγμα: τη θεολογία του Αποκρυφισμού. Και δημιούργησαν, αντίθετα με τον σουνισμό, έναν πραγματικό και ιεραρχημένο κλήρο. Μια τάξη ειδικών που, ανάμεσα στ’ άλλα, πρέπει να ερμηνεύουν το κρυμμένο νόημα του Κορανίου (Guolo, 2016).

 

            Όσον αφορά τις, περαιτέρω από την βασική, διαφορές τους, οι Σουνίτες εμμένουν στην πιστή τήρηση του Κορανίου. Παράλληλα, αποδέχονται ως στυλοβάτες του Ισλάμ τους τρεις πρώτους Χαλίφες (Αμπου Μπακρ, Ομάρ και Οθμάν), καθώς και τον χαλίφη Μωαβία, πατέρα του Γιαζίντ. Οι Σουνίτες ακολουθούν τις δικές τους Χαντίθ, δηλαδή τους λόγους και τις πράξεις του προφήτη, οι οποίες περιλαμβάνονται σε έξι κωδικοποιημένες συλλογές (Άρμστρογκ, 2002). Αντίθετα, οι Σιίτες αποδέχονται διαφορετική έκδοση των Χαντίθ  και δίνουν πολύ μεγάλη σημασία στα κηρύγματα του Αλή και των απογόνων του. Επιπρόσθετα, οι Σιίτες αποδέχονται την Μουτά, δηλαδή τον γάμο για προσυμφωνημένο και συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Την πρακτική αυτή απορρίπτουν οι Σουνίτες. Σιίτες και Σουνίτες αποδέχονται τους Πέντε Πυλώνες της Πίστης. Οι Σιίτες προσθέτουν και την τήρηση της διδασκαλίας των 12 ιμάμηδων. Ο πρώτος απ’ αυτούς είναι ο Αλή και ο τελευταίος ο Μουχάμεντ αλ Μάχντι (ο Αγιατολάχ Χομεϊνί θεωρείται από πολλούς Ιρανούς ως ο 13ος ιμάμης). Σύμφωνα με τη σιιτική παράδοση, ο Αλ Μάχντι αναλήφθηκε στους ουρανούς και θα έλθει πάλι στη γη, προκειμένου να σώσει τους ευσεβείς και να τιμωρήσει τους ασεβείς. Θα ακολουθήσει τρομερός πόλεμος μεταξύ των δυνάμεων του καλού και του κακού. Το καλό θα θριαμβεύσει και θα επικρατήσει αιώνια ειρήνη στον κόσμο (Άρμστρογκ, Ισλάμ – μια σύντομη Ιστορία, 2002).

 

            Συνεχίζοντας στη ζωντανή διαμάχη, που αντικατοπτρίζει την όχι μόνο θρησκευτική διαμάχη, αλλά μια αντιπαλότητα σε πολιτικό επίπεδο, αναφέρεται η ευρεία αντιπαράθεση μεταξύ της Σαουδικής Αραβίας από την μια πλευρά, του ηγετικού αυτού κράτους στην Αραβική χερσόνησο, το λίκνο του Ισλάμ, και του θεοκρατικού Ιράν, από την άλλη, του κράτους που βρίσκεται σχεδόν καθημερινά στην διεθνή επικαιρότητα. Είναι μια εθνική κόντρα με ιστορία επί αιώνων. Oι διαφορές τους είναι πολύ σοβαρές. Έτσι, έχουν μετατρέψει την περιοχή της Μέσης Ανατολής ή Νοτιοδυτικής Ασίας, σε ένα μεγάλο γεωπολιτικό «ντόμινο». Το πολιτικό αυτό κρεσέντο, που συχνά αποκαλείται ψυχρός πόλεμος στη Μέση Ανατολή, έχει γίνει μια από τις πιο επικίνδυνες μεταβλητές, που καθορίζουν την πολιτική κατάσταση στη Μέσης Ανατολής σήμερα, αλλά και γενικότερα το διεθνές περιβάλλον ασφαλείας.

 

            Στη ρίζα της βρίσκεται η θρησκευτική απέχθεια που τρέφουν οι Ουαχαμπίτες της Σαουδικής Αραβίας, απέναντι στους σιίτες του Ιράν, τους οποίους θεωρούν όχι αληθινούς μουσουλμάνους, αλλά αποστάτες. Συγκεκριμένα, οι Ουαχαμπίτες, έλαβαν την ονομασία τους, από τον Muhammad ibn Abd al-Wahhab, έναν ιεροκήρυκα του 18ου αιώνα που τασσόταν σθεναρά κατά των Σιιτών. (Guolo R. , 2016). Οι Ουαχαμπίτες της Σαουδικής Αραβίας, οπαδοί ενός αδιάλλακτου μονοθεϊσμού και αντίθετοι με τη σύνδεση των δώδεκα Ιμάμηδων με οποιαδήποτε μορφή λατρείας, θεωρούσαν πάντα τους Σιίτες ειδωλολάτρες που πρέπει να ζουν στο περιθώριο. Η Σαουδική Αραβία είναι από το 1945 σύμμαχος μιας Αμερικής που οι Ιρανοί (σύμμαχοι της Ρωσικής Συνομοσπονδίας) θεωρούσαν πάντα τον «Μεγάλο Σατανά». Τις τρεις τελευταίες δεκαετίες, οι Σαουδάραβες και οι Ιρανοί βρίσκονται σε έναν διαρκή «πόλεμο δι’ αντιπροσώπων (proxy war)», που διεξάγεται στην ευρύτερη Νοτιοδυτική Ασία, έπειτα βέβαια και από την επιβολή του θεοκρατικού καθεστώτος του Χομεινί.

 

            Και ενώ είναι ήδη αυξημένη η ένταση μεταξύ τους, η σουνιτική Σαουδική Αραβία το 2011 εκτέλεσε τον κληρικό που ηγούνταν των Σιιτών, Nimr al-Nimr, με αποτέλεσμα ένας ιρανικός όχλος να λεηλατήσει και να πυρπολήσει τη πρεσβεία της Σαουδικής Αραβίας στην Τεχεράνη. Από τότε, οι διπλωματικοί δεσμοί της Σαουδικής Αραβίας με το σιιτικό Ιράν συνεχώς δοκιμάζονται. Η Σαουδική Αραβία, έχει αναδειχθεί σε ηγέτιδα δύναμη του σουνιτικού Ισλάμ. Το πετρέλαιο που διαθέτει η χώρα κι ο τεράστιος πλούτος της, την έχουν καταστήσει μεγάλη δύναμη τόσο στην Μέση Ανατολή όσο και πέρα από αυτή. Η ίδια, όχι μόνο επιθυμεί, αλλά επιδιώκει την ανατροπή των ευαίσθητων γεωπολιτικών ισορροπιών της ευρύτερης περιοχής της Μέσης Ανατολής.

 

            Εκτιμώντας ότι το Ιράν αποτελεί πραγματική απειλή για τη χώρα, αλλά και γενικότερα παράγοντα αποσταθεροποίησης της περιοχής του Περσικού Κόλπου, με επιπτώσεις στην ενεργειακή και περιφερειακή ασφάλεια, έθεσε ως στόχο το ξήλωμα του «σιιτικού Τόξου». Το πρόσφατο σημαντικό γεγονός, όπου ο Σιίτης Ιρανός Στρατηγός Σουλεϊμανί, επικεφαλής της Δύναμης Κουντς των Φρουρών της Επανάστασης, σκοτώθηκε στην αρχή του έτους 2020 με αμερικανική αεροπορική επιδρομή έξω από το διεθνές αεροδρόμιο της Βαγδάτης (Κασέμ Σουλεϊμανί, 2020), επιβεβαιώνει το «μίσος» μεταξύ τους, αν λάβει κανείς υπόψη ότι οι Η.Π.Α διατηρούν καλές σχέσεις με την Σαουδική Αραβία.

 

            Συμπερασματικά, όπως προκύπτει από τα στοιχεία, το εύρος της διάστασης μεταξύ Σουνιτών και Σιιτών, είναι αρκετά μεγάλο, ίσως και χαοτικό, όπως για παράδειγμα η πολιτική κόντρα Ισραήλ – Παλαιστίνης. Όσο ο ταυτόχρονος διπλός διχασμός, πολιτικός και θρησκευτικός, τροφοδοτεί τη σύγκρουση ανάμεσα στους δύο γίγαντες της Μέσης Ανατολής (Ιράν – Σαουδική Αραβία), η περιοχή δεν θα μπορέσει να σταθεροποιηθεί. Έχοντας πάντα υπόψη την αποδεδειγμένη εχθρότητα Ιράν – Σαουδικής Αραβίας μέσω της μελέτης του ιστορικού πάντα υποβάθρου αυτής, ίσως ερευνηθεί, κάποια χρονική στιγμή, ο λόγος που αυτά τα δυο κράτη συνεχίζουν αυτή την κόντρα.

 

 

*Προπτυχιακός φοιτητής με δημοσιεύσεις άρθρων και σύντομων αναλύσεων θεμάτων που
άπτονται της επικαιρότητας και αφορούν στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης
(Βαλκάνια), της Τουρκίας, της Μέσης Ανατολής, της ΕΕ, καθώς και της Αυστραλίας

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Euronews. (2016). Τι είναι το Χ’ατζ, https://gr.euronews.com/2016/09/07/thehajjanexplanationforbeginners. p.g 1.

Guolo, R. (2016). https://www.repubblica.it/esteri/2016/01/03/news/lo_scenario_l_esecuzione_di_al_nimr_rischia_di_far_esplodere_le_tensioni_tra_le_due_confessioni_musulmane_e_tra_arabia_sau-130539248/. Repubblica, p.g 2.

Guolo, R. S. (2016). https://www.repubblica.it/esteri/2016/01/03/news/lo_scenario_l_esecuzione_di_al_nimr_rischia_di_far_esplodere_le_tensioni_tra_le_due_confessioni_musulmane_e_tra_arabia_sau-130539248/. Repubblica, p.g 1.

Heywood, A. (2007). Πολιτικές Ιδεολογίες. Αθήνα, Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Επίκεντρο.

Άρμστρογκ, Κ. (2002). Ισλάμ – μια σύντομη Ιστορία. Αθήνα:: Εκδόσεις Πατάκη, σελ. 316.

Άρμστρογκ, Κ. (2002). Ισλάμ – μια σύντομη Ιστορία. Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη, σελ. 318.

Γιαννουλάτος, κ. Α. (2006). Ισλάμ – θρησκειολογική επισκόπηση. Αθήνα: Εκδόσεις Ακρίτας, σελ. 11, 35.

Διαμαντής, Φ. (2018). Ορθόδοξοι Θρησκευτικοί Λόγοι και σχέση τους με ιδεολογίες. Θεσσαλονίκη.

Κασέμ Σουλεϊμανί. (2020). Η Καθημερινή, https://www.kathimerini.gr/1058574/gallery/epikairothta/kosmos/kasem-soyleimani-poios-htan-o-panisxyros-iranos-ypostrathgos-poy-epese-nekros-sth-vagdath, σελ.1.

Κουρκούμπας, Σ. Υ. (2003). Ισλάμ, http://www.elesme.gr/elesmegr/periodika/t37/t37_11.htm. Προβληματισμοί του ΕΛ.Ε.Σ.ΜΕ, σ. σελ. 1.

Πατέλος, Κ. (2004). Η Πολιτική εξέλιξη του Ισλάμ. Αθήνα: Εκδόσεις Κριτική.

Χαρίσης, Α. (2001). Πλευρές της Ιδεολογίας της Ορθοδοξίας στην Ελλάδα. Κομμουνιστική Επιθεώρηση, σ. Τεύχος 4.

 

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail