23/09/2020

Geopolitics & Daily News

Global news on Economy, Security, Politics and more

Η αντίδραση των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων στις υβριδικές απειλές

Γράφει ο Δημήτριος Τσαϊλάς 

 

Οι υβριδικές απειλές απαιτούν η εθνική στρατηγική να έχει προσανατολισμό στον πόλεμο του μέλλοντος και τη γρήγορη μεταβαλλόμενη σχέση μεταξύ στρατηγικής και τεχνολογίας στον πόλεμο. Οι υβριδικές επιθέσεις είναι ένας πόλεμος που διεξάγεται με αυτόνομα συστήματα, που αν επεκταθεί σε ολοκληρωτικό πόλεμο θα μπορούσε να αποτελέσει προάγγελο μιας περιφερειακής καταστροφής. Βασικά ερωτήματα που ανακύπτουν είναι πως θα υπερασπιστούμε τον Ελληνισμό ενάντια σε μια τέτοια απειλή και πώς θα πολεμήσουν οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις (ΕΕΔ) για να κερδίσουν έναν τέτοιο πόλεμο;

Είναι άμεση ανάγκη να εξετάσουμε την αλληλεπίδραση της στρατηγικής των ΕΕΔ με τις ταχέως αναδυόμενες τεχνολογίες και το βαθμό στον οποίο πρέπει να προσαρμοστούν, αν επιθυμούμε η συλλογική αποτροπή και η άμυνα της Ελλάδας να αποκτήσει αξιοπιστία, στην παρούσα κατάσταση που έχουμε περιέλθει για την αντιμετώπιση των προκλήσεων του πιθανολογούμενου μελλοντικού πολέμου.

Ο κύριος αντίπαλος μας ασχολείται με την προετοιμασία για τον πόλεμο του μέλλοντος, εμείς;

 Είναι επείγον να εξετάσουμε την στρατηγική για αυτού του είδους πόλεμο ως μελέτη περίπτωσης στην εξελισσόμενη στρατηγική απειλή. Ο σκοπός μας πρέπει να είναι η ανταπόκριση του Ελληνισμού και η νέα ισορροπία δυνάμεων με πολλαπλασιαστές ισχύος στην περιοχή μας, προκειμένου να προστατεύσουμε επιτυχώς τις ευάλωτες, ανοιχτές κοινωνίες μας και να σχεδιάσουμε τη μελλοντική δομή των στρατιωτικών δυνάμεων που θα είναι ζωτικής σημασίας για τη διατήρηση της αξιόπιστης αποτροπής και άμυνας. Παράλληλα με την ποσοτική και ποιοτική αύξηση των προκλήσεων από την Τουρκία το μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα που εμφανίστηκε από το 2014 προς την πατρίδα μας, είναι η μεγαλύτερες προκλήσεις για την Ελληνική αρχιτεκτονική ασφάλειας.

Η είσοδος των υβριδικών απειλών μας βρήκε απροετοίμαστους και αιφνιδιασμένους. Τις προηγούμενες δύο δεκαετίες, πέραν της τουρκικής απειλής, η Εθνική Στρατηγική εστιάστηκε σε ειρηνευτικές επιχειρήσεις των διεθνών οργανισμών και αντιμετώπισης διεθνούς πειρατείας. Σήμερα, η Ελλάδα αναγκάζετε να επιστρέψει στο αρχικό της βασικό καθήκον της εθνικής άμυνας, το οποίο εκδηλώθηκε, μεταξύ άλλων, από την ανάπτυξη και εκσυγχρονισμό των τουρκικών αεροναυτικών δυνάμεων με τις οποίες  αμφισβητήθηκε έμπρακτα  η ισορροπία δυνάμεων και η εκμετάλλευση των υβριδικών απειλών με προεξάρχων θέμα, το ανεξέλεγκτο ζήτημα μετανάστευσης, και οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών. Ωστόσο, σε αμφότερα τα αναφερόμενα θέματα αποκαλύπτεται ότι ο Ελληνισμός έπρεπε να κάνει πολλά περισσότερα από ό, τι έπραξε.

Ο Ελληνισμός έπρεπε να αντιμετωπίσει με μεγαλύτερη σοβαρότητα το φαινόμενο των “υβριδικών απειλών και επιθέσεων”.

Υβριδικές, είναι αυτός ο τύπος απειλών, που συνδυάζει αυτονόητα και συγκαλυμμένα στρατιωτικά και μη στρατιωτικά μέσα δημιουργώντας έτσι ασάφειες που μπορούν να περιπλέξουν σοβαρά μια ενιαία απάντηση. Η έννοια της «υβριδικής απειλής» δεν είναι καινούργια. Αυτό που είναι καινούργιο, όμως, είναι η απρόσκοπτη ενορχήστρωση της τουρκικής στρατηγικής με χρήση, στρατιωτικών και μη στρατιωτικών εργαλείων, όπως αποδείχθηκε στο Αιγαίο, αλλά και στη νοτιοανατολική Μεσόγειο, όπου υφίστανται κυριαρχικά δικαιώματα του Ελληνισμού, τα οποία αμφισβητούνται.

Η Τουρκία, τα τελευταία χρόνια έχτισε μια εντυπωσιακή στρατιωτική ισχύ, ανατρέποντας υπέρ της την ισορροπία ισχύος. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να αυξήσει κατακόρυφα τις παραβιάσεις και παραβάσεις στις εναέριες και θαλάσσιες ζώνες, να ξεκινήσει έναν κυβερνοπόλεμο κατά του Ελληνισμού, να παρεμποδίσει τις έρευνες φυσικού αερίου στη νοτιοανατολική Μεσόγειο και να υποστηρίξει την αναχώρηση μεταναστών προς τα ελληνικά νησιά και ηπειρωτικά σύνορα με μοντέρνο εξοπλισμό. Αυτές όλες οι πράξεις συνοδεύτηκαν από μια μαζική εκστρατεία παραπληροφόρησης στο εσωτερικό τους και προς το εξωτερικό με διπλό σκοπό. Πρώτα να δημιουργήσει αμφισβητήσεις των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο για να κερδίσει την εξωτερική νομιμοποίηση. Δεύτερο να δημιουργήσει την εντύπωση ότι η Τουρκία δεν είχε καμία σχέση με τη μετακίνηση των μεταναστών και ότι μάλιστα προσπαθούν να αναχαιτίσουν το κύμα ζητώντας και αποζημιώσεις από την ΕΕ, για να χειριστούν το μεταναστευτικό ζήτημα.

 

Η ίδια η ιδέα του πολέμου του μέλλοντος είναι αμφιλεγόμενη και πρέπει να αναγνωριστεί ως τέτοια.

Η ιδέα ότι οι κοινωνίες και τα συναφή στρατιωτικά τους συστήματα θα μπορούσαν να κατανοηθούν ως σύνθετα συστήματα ενθάρρυναν την άποψη, που αντανακλάται στις περίπλοκες έρευνες για κέντρα βάρους του εχθρού που θα κληθούμε να προσβάλουμε ακριβώς στο σωστό μέρος και στο σωστό χρόνο. Εάν όμως αυτή η προσβολή αντέξει, τότε θα επηρεάσει όλα τα διασυνδεδεμένα μέρη. Σε όλες σχεδόν τις εξεταζόμενες περιστάσεις ο Ελληνισμός δεν θα καταρρεύσει και θα απαντήσει δυναμικά. Εντούτοις, στοιχεία από την τουρκική στρατηγική και τη στρατιωτική στάση της, υποδηλώνουν ότι η ηγεσία της Τουρκίας πιστεύει πραγματικά ότι ένας συνδυασμός τουρκικών δυνάμεων και τρωτών σημείων του Ελληνισμού θα μπορούσε να προσφέρει στην Άγκυρα μια τέτοια «αποφασιστική στιγμή». Ή, τουλάχιστον, πιστεύουν ότι κάποια στρατηγικά οφέλη θα μπορούσαν να προκύψουν για την Τουρκία, δεδομένου ότι αυτή η σκέψη είναι τώρα κεντρική στη μεγάλη και στρατιωτική στρατηγική της Τουρκίας.

Τρισδιάστατη ηθική κατά τις Υβριδικές επιθέσεις

Στην καθημερινότητά μας, οι υβριδικές επιθέσεις σχεδιάζονται υπό το πρίσμα τριών διαστάσεων: προθέσεις, μέσα και συνέπειες. Οι προθέσεις περιλαμβάνουν τόσο τις δηλωμένες αξίες όσο και τα προσωπικά κίνητρα. Οι περισσότεροι ηγέτες εκφράζουν δημοσίως στόχους που ακούγονται ευγενείς και αντάξιοι, παρόλο που τα προσωπικά τους κίνητρα, όπως το εγώ και το συμφέρον τους, μπορεί να διαστρεβλώνουν με ακρίβεια αυτούς τους στόχους. Επιπλέον, οι καλοί στόχοι πρέπει όχι μόνο να ικανοποιούν τις αξίες ενός ατόμου, αλλά και να υποβληθούν σε δοκιμασία σκοπιμότητας. Διαφορετικά, οι καλύτερες προθέσεις μπορούν να έχουν καταστροφικές ηθικές συνέπειες, παρομοιάζοντας τες, ως το δρόμο προς την κόλαση. Το πολιτικό και πολιτειακό σύστημα της Ελλάδος το 1920 μπορεί να είχε καλές προθέσεις όταν έστειλε ελληνικά στρατεύματα στην τότε Οθωμανική αυτοκρατορία στην ενδοχώρα της Ανατολίας, αλλά οι καλές προθέσεις των ηγετών δεν αποτελούν απόδειξη για αυτό που μερικές φορές λέγεται παραπλανητικά «ηθική σαφήνεια».

Η δεύτερη σημαντική διάσταση είναι τα διατιθέμενα μέσα. Τα μέσα πρέπει να είναι σύγχρονα και ικανά για να επιτύχουμε τους στόχους μας. Εννοώ ό,τι τα διατιθέμενα μέσα εξαρτώνται από την ποιότητά τους καθώς και από την αποτελεσματικότητά τους. Ένας ηθικός ηγέτης θα εξετάσει πρώτα τη μαλακή ισχύ έλξης και τη σημασία της ανάπτυξης της εμπιστοσύνης των άλλων χωρών. Παραδείγματος χάρη, επικαλούμενος το Διεθνές Δίκαιο, αν και το καταπατά. Όταν πρόκειται για χρήση μέσων, οι ηγέτες καλούνται να αποφασίσουν πώς να συνδυάσουν τη σκληρή ισχύ των προτροπών και των απειλών με τη μαλακή ισχύ αξιών, πολιτισμού, διπλωματίας και πολιτικών που προσελκύουν τους ανθρώπους στους στόχους τους. Η χρήση σκληρής ισχύος όταν η μαλακή ισχύς δεν είναι απαραίτητη για την προστασία των αξιών εγείρει σοβαρά ηθικά ερωτήματα σχετικά με τα μέσα.

Όσον αφορά τις συνέπειες, η αποτελεσματικότητα είναι ζωτικής σημασίας και προϋποθέτει την επίτευξη των στόχων της χώρας, αλλά οι ηθικές συνέπειες πρέπει επίσης να είναι καλές όχι μόνο για τον Ελληνισμό, αλλά και για τους άλλους. Στην πράξη, η αποτελεσματικότητα και τα δεοντολογικά μέσα συχνά συνδέονται στενά. Ένας ηγέτης που επιδιώκει ηθικούς αλλά μη ρεαλιστικούς στόχους ή χρησιμοποιεί αναποτελεσματικά τα μέσα, μπορεί να προκαλέσει τρομερές ηθικές συνέπειες στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Οι ηγέτες με καλές προθέσεις, αλλά με αδυναμία παρακολούθησης της πραγματικότητας με ρεαλισμό και ο απερίσκεπτος έλεγχος της πραγματικότητας παράγουν μερικές φορές κακές συνέπειες και οδηγούν σε ηθική αποτυχία.

Η στρατηγική για την αντιμετώπιση των υβριδικών απειλών μπορεί  να διαιρεθεί σε τρία στάδια.

Προετοιμασία: Αυτό, βασίζεται στην υπόθεση ότι η υπεράσπιση έναντι των υβριδικών απειλών χρειάζεται να γίνει μόνιμη αποστολή όλων των δομών του Ελληνισμού με έργο την αντιμετώπισή τους. Ως εκ τούτου, ο πρωταρχικός στόχος είναι να κατανοηθεί καλύτερα το φαινόμενο των υβριδικών επιθέσεων και να δημιουργηθούν κατάλληλες υπηρεσίες. Αυτές οι υπηρεσίες απαιτείται να συλλέγουν και να αξιολογούν συνεχώς πληροφορίες για τον εντοπισμό φαινομενικά άσχετων γεγονότων ως υβριδικών εκστρατειών και να προβαίνουν στην ταυτοποίηση των δραστών. Καθώς οι υβριδικές επιθέσεις κατευθύνονται κυρίως κατά κρατών και κυβερνήσεων, η ευθύνη για την αντιμετώπιση τέτοιων επιθέσεων έγκειται κυρίως από τα ίδια τα κράτη. Η ΕΕ, σε αυτή την περίπτωση μπορεί να βοηθήσει να εντοπίσουμε τα εθνικά τρωτά σημεία και να ενισχύσουμε έτσι την ανθεκτικότητά τους. Μια στρατηγική αντιμετώπισης υπογραμμίζει επίσης τον υποστηρικτικό ρόλο της ΕΕ σε τομείς όπως ο προγραμματισμός έκτακτης ανάγκης σε συνοριακές περιοχές και την προστασία των υποδομών ζωτικής σημασίας. Επίσης το ΝΑΤΟ μπορεί να μας συνδράμει υποστηρίζοντας τις στρατηγικές επικοινωνίες, τον κυβερνοχώρο, την ενεργειακή ασφάλεια και την καταπολέμηση της τρομοκρατίας.

Αποτροπή: Η αποτροπή των υβριδικών απειλών επιχειρείται κυρίως για να πεισθούν οι δυνητικοί αντίπαλοι ότι το κόστος των ενεργειών τους θα ξεπεράσει κάθε εύλογο κέρδος. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με μέτρα που θα λάβει η ευρύτερη διεθνής κοινότητα (π.χ. κυρώσεις), αλλά και με την “κατάδειξη” για να στερήσει τον αντίπαλο από την ανωνυμία και να τον θέσει κάτω από πολιτική και ηθική πίεση. Στο μεταναστευτικό για παράδειγμα, η ίδια η ΕΕ χρειάζεται να επικεντρώνει τις προσπάθειές της στην περαιτέρω αύξηση της ανταπόκρισης των διωκτικών αρχών Λιμενικού και Ακτοφυλακής με την προσαρμογή των διαδικασιών λήψης αποφάσεων και νέων δομών διοίκησης για συντόμευση των χρόνων επαναπροώθησης.

Υποστήριξη: Στην αρχική φάση, η άμυνα κατά μιας υβριδικής επίθεσης μπορεί να περιορίζεται στα χρησιμοποιούμενα όργανα από τον εισβολέα, για παράδειγμα στον κυβερνοχώρο. Ο πρωταρχικός στόχος είναι να αποφευχθεί μια υβριδική σύγκρουση και να κλιμακωθεί στο στρατιωτικό επίπεδο. Σε περίπτωση όμως τέτοιας κλιμάκωσης, ο Ελληνισμός απαιτείται να ανταποκριθεί στρατιωτικά. Αυτός είναι και ο κύριος λόγος που απαιτείται οι στρατιωτικές ασκήσεις να προσαρμοστούν στην πρόκληση των υβριδικών απειλών. Με την εισαγωγή υβριδικών στοιχείων στα σενάρια, οι πολιτικοί και στρατιωτικοί φορείς λήψης αποφάσεων πλέον αναγκάζονται να αντιμετωπίσουν τα διλήμματα που μπορούν να θέσουν οι υβριδικές απειλές, όπως ο καθορισμός ορίων για την ενδεχόμενη συλλογική δράση σε περιπτώσεις όπου οι επιθέσεις του αντιπάλου υπερβαίνουν το επίπεδο ανοχής.

Συμπεράσματα

Η προσέγγιση μας για την αντιμετώπιση των υβριδικών απειλών οδήγησε σε μια συνεπή διεύρυνση των αντι-υβριδικών εργαλείων, συμπεριλαμβανομένων των σχέσεών μας με άλλους παράγοντες, ιδίως με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ωστόσο, υπάρχουν αρκετοί τομείς στους οποίους πρέπει να γίνουν πολλά ακόμη. Πρώτα απ’ όλα, ο ρόλος των στρατιωτικών μέσων στην αποτροπή ή την υπεράσπιση των υβριδικών επιθέσεων δεν είναι ακόμα πλήρως κατανοητός. Σε ορισμένες υβριδικές ενέργειες, όπως κυβερνοεπιθέσεις και  “ψεύτικες ειδήσεις”, ο ρόλος της στρατιωτικής αποτροπής είναι πιθανό να παραμείνει μικρός. Τα στρατιωτικά μέσα χρησιμεύουν κυρίως για να διασφαλιστεί ότι μια υβριδική σύγκρουση δεν θα μετατραπεί σε στρατιωτική εκστρατεία. Αν, από την άλλη πλευρά, οι υβριδικές επιθέσεις είναι μόνο πρόδρομοι σε μια στρατιωτική επίθεση, όπως συνέβη τον Φεβρουάριο στον Έβρο, η άμυνά μας μπορεί να χρειαστεί νωρίτερα να αναπτύξει τα στρατιωτικά της προτερήματα, όπως πράγματι έγινε.

Η άμυνα κατά των υβριδικών απειλών είναι μια μακροπρόθεσμη στρατηγική πρόκληση για την Εθνική Άμυνα, που απαιτεί βαθιές αλλαγές στις διαδικασίες σχεδιασμού και λήψης αποφάσεων. Σε μια εποχή όπου η Τουρκία προσπαθεί να μας εμπλέξει σε πολεμικά παίγνια, η διαχείριση κρίσεων και οι διαδικασίες λήψης αποφάσεων είναι ενέργειες διαδοχικές, δηλαδή το ένα πρόβλημα θα μπορούσε να ακολουθεί μετά το άλλο. Στην εποχή των υβριδικών απειλών απαιτείται μια πιο δυναμική προσέγγιση. Με βάση, μια συνεχώς ενημερωμένη αξιολόγηση του στρατηγικού περιβάλλοντος, οι επιλογές μας είναι ότι πρέπει να αναπτυχθεί, να ασκηθεί και ενδεχομένως, να αναληφθεί συλλογική δράση. Για τις Ένοπλες Δυνάμεις που εδώ και δεκαετίες έχουν επικεντρωθεί μόνο στις στρατιωτικές απαντήσεις στις στρατιωτικές προκλήσεις, αυτή η προσαρμογή μπορεί να είναι επώδυνη. Ωστόσο, όταν οι αντίπαλοι όλο και περισσότερο λειτουργούν στη γκρίζα ζώνη, η Εθνική Στρατηγική δεν μπορεί πλέον να αντέξει να σκέφτεται μόνο με τη λογική του άσπρου-μαύρου.

 

 

*Ο Υποναύαρχος ε.α. Δημήτριος Τσαϊλάς είναι Senior Researcher  of Strategy International και Member of Institute for National and international Security

 

 

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail