31/10/2020

Geopolitics & Daily News

Global news on Economy, Security, Politics and more

Υψηλή Στρατηγική: η επιλογή μεταξύ του επείγοντος και του σημαντικού

Chess game business strategy concept

Του Δημήτρη Τσαϊλά*

Τι είναι αυτό που κάνει μια στρατηγική καλή; Η υψηλή στρατηγική δεν αφορά το να βρεις αυτό που ονομάζουμε τέλειο. Το τέλειο δεν υπάρχει. Η υψηλή στρατηγική σχεδιάζεται για να εφαρμόσουμε δύσκολες, επακόλουθες επιλογές και να αντιμετωπίζουμε ριζικά την αβεβαιότητα σχετικά με ένα ευρέως γνωστό μέλλον, όπου η πατρίδα μας ανταγωνίζεται, συχνά ανελέητα, για την επιδίωξη των εθνικών της συμφερόντων. Όλες οι υψηλές στρατηγικές, με την πάροδο του χρόνου, θα παράγουν τόσο επιτυχίες όσο και αποτυχίες. Για παράδειγμα, η ίδια κυβέρνηση που οδήγησε καταστροφικά τη χώρα στην κρίση των Ιμίων εφάρμοσε επίσης το σχέδιο και έκανε αξιοσημείωτες προσπάθειες για την πλήρη ένταξή μας στο Ευρώ (άσχετα αν αυτό από λάθος επιλογές μας οδήγησε σε παρακμή) και την επιτυχή είσοδο της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στην ιδανική περίπτωση, οι Έλληνες υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής θα επιδίωκαν μόνο επιτυχημένες πολιτικές και θα απόφευγαν τις αποτυχίες, αλλά αυτό αφελώς παραβλέπει την πολυπλοκότητα και τη βαθιά αβεβαιότητα που εμπλέκονται σε οποιαδήποτε υψηλή στρατηγική επιλογή.

Σήμερα ο κύριος αντίπαλος μας ασχολείται με την προετοιμασία για τον πόλεμο του μέλλοντος, ενώ εμείς, δείχνουμε να αμφισβητούμε την ανάγκη για μια υψηλή στρατηγική. Άλλοι υποστηρίζουν ότι στην Ελλάδα δεν έχουμε την κουλτούρα ανάπτυξης μιας. Η αλήθεια είναι ότι υπάρχει  δυσκολία χάραξης  μιας αξιόπιστης εθνικής στρατηγικής, με συνέχεια και συνέπεια. Οι ελληνικές κυβερνήσεις  καταδεικνύουν ένα οξύ έλλειμμα στρατηγικής. Υπάρχουν πολλές αποδείξεις τις τελευταίες τρείς τουλάχιστον δεκαετίες που υποδηλώνουν ότι η έλλειψη σύλληψης και διεξαγωγής εθνικής στρατηγικής έπληξαν τον Ελληνισμό. Υποψιάζομαι έντονα ότι θα δούμε το τέλος της ιστορίας πολύ πριν από την έκλειψη της αξίας της ορθής στρατηγικής, εφόσον συνεχίσουμε να αδιαφορούμε. Εφόσον δεν πιστεύουμε στο πνεύμα του πολέμου, που μας το κληροδότησε  ο Θουκυδίδης στο μνημειώδες έργο “Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος”, ως μια διαρκή ανθρώπινη λειτουργία, αιώνια συνδεδεμένη με την ανθρώπινη φύση. Για ορισμένους ευτυχώς, η στρατηγική θα διατηρήσει τη χρησιμότητά της, αρκεί οι κοινότητες ασφαλείας να προσπαθήσουν να διασφαλίσουν τα εθνικά συμφέροντα, και οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής με τις ένοπλες δυνάμεις να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις και να ευθυγραμμίσουν τους εθνικούς πόρους για να επιτύχουν τους επιθυμητούς στόχους.

Η πρώτη και κύρια σκέψη για όσους χαράσσουν στρατηγική είναι μια σταθερή αντίληψη του στρατηγικού περιβάλλοντος και του πλαισίου στο οποίο πρέπει να διεξαχθεί η στρατηγική μας. Οι πηγές του πλαισίου μας, αναφέρονται ως πολιτικές, στρατιωτικές, κοινωνικοπολιτισμικές, γεωγραφικές, τεχνολογικές και ιστορικές. Η κατανόησή μας για το στρατηγικό πλαίσιο αφορά στην κατανόηση μας για τον αντίπαλό και το συγκεκριμένο περιβάλλον στο οποίο θα λειτουργεί η στρατηγική. Είναι σαφές ότι οι ελλείψεις στη στρατηγική απόδοση του Ελληνισμού στα ελληνοτουρκικά οφείλονται σε ελλείψεις στην κατανόηση του συγκεκριμένου πλαισίου και του πολιτισμού που ο Ελληνισμός και οι σύμμαχοί μας επιδίωξαν να αλλάξουν. Η στρατηγική κουλτούρα δεν είναι ούτε σταθερή ούτε καθοριστική, αλλά διαμορφώνει την αναγνώριση των προβλημάτων και πλαισιώνει αρχικά έναν φακό για λύσεις. Η καλή στρατηγική προϋποθέτει την κατανόηση του «αντιπάλου» και πρέπει να περιλαμβάνει μια κατανόηση της σχετικής ιστορίας, της γεωγραφίας, της κοινωνιολογίας και της ανθρωπολογίας.

Υπάρχει μια τάση στους ελληνικούς κύκλους χάραξης στρατηγικής να επιμένουν στις γραμμικές και ορθολογικές διαδικασίες, σαν να μπορεί να απομονωθεί η πολιτική. Όπως υποστήριξε ο Clausewitz, οι εθνικές στρατηγικές αναπτύσσονται για να υποστηρίξουν την επίτευξη της «πολιτικής όπως καθορίζεται από την πολιτική». Αυτός είναι ο καλύτερος ορισμός, καθώς οι σχεδιαστές της πολιτικής επηρεάζουν ή καθοδηγούν την πολιτική και επομένως αυτή έχει αντίκτυπο στη χάραξη της στρατηγικής, η οποία πρέπει να είναι ανταγωνιστική. Το να είσαι ανταγωνιστικός σημαίνει ότι αναγνωρίζουμε ότι οποιαδήποτε στρατηγική λειτουργεί σε ένα διαδραστικό και εχθρικό περιβάλλον στο οποίο και τα άλλα μέλη επιδιώκουν να προωθήσουν τα δικά τους συμφέροντα. Μια ανταγωνιστική στρατηγική σέβεται τους κανόνες και τις επιλογές που μπορεί να θέσει ο αντίπαλος. Αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα ότι ο πόλεμος είναι μια αμοιβαία μονομαχία, μια διαδραστική άσκηση δράσης, απάντησης και αντιπαράθεσης. Αυτή η σκέψη είναι το μέρος της χάραξης στρατηγικής, όπου κάποιος λαμβάνει υπόψη τις σχετικές δυνάμεις και αδυναμίες του εαυτού του καθώς και του αντίπαλου του.

Η στρατηγική σχεδιάζεται και εκτελείται στον πραγματικό κόσμο, ένα περιβάλλον που τελικά ασχολείται με περιορισμούς. Οι πιο προφανείς περιορισμοί είναι ο χρόνος, οι πληροφορίες και οι πόροι. Ο πόλεμος γενικά και οι επιχειρήσεις ειδικότερα είναι ανταγωνιστικοί και οι αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται σε ένα πλαίσιο που ανταμείβει τις έγκαιρες ενέργειες. Προβλέποντας, αποφασίζοντας και ενεργώντας με τον χρόνο ως τον πιο πολύτιμο πόρο, μπορεί κανείς να δημιουργήσει και να διατηρήσει πλεονέκτημα δράσης. Το ίδιο ισχύει και για τις πληροφορίες. Η στρατηγική βασίζεται στη συλλογή πληροφοριών και τη γνώση της άλλης πλευράς. Δεν πολεμούμε τα άψυχα αντικείμενα, αλλά τους πραγματικούς ανθρώπους με δικές τους ιδέες και με δική τους θέληση. Η έννοια της τριβής του Clausewitz υπάρχει σε περισσότερο από το επιχειρησιακό και τακτικό επίπεδο. Υπάρχει σε όλα τα επίπεδα, και έτσι υπάρχει η ανάγκη για σύνεση στην ανάληψη κινδύνων και στην προσαρμοστικότητα στη στρατηγική σκέψη δεν μπορεί να υπερεκτιμηθεί.

Η Ελλάδα είναι σίγουρο ότι θα χρειαστεί όλη τη διεθνή βοήθεια που μπορεί να πάρει. Ο Ελληνισμός αντιμετωπίζει τρομακτικά ερωτήματα σχετικά με τη φύση των διεθνών σχέσεων και τις βέλτιστες στρατηγικές για την πλοήγηση σε ένα διαμορφούμενο κόσμο. Είναι οι διεθνείς απειλές όπως οι πανδημίες, η κλιματική αλλαγή και η πρόκληση των νέων τεχνολογιών οι μεγαλύτερες απειλές που αντιμετωπίζουμε ή πρέπει οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής να επικεντρωθούν περισσότερο στον συνεχή στρατιωτικό ανταγωνισμό με τους γείτονες που έχουν αναθεωρητικές πολιτικές; Ή θα αλληλεπιδρούν αυτά τα φαινόμενα με ιδιαίτερα επικίνδυνους τρόπους; Σε μια εποχή ταχείας και βαθιάς τεχνολογικής αλλαγής, τι θα μετρήσει για τις πιο σημαντικές μορφές ισχύος σε αυτόν το νέο γεωπολιτικό σκηνικό που διαμορφώνεται τόσο στις χώρες της χερσονήσου του Αίμου, όσο και στη Μεσόγειο Θάλασσα; Πρέπει η Ελλάδα να επενδύσει σε διεθνή ιδρύματα, παραδοσιακές συμμαχίες ή σε νέους τρόπους συνεργασίας, ως πολλαπλασιαστές ισχύος, ή να συνεχίσουμε την κατευναστική πολιτική προς όλους και όλα, αγόμενοι από τους ισχυρούς παίκτες του πλανήτη; Πόσο σημαντική είναι η αυξανόμενη απειλή που αντιμετωπίζει η δημοκρατική διακυβέρνηση από λαϊκιστές, και είναι προς το συμφέρον της Ελλάδας να κάνουμε κάτι γι΄ αυτό στην Ευρώπη και την περιφέρειά μας; Πώς πρέπει να δομήσει ο Ελληνισμός τη σχέση του με την Τουρκία;

Αυτά τα ζητήματα είναι όλα εξίσου σημαντικά, καθώς οι απαντήσεις σε αυτά είναι αβέβαιες και διαφορετικές. Τέσσερα πράγματα, ωστόσο, είναι ξεκάθαρα. Πρώτον, πρέπει να έχουμε μια ειλικρινή και αυστηρή συζήτηση σχετικά με το παρελθόν και το μέλλον της υψηλής στρατηγικής της Ελλάδος, αναγνωρίζοντας την πολυπλοκότητά της, και ξεπερνώντας τις ιδεοληψίες και κατηγορίες κατά των προκατόχων. Όλοι πρέπει να ενθαρρυνθούν σε έναν έντονο ανταγωνισμό ιδεών, ειδικά νεότερων φωνών, χωρίς να ανασύρουν τους προηγούμενους, οι μεν και οι δε. Δεύτερον, η ακαδημαϊκή κοινότητα, χωρίς κομματικές αγκυλώσεις, θα έπρεπε να κάνει πολύ καλύτερη δουλειά συμβάλλοντας ουσιαστικά σε αυτήν τη συζήτηση. Τρίτον, αυτή η συζήτηση είναι απαραίτητη εάν η Ελλάδα έχει οποιαδήποτε ελπίδα να υιοθετήσει μια υψηλή στρατηγική που να προάγει τα συμφέροντά της και, στο βαθμό που μπορεί, να διαμορφώνει ένα ασφαλές περιφερειακό περιβάλλον, ιδιαίτερα στις θαλάσσιες ζώνες του Αιγαίου και τις Μεσογείου, που είναι πιο επωφελές για τα συμφέροντά της. Τέταρτον, πρέπει να αναγνωρίσουμε και να ανταμείψουμε την εμπειρία και τον επαγγελματισμό των διπλωματών και στρατιωτικών μας, και όχι να την επιπλήττουμε, να την υποτιμούμε και να την υποβαθμίζουμε. Εάν το 2020 μας έχει διδάξει κάτι, είναι ότι χρειαζόμαστε ιδέες, εμπειρογνώμονες και επαγγελματισμό στην πατρίδα μας για να μπορέσουμε να πάμε εμπρός.

 

*Ο Υποναύαρχος ε.α. Δημήτριος Τσαϊλάς είναι Senior Researcher  of Strategy International και Member of Institute for National and international Security,

Σημείωση: To άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Μακεδονία” την Κυριακή 30 /8/20 

 

 

πηγή: Ανιχνεύσεις 

 

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail