Σα. Σεπ 19th, 2020

Geopolitics & Daily News

Global news on Economy, Security, Politics and more

«Οι προβολές του Δημοκρατικού Πολιτεύματος από την Αρχαιότητα στο σήμερα » Μέρος Γ΄

«Οι προβολές του Δημοκρατικού Πολιτεύματος από την Αρχαιότητα στο σήμερα. Οι διαδικασίες και τα στάδια δημιουργίας και εξέλιξης του Δημοκρατικού πολιτεύματος»

 

 

 

Γράφει ο Βλάσης Οικονόμου 
Ιστορικός 

 

Μπορείτε να διαβάσετε το Α΄Μέρος ΕΔΩ  και το Β΄Μέρος ΕΔΩ 

 

 

«Η ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ»

 

3.1       Μια ερμηνεία ως προς την πορεία της Δημοκρατίας

         

Η προσπάθεια μελέτης της Δημοκρατίας, θεωρήθηκε από πολλούς μελετητές μη εφαρμόσιμη.  Ο λόγος που συνέβη κάτι τέτοιο μπορούμε να πούμε ότι εστιάζεται στον λάθος χρόνο της τοποθέτησης της. Είναι αρκετοί εκείνοι που θεώρησαν ότι η Δημοκρατία ‘’τελείωσε’’ με τον Μ. Αλέξανδρο, δίνοντας ένα οριστικό τέλος στην περίοδο της ‘’ανθρωποκεντρικής’’[1] ολοκλήρωσης εντός της πόλης – κράτους. Αντιθέτως, η μελέτη της Δημοκρατίας έχει σημασία διότι μας επιτρέπει να ανακαλύψουμε τόσο τις έννοιες στις οποίες στηρίχθηκε (π.χ. μορφές ελευθερίας), όσο και το ακριβής σημείο εμφάνισής της εντός της ιστορίας.

 

Στο σημείο αυτό, θα επιχειρήσω να θέσω ένα ερώτημα σχετικό με την Δημοκρατία. Γιατί, υπάρχουν μελετητές που θεωρούν ότι η Δημοκρατία είναι μη εφαρμόσιμη; Μήπως, -απαντώντας στο ερώτημα-, υπάρχουν στη σύγχρονη εποχή διάφορες σχολές προσέγγισης των κοινωνικών και πολιτικών φαινομένων, που αδυνατούν να κατανοήσουν το παρελθόν και συνάμα να προσαρμόσουν τις σκοπιμότητες της εποχής. Μήπως, θεωρείται ότι στη σύγχρονη εποχή, η Δημοκρατία δεν μπορεί να εφαρμοστεί λόγω μεγέθους της κοινωνίας, ή λόγω αντίληψης της ως μη επιθυμητή ιδεολογία;

 

Οι ανωτέρω αναφορές ουσιαστικά δεν αρμόζουν με τον τίτλο του κεφαλαίου, εισάγουν, απλώς, κάποια καίρια ερωτήματα τα οποία θα μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε την πορεία της Δημοκρατίας μετά από την περίοδο της ακμής της, αυτή δηλαδή του 5ου π.Χ.

 

 

3.2       Πορεία της Δημοκρατίας μετά τον Πελοποννησιακό πόλεμο  (431-404 π.Χ)      

 

Πορεία της Δημοκρατίας μετά τον Πελοποννησιακό πόλεμο (431-404 π.Χ)
(πηγή: http://arxontoula.weebly.com/ )

 

Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος ήταν η μεγαλύτερη στρατιωτική σύγκρουση μεταξύ της Δηλιακής Συμμαχίας (υπό την ηγεσία της Αθήνας) και της Πολεποννησιακής Συμμαχίας (υπό την ηγεσία της Σπάρτης) που έλαβε χώρα την περίοδο 431-404 π.Χ., και έληξε με αποφασιστική νίκη των Σπαρτιατών και την παράδοση της Αθήνας. Τα αποτελέσματα του Πελοποννησιακού Πολέμου, ήταν ολέθρια για την Αθηναϊκή Δημοκρατία, ενώ ευεργετικά για την ολιγαρχική Σπάρτη. Θεωρητικά, λοιπόν, ο πόλεμος αυτός δεν κρίθηκε μόνο μέσω των στρατηγικών αποφάσεων και τη δύναμη των στρατευμάτων, αλλά από τις πολιτικές αποφάσεις των εκάστοτε αρχηγών. Δηλαδή, θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, ως τον πρώτο πολιτικό και ταξικό πόλεμο, έναν πολιτικό-πολιτισμικό πόλεμο.

 

 Ήταν μια μάχη μεταξύ της Δημοκρατίας και της Ολιγαρχίας. Το πρώτο πολιτικό σύστημα, αυτό της Δημοκρατίας, ήταν το ‘’νεότερο’’ σε σχέση, βέβαια, πάντοτε με την Ολιγαρχία, και ως συνέπεια αυτού ήταν το καθετί παλιό να επιθυμεί την κατάκτηση του νέου. Ουσιαστικά, το ‘’ελληνικό κρατοκεντρικό’’[2] σύστημα, αυτό στο οποίο αναπτύχθηκε η δημοκρατία, περιστοιχίζονταν από ‘’δεσποτείες’’[3] πολιτικά  συστήματα άλλων πόλεων-κρατών, που πολλές φορές αναζητούσαν αφορμές εισχώρησης εντός αυτής.  Μία από τις αιτίες, λοιπόν, του Πελοποννησιακού Πολέμου ήταν και αυτή η προσπάθεια καταπάτησης του νεόδμητου πολιτικού συστήματος.

 

Ευτυχώς, όμως, οι προσπάθειες των δεσποτικών καθεστώτων να περιορίσουν ή ακόμα να αποδυναμώσουν πλήρως την ισχύ της Δημοκρατίας δεν τελεσφόρησε. Αφορμή για αυτή την αποτυχία δεν θα μπορούσε να είναι άλλη από την ανάληψη και συνέχιση της πολιτικής δύναμης του αρχαίου κόσμου, από ένα βασίλειο, αυτό της Μακεδονίας. Το παράδοξο της περιόδου είναι ότι, ενώ η Μακεδονική δυναστεία (808 π.Χ.–167 π.Χ) συνέχισε και προώθησε το ‘’ελληνικό κρατοκεντρικό’’ σύστημα μικρής κλίμακας, εφαρμόζοντας σε μεγάλο βαθμό την ιδεολογία που είχε υιοθετήσει από την πόλης-κράτος της Αθήνας, τα δεσποτικά καθεστώτα συνέχισαν να εξελίσσονται απτόητα καθ΄ όλη την χρονολογική διαδρομή. Προσπαθώντας, να απεικονίσουμε την εξέλιξη αυτή θα λέγαμε ότι, στην «αρχαιότητα[4]» και πόσο μάλλον στον «ελληνικό κόσμο[5]» έως τις παρυφές του 19ου αιώνα μ.Χ., υφίστανται δυο παράλληλα ‘’πολιτικά συστήματα’’, αυτό της δεσποτείας και αυτό του ελληνικού Κρατοκεντρικού συστήματος με ανθρωποκεντρικές όψεις το οποίο στην περίοδο των Ελληνιστικών χρόνων μετεξελίχθηκε σε ‘’Οικουμενικό κοσμοσύστημα’’[6] μεγάλης κλίμακας.

 

Τι είναι, όμως αυτό που δημιουργεί την μετάβαση από τον Κρατοκεντρισμό στο Οικουμενικό σύστημα. Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος είχε ιδιαίτερη σημασία, ως κεντρική υπόθεση του ελληνικού κοσμοσυστήματος, σε αντίθεση με τον Τρωικό πόλεμο και τις Περσικές επεμβάσεις. Επομένως ο πόλεμος αυτός σχετίζεται άμεσα με την μετάβαση στην οικουμένη. Ο Αλκιβιάδης μετά την διαφυγή του στη Σπάρτη εξήγησε το στρατηγικό σχέδιο των Αθηναίων, να μεταβούν στη Μεγάλη Ελλάδα (νότια Ιταλία, Σικελία), και να κυκλώσουν την Πελοπόννησο με απώτερο σκοπό τους την ένταξή της στο οικουμενικό σύστημα.

 

3.3       Πορεία της Δημοκρατίας την εποχή του Μ. Αλεξάνδρου και στα Ελληνιστικά χρόνια (323 π.Χ – 30 π.Χ)           

 

Πορεία της Δημοκρατίας την εποχή του Μ. Αλεξάνδρου και στα Ελληνιστικά χρόνια (323 π.Χ – 30 π.Χ) (πηγή: https://www.unban.gr)

 

Το Οικουμενικό κοσμοσύστημα (Κοσμόπολη)[7], λοιπόν, ξεκινάει την πορεία του μετά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο. Είναι σημαντικό να πούμε ότι, δεν καταργεί το σύστημα των πόλεων, τις εντάσσει εντός της κοσμόπολης και συνθέτει σύστημα πόλεων με κεντρική εξουσία. Η κοσμόπολη, θα μπορούσαμε να αναφέρουμε ότι, ξεκίνησε την πορεία της από την εποχή του Φιλίππου (382 π.Χ.336 π.Χ.) και του Μ. Αλεξάνδρου (Ιούλιος 356 π.Χ. – 10 Ιουνίου 323 π.Χ) έως τον 19ο αιώνα, διατηρώντας ως βασικό της στοιχείο, τα δημοκρατικά ιδεώδη με πλήρη χορήγηση των ελευθεριών. Ο συνεχιστής του ελληνικού ανθρωπιστικού κοσμοσυστήματος Φίλιππος της Μακεδονίας, δεν κυριάρχησε ως μονάρχης σε μοναρχία, δηλαδή με όρους επέκτασης της Μακεδονίας στην υπόλοιπη επικράτεια και στα πρότυπα των δεσποτικών καθεστώτων, αλλά ως στρατηγός – αυτοκράτορας.

 

Κατά την διάρκεια κυριαρχίας του Μ. Αλεξάνδρου και κατόπιν στους ελληνιστικούς χρόνους, ενώ σε πολλές πόλεις κυριαρχούσε η μοναρχία, το πολιτικό σύστημα ήταν δημοκρατικό, εφόσον βέβαια εντός των πόλεων υπήρχε η ελευθερία σε πλήρη ανάπτυξη. Ο Μ. Αλέξανδρος, εντός της επικράτειας του λειτούργησε ενοποιητικά, ενώ στην εκστρατεία του στην Ασία απελευθερωτικά, γι’  αυτό και θεοποιήθηκε σε εκείνα τα μέρη ενσωματώνοντας το ανθρωποκεντρικό γίγνεσθαι. Η περίοδος των ελληνιστικών χρόνων οικοδόμησε, λοιπόν τον οικουμενισμό ο οποίος ολοκληρώθηκε στη συνέχεια των ιστορικών χρόνων. Με τον όρο οικουμενισμό, ουσιαστικά, εννοούμε την δημιουργία συμπολιτειών – ενώσεων (πόλεις – κράτη) ως αντιστάθμισμα στους συσχετισμούς δύναμης. Σε αυτή την φάση υπάρχει συνεχόμενη διαμόρφωση των πόλεων, καθώς επίσης και αλλαγές στο οικονομικό επίπεδο.

 

 

3.3.1   Τα οικονομικά συστήματα στο ανθρωποκεντρικό Κοσμοσύστημα

 

Τα οικονομικά συστήματα, που προσιδιάζουν στο Ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα, σε συνάφεια με τα στάδια της ανάπτυξης του, είναι: Πρώτον, εκείνο που αποδίδει το σύστημα στην ιδιοκτησία και υποβάλλει τον φορέα της εργασίας στην εξουσία του. Είναι το σύστημα που ορίζει την κοινωνία της (εξαρτημένης) εργασίας. Δεύτερον, εκείνο που απορρίπτει τον πολίτη από την οικονομική διαδικασία, μεταβάλλοντας τον σε συντελεστή της πολιτικής εργασίας, μέσω της οποίας συμμετέχει στην αναδιανομή του οικονομικού προϊόντος. Είναι η κοινωνία της (οικονομικής) σχόλης, που αντισταθμίζεται με την έννοια της πολιτικής μισθοφορίας. Η οικονομική εργασία αξιολογείται ως περιθωριακή και συντρέχουσα ως εργασία-εμπόρευμα. Το Τρίτο κατά σειρά οικονομικό σύστημα επανεντάσσει τον πολίτη στην παραγωγική διαδικασία, πλην όμως το οικονομικό (υπό-)σύστημα, εκεί όπου δεν παρεμβάλλεται το κεφάλαιο, διαφοροποιείται από την ιδιοκτησία και περιέρχεται στους συντελεστές του (στους φορείς της εργασίας), ενώ όταν συμμετέχει επίσης το κεφάλαιο στη συγκρότηση του, η εργασία αποτιμάται ως κεφάλαιο και ο φορέας της εγγράφεται στο σύστημα ως εταίρος. Είναι η εταιρική οικονομία που συνάδει με την εταιρική κοινωνία στο σύνολο της. Το πρώτο, η κοινωνία της (εξαρτημένης) εργασίας, απαντάται στις μέρες μας και στην ομόλογη πρώτο-ανθρωποκεντρική εποχή της πόλης-κράτους. Το δεύτερο, είναι το οικονομικό σύστημα της δημοκρατίας της κρατοκεντρικής εποχής. Το τρίτο εμφανίζεται σταδιακά συγχρόνως με την ανάπτυξη της μετα-κρατοκεντρικής οικουμένης και, παρόλο ότι προσιδιάζει σε όλα τα πολιτικά συστήματα, εναρμονίζεται μάλλον με τη δημοκρατική πολιτεία. Είναι το οικονομικό σύστημα, υπό το οποίο έζησε ο ελληνισμός καθ’ όλη τη διάρκεια της οικουμένης και είχε κατά νουν ο Ρήγας.[8]

 

Στο πολιτικό επίπεδο, η «πολιτική μισθοφορία»[9] εκλείπει, δηλαδή η αναδιανομή του οικονομικού προϊόντος δια της συμμετοχής του δήμου στην πολιτική λειτουργία (εργασία). Η πολιτική μισθοφορία θα αποτελέσει το καίριο πρόταγμα της Δημοκρατίας κατά την Κρατοκεντρική φάση του ελληνικού κοσμοσυστήματος. Για την ελληνιστική εποχή, λοιπόν, αποτέλεσμα της Δημοκρατίας είναι η λειτουργία της πόλης χωρίς οικονομική εξάρτηση. Με τη τροποποίηση της πολιτικής μισθοφορίας, ουσιαστικά πραγματοποιείται απαγόρευση της διατάραξης του φορολογικού συστήματος. Ο Μ. Αλέξανδρος προωθεί την Δημοκρατία -αυτοκυβέρνηση των πόλεων-, με αυτό το σύστημα όμως, εκλείπει η ένταση συμμετοχής στην Εκκλησία του Δήμου, η οποία έχει ως επακόλουθο την αποσύνδεση της κοινωνικής ελευθερίας από την πολιτική. Οι αρχές–αξιώματα ανατίθενται σε αυτούς που έχουν τα οικονομικά αξιώματα, αφού έχει αποσυνδεθεί η πολιτική από τον μισθό. Αποτέλεσμα, όλων αυτών είναι, η δημιουργία εσωτερικής ισορροπίας, παύση των εντάσεων και μεταφορά ατόμων προς την Ασία. Για παράδειγμα, στην Βακτριανή δημιουργήθηκαν πάνω από χίλιες ελληνικές πόλεις, οι οποίες αποτελούσαν τον μοχλό μεταβολής των δεσποτικών κοινωνιών της περιοχής σε ανθρωποκεντρικές, διαδίδοντας  έτσι  τα δημοκρατικά ιδεώδη στις δεσποτικές πόλεις της Ασίας. Αυτός, είναι και ένας από τους λόγους που ο Μ. Αλέξανδρος έχαιρε τόσο μεγάλου σεβασμού από τις ‘’κατακτημένες’’ πόλεις της Ασίας.

 

Αυτή η οικονομική πολιτική οδήγησε στην δημιουργία της εταιρικής οικονομίας εντός της κοσμόπολης, όπως αυτή παρουσιάστηκε στην προηγούμενη ενότητα (ενότητα 3.3.1), θέτοντας σε κατάργηση την εξαρτημένη εργασία (εργασία από ένα δούλο) και κατ’ επέκταση στη μεταβολή των ηγεμονικών καθεστώτων. Ως συνέπεια στο πολιτικό σύστημα ήταν, η διατήρηση τόσο της ατομικής, όσο και της κοινωνικής ελευθερίας, θέτοντας έτσι, υπό τροποποίηση τους όρους του Δήμου. Οι συντεχνίες οδηγούνται στην συλλογή των επαγγελμάτων, θέτοντας με αυτό τον τρόπο το Ολιγαρχικό καθεστώς σε σύγκλιση με την Δημοκρατία. Απλοποιώντας, την ανάλυση μας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι, τόσο οι οικονομικές, όσο και οι πολιτικές μεταρρυθμίσεις του Μ. Αλεξάνδρου, οδήγησαν στον εκδημοκρατισμό και στον ανθρωποκεντρικό εκπολιτισμό των περιοχών που κατέκτησε.

 

 

3.4       Πορεία της Δημοκρατίας την εποχή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (27 π.Χ. – 476 μ.Χ.)     

 

Χάρτης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki)

 

 Η δυτική Μεσόγειος έμεινε Κρατοκεντρική, με αποτέλεσμα η Ρώμη να επιβάλει την αλλαγή σε αυτή την πλευρά του Ανθρωποκεντρικού συστήματος. Η Ρώμη είχε ολιγαρχικά χαρακτηριστικά, εφαρμόζοντας λεηλατικές πρακτικές στις περιοχές που κατακτούσε. Αυτή η πολιτική λεηλασίας της Ρώμης άρχισε να αλλάζει τότε που παραλίγο να εκλείψει, λόγω των πολεμικών συγκρούσεων που έλαβε μέρος. Στη ναυμαχία του «Άκτιου»[10] (2 Σεπτεμβρίου 31 π.Χ.), αν είχε επικρατήσει η Κλεοπάτρα, η Ρώμη θα είχε οδηγηθεί στον εξελληνισμό. Η επικράτηση, όμως, του Οκταβιανού οδήγησε σε ολιγαρχική πραγματικότητα η οποία αποτέλεσε την εναρμονιστική βάση της Κοσμόπολης. Η πολιτική της Ρώμης συνεχίστηκε με τάσεις προς την καταπίεση, με επαναστάσεις καθώς, και εξέγερση των ολιγαρχικών. Για την αντιμετώπιση τέτοιων καταστάσεων έπρεπε να ακολουθηθεί ένα προηγούμενο πολιτικό σύστημα το οποίο είχε δράσει με χαρακτηριστική επιτυχία, αυτό λοιπόν, το παράδειγμα δεν ήταν άλλο από το πρότυπο των Σελευκιδών. Η δυναστείας των Σελευκιδών, μακεδονικής καταγωγής, που κυβέρνησε την Ασία, από το 305 π.Χ. έως 64 π.Χ., η οποία ακολουθώντας τα πρότυπα του γενάρχη της, του Μ. Αλεξάνδρου, κατάφερε να διατηρήσει τα πρότυπα της Αθηναϊκής  Δημοκρατίας έως τα απομακρυσμένα μέρη της ανατολής, εφαρμόζοντας το σύστημα Οικουμενική κοσμοπολιτείας της Αθήνας.

 

Η Ρώμη ισοδυναμεί με ολιγαρχική πόλη και με έντονα τα αγροτικά χαρακτηριστικά. Όταν η Ρώμη κατέκτησε τον ελληνικό κόσμο, λεηλάτησε τον πλούτο της, με συνέπεια την καταστροφή των πόλεων. Αποτέλεσμα, των ενεργειών αυτών ήταν, οι κάτοικοι των πόλεων να μεταπέσουν σε θεσμούς δουλείας. Η λεηλατημένη πόλη, με  κατοίκους δούλους, ήταν η ‘’μαγική’’ συνταγή της Ρώμης, ώστε να καταπατήσει την εθνική αναφορά της περιοχής. Σε αυτή την φάση της ιστορίας, υπάρχει μια πολύ σημαντική διαφορά ως προς τον προσδιορισμό των εννοιών. Ο δούλος στην αρχαία Αθήνα δεν ενέχει θέση σύγκρισης με τον δούλο της Ρωμαϊκής εποχής. Ο ‘’δούλος’’ της αρχαίας Αθήνας, δεν στερούταν ελευθερίας, παρά μόνο πολιτικών δικαιωμάτων, σε αντίθεση με τον δούλο της Ρώμης, ο οποίος σε καθεστώς δεσποτείας, όπως εξάλλου κυριαρχούσε εκείνη την εποχή, στερούταν κάθε ελευθερία, ήταν δηλαδή, δέσμιος του εκάστοτε αφεντικού του κάθε φεουδάρχη-γαιοκτήμονα. Στη Ρώμη οι ‘’πολίτες’’ χαρακτηρίζονταν ως δούλοι και όχι ως πολίτες.[11]

 

Το βασικότερο, λοιπόν, πρόταγμα της εποχής ήταν, η εξέγερση των δούλων από το καθεστώς της δουλείας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η εξέγερση του ‘’Σπάρτακου’’[12]. Από την δική της πλευρά, η Ρώμη για να αποφύγει την εξέγερση των δούλων, ενίσχυσε την πολιτική της Ολιγαρχίας, επιφέροντας ισχυρές επιπτώσεις στο πολιτειακό σύστημα των πόλων. Οι πόλεις, όμως, της Ρώμης προσαρμόζονται, και οδηγούμενες από το πρότυπο της Αθήνας, μετατρέπονται σε εταιρικές, δηλαδή, συμπίπτουν στο οικονομικό σύστημα της ελληνικής κοσμόπολης, ακολουθώντας έτσι σε μεγάλο ποσοστό τα πρότυπα της οικουμενικής ανάπτυξης, στερώντας την ανάπτυξη των ολιγαρχικών πολιτικών καθεστώτων.

 

Με αυτές τις πολιτικές εξελίξεις, η Ρώμη οδηγείται σε δύο ουσιαστικές φάσεις: α) την Ρωμαϊκή πολιτεία (ολιγαρχική εκδοχή Ρώμης- Res  Publica), και β) την Αυτοκρατορία (Αυτοκράτορας ισοδύναμος με Αρχηγό Στρατού που υπερβαίνει το κράτος). Αναλύοντας τώρα τις δύο ανωτέρω φάσεις της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, θα δούμε ότι, για την Ρωμαϊκή πολιτεία οι ολιγάρχες (συγκλητικοί), λειτουργούσαν ως άρχουσα τάξη θεσμικά κατοχυρωμένη, ενώ διαχειρίζονταν την εισπρακτική οικονομία.  Στο δεύτερο σκέλος, αυτό της Αυτοκρατορίας, το κεντρικό σύστημα φεύγει από την Ρώμη και από την σύγκλητο. Είναι η περίοδος της ηγεμονίας, όπου το αποσπάται το κεντρικό πολιτικό σύστημα από την Ρώμη, ισορροπεί και ανοίγεται προς τον ελληνικό κόσμο. Ο ελληνικός κόσμος, έτσι, απογειώνεται και παράλληλα αναπτύσσονται οι πόλεις. Ο ελληνικός κόσμος είναι και πάλι στο προσκήνιο, με έντονη αμφισβήτηση προς την Ρώμη. Σημαντικό επιστέγασμα αυτής της διαδικασίας είναι η εμφάνιση του Χριστιανισμού, ως ιδεολογία με οικουμενικές αναφορές. Έχουμε την τάση επαναφοράς του κοινωνικού προβλήματος στον δήμο και προσπάθεια επίλυσης από αυτόν όγου χάρη, εκκλησία στη Χριστιανική θρησκεία – εκκλησία του δήμου).

 

 Η Ρωμαϊκή εποχή θεωρητικά εντάσσεται στο σύστημα της οικουμένης και μάλιστα στην πλήρη οικουμενική περίοδο. Διαφαίνεται η παγίωση της οικουμενικής κοσμόπολης (σύνθεσης πόλεων με την μητρόπολη). Οι μητροπόλεις χαρακτηρίζονται από τα ιδιαίτερα δεσποτικά τους χαρακτηριστικά, ενώ η οι ελληνικές πόλεις διαβιούν στα πλαίσια της ανθρωποκεντρικής ολοκλήρωσης. Οι πόλεις της «ανατολικής» οικουμένης χαρακτηρίζονται από την αρχή της εταιρικής και χρηματιστικής οικονομίας.

 

Στην πραγματικότητα όμως, έχουμε την δημιουργία της ανάγκης μετεγκατάστασης της Ρώμης σε νέα τοποθεσία, αυτή του ‘’Βυζαντίου’’[13]. Η Ρώμη τείνει να χωριστεί σε δύο μέρη, αυτό της ανατολής (Βυζάντιο) και σε εκείνο της δύσης (Ρώμη). Πλέον, η ανατολή είναι αυτή που πρωτοστατεί στην παραγωγή του πλούτου και στην ανάπτυξη της σκέψης, σε αντίθεση με τη  δύση που λειτουργεί παρασιτικά, μένοντας στεγνή από ιδεολογίες και σκέψεις.[14]

 

 

3.5       Πορεία της Δημοκρατίας την εποχή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας(330 μ.Χ. – 1453 μ.Χ.)           

 

Χάρτης Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (πηγή: https://slideplayer.gr/slide/2788940/)

 

Βυζαντινή Αυτοκρατορία (ή Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία) ονομάστηκε το κράτος, που αρχικά καταλάμβανε το γεωγραφικό χώρο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη (πρώην Βυζάντιο), και με χρονικά όρια 1123 ετών, που (συμβατικά) αρχίζουν από τα εγκαίνια της Κωνσταντινούπολης στις 11 Μαΐου 330 μ.Χ. και φτάνουν ως την άλωσή της από τους Οθωμανούς Τούρκους, στις 29 Μαΐου του 1453.

 

 Τα γεωγραφικά όρια της αυτοκρατορίας αυτής, στο εκτεταμένο χρονικό διάστημα της ζωής της άλλαξαν πολλές φορές, αλλά στο μεγαλύτερο τμήμα του, περιελάμβανε την Ιταλική χερσόνησο, τα Βαλκάνια, τη Μικρά Ασία, τη Συρία, την Παλαιστίνη, την Αίγυπτο, τη σημερινή Τυνησία καθώς και μικρό τμήμα της Ιβηρικής χερσονήσου. Η εξέλιξη αυτή αποτελεί της ύστερη φάση της ρωμαϊκής ιστορίας, που διαμορφώθηκε υπό την επιρροή του ελληνικού πολιτισμού και της ελληνικής γλώσσας, της χριστιανικής πίστης και της ελληνορωμαϊκής πολιτικής θεωρίας, μετά από μετάθεση του πολιτικού κέντρου του κράτους στην εξελληνισμένη και ελληνόφωνη Ανατολή.[15]

 

Συνεχίζοντας, θα μπορούσαμε να αναφέρουμε ότι, και στο Βυζάντιο δημιουργήθηκαν σημαντικές αλλαγές ως προς την δημοκρατική συνέχεια και ολοκλήρωση. Στο επίπεδο των πόλεων (9ος–10ος αιώνας) πραγματοποιήθηκαν όλες οι αλλαγές, δηλαδή, κατάργηση των δήμων παλαιάς κοπής, υπάρχει αναδιάταξη της οικονομίας της κοινωνίας με βάση την εταιρική οικονομία, στα πρότυπα του οικουμενικού συστήματος. Η Δημοκρατία, ουσιαστικά, μεταφέρεται στις επιχειρήσεις, το «κεφάλαιο» ως εταίρος και όχι ως εξωτερικός συμβαλλόμενος αναπτύσσει τις κοινωνικές δράσεις σε συλλογικές δράσεις. Η πολιτεία από το μέρος της, επιβάλει τους νόμους των εταιρικών συστημάτων (κάθε εταιρικό σύστημα ισοδύναμο με τον Δήμο).

 

Επομένως, το ελληνικό παράδειγμα, η Δημοκρατία, διαδραμάτισε σημαίνοντα ρόλο. Πραγματοποιείται, προσπάθεια από όσους υπερβαίνουν το κράτος, μέσω της πολιτειακής αλλαγής, να λάβουν τις απαιτούμενες οδηγίες από την κοσμόπολη (έννομος επιστασία). Η Κοσμόπολη εδώ, εναρμονίζει, ρυθμίζει και διαφυλάττει την τάξη ως το κέντρο του πολιτικού συστήματος. Για την περίπτωση του Βυζαντίου, το οποίο από τη μια εξομοιώνεται με την ιστορία της νομισματικής οικονομία, δηλαδή με ένα σύστημα που τοποθετείται στον αντίποδα της φεουδαρχίας, και από την άλλη ταξινομείται ως Μεσαίωνας, δηλαδή ως φεουδαρχία. Είναι, επομένως, προφανές ότι η περίπτωση του Βυζαντίου εγείρει και άλλα πολυσήμαντα ζητήματα, όπως εκείνο  της θρησκείας και των διακριτών της διαφοροποιήσεων με εκείνη του δυτικού Μεσαίωνα.[16]

 

Το Βυζάντιο, ως ύστερο, προσδένεται στην δυτικοευρωπαϊκή περιοδολόγηση ως Μεσαίωνας όπως και οι μετέπειτα χρόνοι στο διατακτικό της δυτικής μετάβασης από το δεσποτικό στο ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα. Τέλος, το Βυζάντιο ως κοσμόπολη αποτελεί όντως την πλέον ολοκληρωμένη εκδοχή κοσμοπολιτείας όσον αφορά στο ανθρωποκεντρικό υπόβαθρο της Μητρόπολης, αλλά και την εν γένει συνάφεια της τελευταίας με το σύστημα των πόλεων. Εντούτοις, η φυγοκεντρική δυναμική του συστήματος των πόλεων ουδέποτε θα εκλείψει. Τούτο μαρτυρεί η αδυναμία της Μητρόπολης –του κεντρικού «κράτους»- να ανασυγκροτήσει την βυζαντινή κοσμόπολη μετά την κατάλυση της το 1204, από την 4η Σταυροφορία.[17]

 

=======================================================================

 

[1] Ανθρωποκεντρισμός: Ορίζει τις κοινωνίες που συγκροτούνται με υπόβαθρο την ελευθερία (Γεώργιος .Κοντογιώργη, «Η ελληνική δημοκρατία του Ρήγα Βελεστινλή», Εκδόσεις Παρουσία, Αθήνα, 2008, σελ. 267-273)

[2] Κρατοκεντρισμός/Οικουμένη: Οι δυο εξελικτικές φάσεις του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος. Στον κρατοκεντρισμό το σύνολο κοσμοσύστημα γίνεται αντιληπτό ως το άθροισμα των θεμελιωδών κοινωνιών του οι οποίες συγκροτούνται σε κράτη. Τα κράτη αυτά επικοινωνούν πολιτικά, συνθέτοντας μία στοιχειώδη έννομη τάξη, της οποίας το κανονιστικό πλαίσιο βασίζεται στις σχέσεις ηγεμονίας, δηλαδή στη δύναμη. Στην οικουμένη, που ακολουθεί, το σύνολο κοσμοσύστημα διατηρεί τις θεμελιώδεις κρατικές κοινωνίες, προστίθεται όμως η υπερκείμενη μητροπολιτική πολιτεία, η οποία λειτουργεί εναρμονιστικά στο σύνολο κοσμοσύστημα ή σε ένα ευρύτατο πεδίο, που εγγράφει στην επικράτεια της. Κρατοκεντρικό είναι το στάδιο της εποχής της πόλης- κράτους και η σημερινή εθνοκεντρική περίοδος του κόσμου. Μοναδικό ιστορικό παράδειγμα οικουμένης αποτέλεσε το ελληνικό, το οποίο εκτείνεται από τον 4ο αιώνα π.Χ. έως τις παρυφές του 20ού αιώνα. (Γεώργιος .Κοντογιώργη, «Η ελληνική δημοκρατία του Ρήγα Βελεστινλή», Εκδόσεις Παρουσία, Αθήνα, 2008, σελ. 267-273).

[3] Δεσποτεία: Ορίζει τις κοινωνίες που συγκροτούνται με γνώμονα το ανήκειν των μελών τους στον κύριο του συστήματος με όρους ιδιοκτησίας. Η ιδιωτική δεσποτεία αποδίδει το τυπικό φέουδο, ενώ η κρατική δεσποτεία απαρτίζεται από πολλά ιδιαίτερα δεσποτικά πεδία (π.χ. φέουδα) και, ενδεχομένως, στοιχειώδεις ανθρωποκεντρικούς θύλακες, που διασφαλίζουν την εσωτερική τους επικοινωνία. Ο κεντρικός δεσπότης είναι ο υπερκείμενος κύριος/ιδιοκτήτης του όλου. (Γεώργιος .Κοντογιώργη, «Η ελληνική δημοκρατία του Ρήγα Βελεστινλή», Εκδόσεις Παρουσία, Αθήνα, 2008, σελ. 267-273).

[4] «Αρχαιότητα»: Ο όρος σε εισαγωγικά. Η νεοτερική ιστοριογραφία αποδίδει με τον όρο αυτόν τον ελληνικό κόσμο ιδίως της κρατοκεντρικής εποχής και, υπό μία έννοια, την ελληνιστική και τη ρωμαϊκή οικουμένη. Με τον τρόπο αυτό εκτιμά ότι διαχωρίζει το παρελθόν από τη νεότερη εποχή, με ενδιάμεσο σταθμό τον Μεσαίωνα, στον οποίο ταξινομεί επίσης το Βυζάντιο. Η κοσμοσυστημική προσέγγιση του εξελικτικού γίγνεσθαι απορρίπτει τη διατύπωση αυτή, επειδή είναι κενή περιεχομένου, ανιστορική και κυρίως έχει ιδεολογική φόρτιση. Η περιοδολόγηση της ιστορίας γίνεται αντιληπτή ως μία κοσμοσυστημική ενότητα με εξελικτικό βάθος, από τις απαρχές της ελληνικής πόλης έως τις παρυφές του 20ού αιώνα. Η μετακένωση των παραμέτρων του ελληνικού

κοσμοσυστήματος στην Εσπερία και η ώσμωση τους με το πεδίο της δεσποτείας αποτελεί μεν τη βάση της μετάβασης στη νεότερη εποχή, δεν αναιρεί όμως το γεγονός ότι το ανθρωποκεντρικό ή ελληνικό κοσμοσύστημα εξακολούθησε να αποτελεί μία δεσπόζουσα πραγματικότητα μέχρι την οριστική ανθρωποκεντρική αναδιαμόρφωση των κοινωνιών με πρόσημο τη μεγάλη κοσμοσυστημική κλίμακα, στη διάρκεια του 19ου και ιδίως του 20ού αιώνα. (Γεώργιος .Κοντογιώργη, «Η ελληνική δημοκρατία του Ρήγα Βελεστινλή», Εκδόσεις Παρουσία, Αθήνα, 2008, σελ. 267-273).

[5] Ελληνικός Κόσμος: Περιέχει τα εξής βασικά χαρακτηριστικά: α) Κοινή συλλογικότητα (ίδιο έθνος, β) Ανθρωποκεντρισμός με όρους ελευθερίας, γ) Συγκρότηση κοινωνιών με όρους της πόλης, δ) Το μέγεθος της ανθρωποκεντρικής πόλης είναι συγκεκριμένο και όχι τεράστιο. (Γεώργιος .Κοντογιώργη, «Η ελληνική δημοκρατία του Ρήγα Βελεστινλή», Εκδόσεις Παρουσία, Αθήνα, 2008, σελ. 267-273).

[6]Κρατοκεντρισμός/Οικουμένη: Οι δυο εξελικτικές φάσεις του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος. Στον κρατοκεντρισμό το σύνολο κοσμοσύστημα γίνεται αντιληπτό ως το άθροισμα των θεμελιωδών κοινωνιών του οι οποίες συγκροτούνται σε κράτη. Τα κράτη αυτά επικοινωνούν πολιτικά, συνθέτοντας μία στοιχειώδη έννομη τάξη, της οποίας το κανονιστικό πλαίσιο βασίζεται στις σχέσεις ηγεμονίας, δηλαδή στη δύναμη. Στην οικουμένη, που ακολουθεί, το σύνολο κοσμοσύστημα διατηρεί τις θεμελιώδεις κρατικές κοινωνίες, προστίθεται όμως η υπερκείμενη μητροπολιτική πολιτεία, η οποία λειτουργεί εναρμονιστικά στο σύνολο κοσμοσύστημα ή σε ένα ευρύτατο πεδίο, που εγγράφει στην επικράτεια της. Κρατοκεντρικό είναι το στάδιο της εποχής της πόλης-κράτους και η σημερινή εθνοκεντρική περίοδος του κόσμου. Μοναδικό ιστορικό παράδειγμα οικουμένης αποτέλεσε το ελληνικό, το οποίο εκτείνεται από τον 4ο αιώνα π.Χ. έως τις παρυφές του 20ού αιώνα. (Γεώργιος .Κοντογιώργη, «Η ελληνική δημοκρατία του Ρήγα Βελεστινλή», Εκδόσεις Παρουσία, Αθήνα, 2008, σελ. 267-273).

[7] Κοσμόπολη: Περίοδος νέας ωριμότητας για την πόλη. Εδώ ο άνθρωπος οργανώνεται πέρα από το κράτος στηριζόμενος σε δύο πυλώνες, α) αυτό της πόλης και β) της κεντρικής πολιτείας πέραν της πόλης. (Γεώργιος .Κοντογιώργη, «Η ελληνική δημοκρατία του Ρήγα Βελεστινλή», Εκδόσεις Παρουσία, Αθήνα, 2008, σελ. 267-273).

[8] Γεώργιος .Κοντογιώργη, «Η ελληνική δημοκρατία του Ρήγα Βελεστινλή», Εκδόσεις Παρουσία, Αθήνα, 2008, σελ. 267-273

 

[9]«Cosmosystème -Cosmosystem- Κοσμοσύστημα» http://contogeorgis.blogspot.com/search?q=πολιτική+μισθοφορία,, ανακτήθηκε την 03 Νοεμβρίου 2018

 

[10] Η Ναυμαχία του Άκτιου (2 Σεπτεμβρίου 31 π.Χ.) ήταν ναυτική αναμέτρηση ανάμεσα στον Οκταβιανό από τη μια πλευρά και τον Μάρκο Αντώνιο και το ναυτικό της Κλεοπάτρας από την άλλη, που έγινε στο Άκτιο, λίγο έξω από τη σημερινή πόλη της Πρέβεζας. Η ναυμαχία ήταν συνέπεια του εμφύλιου πόλεμου ανάμεσα στον Γάιο Οκτάβιο και τον Μάρκο Αντώνιο, που διεκδικούσαν, μετά τη δολοφονία του Καίσαρα, την εξουσία στο απέραντο κράτος της Ρώμης. Τελείωσε με την ήττα του Αντώνιου και της Κλεοπάτρας και τη διαφυγή τους.( http://www.mixanitouxronou.gr/i-navmachia-pou-i-kleopatra-afise-ton-antonio-akalipto-ke-aftos-poulise-ton-stolo-tou-i-niki-tou-oktavianou-pou-simane-to-telos-tis-romaikis-dimokratias-ke-tin-aftoktonia-tou-antoniou-ke-tis-kle/) ανακτήθηκε την 4 Νοεμβρίου 2018.

[11] Γεώργιος Δ. Κοντογιώργης,  «Το Ελληνικό Κοσμοσύστημα, η Κρατοκεντρική περίοδος της

πόλης», Τομ. Α΄, εκδόσεις Ι. Σιδέρης, Αθήνα, 2006, σελ. 251.

 

[12] Σπάρτακος: Ήταν επαναστάτης θρακικής καταγωγής, που ηγήθηκε μεγάλης επανάστασης δούλων και άλλων κοινωνικώς καταπιεσμένων ατόμων εναντίον των Ρωμαίων. Σχεδόν όλες οι γνώσεις μας για τον Σπάρτακο περιορίζονται στα γεγονότα της επανάστασης που ηγήθηκε (73 π.Χ.71 π.Χ.), γνωστής και ως Επανάσταση του Σπάρτακου ή Επανάσταση των Μονομάχων.

[Λεκάκης Γεώργιος (http://www.spartakos.eu/parousiasi/istoria-spartakou/)], ανακτήθηκε την 4 Νοεμβρίου 2018.

[13] Βύζας ο Μεγαρεύς ήταν ο πρώτος οικιστής του Βυζαντίου. Επικεφαλής μιας αποικιακής επιχείρησης που είχε οργανώσει η πόλη των Μεγάρων, οδήγησε τους Μεγαρείς αποίκους στην περιοχή του Βοσπόρου. Εκεί οι Μεγαρείς ίδρυσαν μια νέα πόλη, στην οποία έδωσαν το όνομα του ιδρυτή της, το Βυζάντιο. Σύμφωνα με τον Στράβωνα (64Π.Χ.-23 μ.Χ.), οι Μεγαρείς έφτασαν εκεί υπακούοντας σ’ ένα χρησμό, που είχαν λάβει από το μαντείο των Δελφών.

[Σακκέτος Άγγελος (https://www.sakketosaggelos.gr/Article/10320/)], ανακτήθηκε την 4 Νοεμβρίου 2018.

 

[14] Γεώργιος Δ. Κοντογιώργης,  «Το Ελληνικό Κοσμοσύστημα, η Κρατοκεντρική περίοδος της

πόλης», Τομ. Α΄, εκδόσεις Ι. Σιδέρης, Αθήνα, 2006, σελ. 57.

 

[15] Νίκος Μπαλάσκας, «https://sites.google.com/site/nikosmpalaskasalimedon/istoria/2-istoria-tes-mesaionikes-elladas/2-byzantine-periodos—eisagoge», ανακτήθηκε την 5 Νοεμβρίου 2018

[16] Γεώργιος Δ. Κοντογιώργης,  «Το Ελληνικό Κοσμοσύστημα, η Κρατοκεντρική περίοδος της

πόλης», Τομ. Α΄, εκδόσεις Ι. Σιδέρης, Αθήνα, 2006, σελ. 28.

 

[17] Γεώργιος Δ. Κοντογιώργης,  «Το Ελληνικό Κοσμοσύστημα, η Κρατοκεντρική περίοδος της

πόλης», Τομ. Α΄, εκδόσεις Ι. Σιδέρης, Αθήνα, 2006, σελ. 44.

 

 

Tέλος Γ’ Μέρους 

 

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ναυτική Επιθεώρηση τεύχος 611 

 

 

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail