Πα. Αυγ 14th, 2020

Geopolitics & Daily News

Global news on Economy, Security, Politics and more

Το μετέωρο βήμα των ΗΠΑ προς το άγνωστο – Εκλογές και στο βάθος τέλμα

Γράφει ο Θεοδωρής Λαπαναϊτης

Ανέκαθεν οι αμερικανικές εκλογές είχαν παγκόσμια σημασία. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ ήταν και ο εκάστοτε «πλανητάρχης». Στο πρόσωπο του ενοίκου του Λευκού Οίκου αποτυπωνόταν ο προσανατολισμός της αμερικανικής κοινωνίας και ταυτόχρονα δινόταν ο τόνος, οι κατευθύνσεις και οι προσανατολισμοί για τον υπόλοιπο κόσμο, ιδίως για τις δυτικές κοινωνίες. Ο δυτικός κόσμος ταυτίστηκε με την ηγεμονία των ΗΠΑ και ολόκληρες γενιές εντός και εκτός της Βόρειας Αμερικής μεγάλωσαν σε επίπεδο αξιών με το «αμερικανικό όνειρο».

Ασχέτως του κατά πόσο αυτό το «όνειρο» ήταν ή όχι μια πραγματικότητα ή απλά μια προπαγανδιστική φαντασίωση με την οποία ενδυόταν η όποια κοινωνική κινητικότητα για να διαμορφώνονται συνθήκες κοινωνικές συναίνεσης, εκατομμύρια άνθρωποι στις δυτικές κοινωνίες ενστερνίστηκαν στον έναν ή τον άλλο βαθμό το περιεχόμενο αυτού του «ονείρου» και το μετέτρεψαν σε στάση ζωής.

Η λογική του «αυτοδημιούργητου», η κοπιαστική εργασία με την οποία μέσω του ανταγωνισμού θα προοδεύσει ο «καλύτερος» και ο προσηλωμένος στον στόχο της προσωπικής ευτυχίας, κατά τον 20ό αιώνα έγινε κυρίαρχο πρότυπο ακόμα και για τη Δυτική Ευρώπη μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου όταν οι ΗΠΑ παρέλαβαν τα ηνία από τη Μεγάλη Βρετανία και ηγήθηκαν του δυτικού κόσμου έναντι των χωρών του σοβιετικού μπλοκ.

Η ατομική ευημερία που στηριζόταν στην απόκτηση όλο και περισσότερων αγαθών έγινε στόχος ζωής για τη λεγόμενη «μεσαία τάξη» και σε μεγάλο βαθμό αυτό το πρόταγμα αποτέλεσε το κοινωνικό περιεχόμενο της αντιπαράθεσης Δύσης και Ανατολής κατά τον 20ό αιώνα.

Απουσία θετικού οράματος

Αν κανείς σήμερα ρίξει μια ματιά στο δίδυμο που διεκδικεί την προεδρία στις ΗΠΑ, δύσκολα θα μπορέσει να διακρίνει κάτι από τα παραπάνω. Είναι αδύνατο να παρατηρήσει έστω και ελάχιστα ψήγματα που να δημιουργούν θετικές σκέψεις για τους οπαδούς του δυτικού κοινωνικού μοντέλου. Είναι ίσως η πρώτη φορά που στα πρόσωπα των υποψήφιων διεκδικητών του Λευκού Οίκου, του Ντόναλντ Τραμπ και του Τζο Μπάιντεν, αποτυπώνεται κυριολεκτικά και μεταφορικά μια γερασμένη κοινωνία χωρίς καμία ευοίωνη προοπτική. Ο ένας δεν πείθει, ο άλλος δεν εμπνέει. Το τέλμα φαντάζει σχεδόν απόλυτο.

Ακόμα και οι προηγούμενες ηγεσίες του Τζορτζ Μπους του νεότερου και του Μπαράκ Ομπάμα – στον οποίο μάλιστα πάρα πολλοί είχαν επενδύσει υπέρμετρες προσδοκίες για μια άλλη πορεία των ΗΠΑ – φαντάζουν πια καμένα χαρτιά στη συνείδηση της αμερικανικής κοινωνίας. Με αφορμή τις κοινωνικές αναταραχές και το κύμα οργής και διαμαρτυρίας που προκάλεσε η δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ, ο πρώην υπουργός Παιδείας Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος που διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Tufts της Βοστώνης περιέγραψε το φαινόμενο της συνολικής απαξίωσης του αμερικανικού πολιτικού συστήματος και των δύο πυλώνων του, του Δημοκρατικού και του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος ως εξής:

«Σπάει ένας εθιμικός κανόνας που λέει ότι οι πρώην πρόεδροι των ΗΠΑ μένουν σιωπηλοί και δεν αναμειγνύονται στην πολιτική κουζίνα. Τον έσπασε και ο προηγούμενος Ρεπουμπλικανός πρόεδρος, ο Τζορτζ Μπους, και ο Μπαράκ Ομπάμα στη σημερινή κρίση. Ομως η απήχησή τους είναι περιορισμένη γιατί είναι πολωμένο το πολιτικό σύστημα».

 

Τα δεδομένα έχουν αλλάξει δραματικά. Στις αρχές του 20ού αιώνα, μαρξιστές θεωρητικοί και διανοούμενοι της Ευρώπης έστρεφαν το βλέμμα τους στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού για να δουν εικόνες του μέλλοντος για την εξέλιξη του καπιταλισμού στον υπόλοιπο κόσμο. Ενδεικτικά και πλήρως αντιπροσωπευτικά είναι τα έργα του Πολ Λαφάργκ το 1903 για τα αμερικανικά τραστ αλλά και τα κείμενα του Λένιν για την ανάπτυξη του καπιταλισμού στη γεωργία, όπου το κύριο πεδίο μελέτης του είναι η εξέλιξη της γεωργίας στις ΗΠΑ.

Στις πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα, αν κάποιος Ευρωπαίος στρέψει το βλέμμα του στις ΗΠΑ θέλοντας να διακρίνει εικόνες και προοπτικές του μέλλοντος για τον υπόλοιπο κόσμο, τι ακριβώς θα διαπιστώσει;

Η ανησυχία των αμερικανικών ελίτ για το κατά πόσο είναι ικανές να κρατήσουν τα σκήπτρα της παγκόσμιας οικονομίας τις επόμενες δεκαετίες είναι διάχυτη. Η Κίνα αμφισβητεί την παγκόσμια οικονομική ηγεμονία των Αμερικανών, η οποία διαμόρφωσε τις παγκόσμιες ισορροπίες εδώ και πάρα πολλές δεκαετίες.

Διαρκείς προστριβές με τους Ευρωπαίους

Δεν υπάρχει ίσως μεγαλύτερη ιδεολογική ήττα για τις ΗΠΑ από την επιφυλακτικότητα του Ντόναλντ Τραμπ σε πτυχές της λεγόμενης παγκοσμιοποίησης. Είχαν εκπλαγεί μάλιστα πάρα πολλοί όταν το 2017 στο Φόρουμ του Νταβός η κινεζική ηγεσία υπερασπιζόταν την οικονομική παγκοσμιοποίηση, ενώ ο Τραμπ φρόντιζε να απέχει εκδηλώνοντας έτσι τη βούληση των ΗΠΑ για πολιτικές εθνικού προστατευτισμού.

Δεν πρόκειται για μια παραξενιά και ιδιορρυθμία ή έστω ιδεοληψία ενός απρόβλεπτου προέδρου όπως ο Τραμπ. Απηχεί έναν ευρύτερο προβληματισμό για την εσωτερική γύμνια της αμερικανικής οικονομίας. Δεν είναι λίγοι όσοι παρομοιάζουν τις σημερινές ΗΠΑ με την παραπαίουσα Βρετανική Αυτοκρατορία την περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όπου και έχασε την παγκόσμια ηγεμονία του καπιταλιστικού κόσμου.

Στον συνεχώς εντεινόμενο εμπορικό πόλεμο ΗΠΑ και Κίνας δεν θα πρέπει να προσπεράσει κανείς τις προ μηνών δηλώσεις του αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάικ Πομπέο ότι «το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα αντιπροσωπεύει τη μεγαλύτερη απειλή της εποχής μας».

Μία εξήγηση αυτών των δηλώσεων Πομπέο δίνει η πρόσφατη παραδοχή του γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ Γενς Στόλτενμπεργκ πως «η άνοδος της Κίνας αλλάζει την παγκόσμια ισορροπία δυνάμεων. Η Κίνα θα είναι σύντομα η μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο»!

Στην ίδια συνέντευξη ο επικεφαλής του ΝΑΤΟ υπογραμμίζει πως γι’ αυτόν τον λόγο θα πρέπει να παραμείνει αδιατάρακτη η «υπερατλαντική συμμαχία» Βόρειας Αμερικής και Ευρώπης.

Και εδώ έρχεται η δεύτερη αντίφαση στην πολιτική των ΗΠΑ. Η σημερινή αμερικανική ηγεσία βρίσκεται σε διαρκείς προστριβές με τους Ευρωπαίους και ουσιαστικά ζητάει από αυτούς να ελαφρύνουν τις ΗΠΑ από το κόστος της «συλλογικής ασφάλειας» του πλανήτη, γεγονός που οδηγεί πολλές φορές το ΝΑΤΟ να σπαράζεται από εσωτερικές αντιθέσεις και να μοιάζει σε κάποιες περιπτώσεις με σκορποχώρι χωρίς καμία εσωτερική συνοχή και ενότητα.

Διερωτάται κανείς αν και πάλι πρόκειται για ένα συγκυριακό πρόβλημα προσανατολισμού των ΗΠΑ ή για κάτι βαθύτερο.

Μια απάντηση σε αυτό δίνει το γεγονός ότι τα εσωτερικά οικονομικά αδιέξοδα των ΗΠΑ είναι τεράστια και υποχρεώνουν σε αναθεώρηση των εξωτερικών προσανατολισμών της αμερικανικής ηγεσίας.

 

 

Διαβάστε επίσης: Εκλογές ΗΠΑ: Η Αντιπροεδρία μπορεί να σημαίνει Προεδρία

 

 

Εκρηκτικό μείγμα και αδιέξοδο

Αρκεί κανείς να σκεφτεί ότι η διατροφή του 14% με 15% του αμερικανικού πληθυσμού εξαρτάται από κουπόνια τροφίμων. Η ανεργία αυξάνεται κατά δεκάδες εκατομμύρια από εβδομάδα σε εβδομάδα. Από τα μέσα Μαρτίου έως και τα τέλη Μαΐου πάνω από 40 εκατομμύρια Αμερικανοί υπέβαλαν αίτηση για επίδομα ανεργίας. Σύμφωνα με τον Στίγκλιτς, η ανεργία ενδέχεται να αγγίξει ακόμη και το 30% τους ερχόμενους μήνες. Οι όποιες κρατικές παρεμβάσεις που κυρίως έχουν να κάνουν με στήριξη των επιχειρήσεων δεν μπορούν να δώσουν απάντηση στο επί της ουσίας αναπτυξιακό πρόβλημα των ΗΠΑ και στην αντιμετώπιση των κοινωνικών αδιεξόδων που παράγει.

Το μείγμα είναι εκρηκτικό, καθώς σε αυτά έρχονται να προστεθούν ως συνέπεια των παραπάνω εθνοτικές και φυλετικές διακρίσεις που δείχνουν πως οι ΗΠΑ μόνο «ανοιχτή κοινωνία» δεν είναι.

Μία σειρά από «δόγματα», πάνω στα οποία οικοδομήθηκε το «αμερικανικό όνειρο», ήρθε το κραχ του 2007 και η οικονομική κρίση αλλά και η πανδημία να τα πλήξει ανεπανόρθωτα. Η ανάγκη δημόσιας υγείας, η ανάγκη ύπαρξης συλλογικών συμβάσεων, η ανάγκη κοινωνικής ασφάλισης κ.τ.λ., που για τους Αμερικανούς αποτελούσαν άγνωστες λέξεις, είναι μερικά από τα διακυβεύματα στα οποία το πολιτικό σύστημα των ΗΠΑ στο σύνολό του δεν διαθέτει απαντήσεις.

Η αδυναμία να δοθούν πολιτικές απαντήσεις σε τέτοια ζωτικής σημασίας κοινωνικά ζητήματα δεν αντανακλάται μόνο στο δίδυμο Τραμπ – Μπάιντεν. Αντανακλάται και στην απόσυρση του Μπέρνι Σάντερς, ο οποίος τουλάχιστον στο επίπεδο των διακηρύξεων είχε μια διαφορετική ατζέντα. Η οικειοθελής αποχώρησή του από τη διεκδίκηση του χρίσματος προκειμένου να στηρίξει τον Μπάιντεν αναδεικνύει και τα πραγματικά όρια του Δημοκρατικού Κόμματος. Στοιχείο κρίσης και αδιεξόδου αποτελεί το γεγονός ότι τίθεται σε αμφισβήτηση ακόμα και η ομαλή εναλλαγή στην εξουσία των δύο κομμάτων του αμερικανικού δικομματισμού.

Θα έλεγε κανείς ότι οι ΗΠΑ, η χώρα με τον μεγαλύτερο αριθμό φυλακισμένων στον κόσμο, έχοντας το 25% του παγκόσμιου αριθμού των φυλακισμένων, είναι φυλακισμένη η ίδια ως χώρα σε αδιέξοδο. Αν κανείς θέλει να προσωποποιήσει μια υπό κατάρρευση κοινωνία, θα μπορούσε κάλλιστα να θυμηθεί την υπόθεση Σνόουντεν…

πηγή:in.gr

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail