25/09/2020

Geopolitics & Daily News

Global news on Economy, Security, Politics and more

Τουρκία: Η κατάρρευση της λίρας και ο τριπλός εφιάλτης του Ερντογάν

Του Κώστα Ράπτη

“Κανόνια ή βούτυρο;”. Το παλαιό αυτό δίλημμα καταδιώκει και τη χώρα του Ταγίπ Ερντογάν, καθώς τη στιγμή που η Τουρκία πλειοδοτεί σε πολεμικές ιαχές, με όλο και εντονότερη την τάση στρατιωτικοποίησης των αλλεπάλληλων μετώπων που ανοίγει περιφερειακά, η οικονομική κατάσταση εντός των συνόρων αποκαλύπτεται εξαιρετικά ευάλωτη και η γεωπολιτική υπερεπέκταση βρίσκει, πολύ πεζά, το όριό της στον τριπλό εφιάλτη της συναλλαγματικής κρίσης, του πληθωρισμού και του δημοσιονομικού ελλείμματος. 

Εξού και το διεθνές ακροατήριο δεν εντυπωσιάστηκε καθόλου από τις πρόσφατες ανακοινώσεις Ερντογάν για ανακάλυψη κοιτασμάτων φυσικού αερίου στη Μαύρη Θάλασσα, τις οποίες, παρά τις τουρκικές θριαμβολογίες για επίλυση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών, οι μεν αγορές υποδέχτηκαν συνεχίζοντας τις πιέσεις, ο δε οίκος Fitch με υποβάθμιση του αξιόχρεου της Τουρκίας.

Ήδη την εβδομάδα αυτά η λίρα κινήθηκε επί τέσσερις διαδοχικές συνεδριάσεις πτωτικά, κατρακυλώντας σε νέο ιστορικό χαμηλό, ήτοι στο 7,4404 έναντι του δολαρίου και 8,7881 έναντι του ευρώ.

Συνολικά το νόμισμα έχασε το 20% της αξίας του εντός του έτους και το 5% μόνο εντός του Αυγούστου.

Από την αποδυνάμωση του νομίσματος, ο πληθυσμός της Τουρκίας γεύεται μόνο τα δεινά, όπως οι πληθωριστικές πιέσεις που προκαλούνται από την αύξηση του κόστους των εισαγόμενων ειδών και της ενέργειας, και όχι τα πιθανά οφέλη, καθώς ούτε οι εξαγωγές ούτε ο τουρισμός μπορούν να επωφεληθούν σε μια συγκυρία διεθνούς παγώματος της οικονομίας λόγω πανδημίας.

Έτσι, η τουρκική στατιστική Αρχή ανακοίνωσε την Πέμπτη ότι ο δείκτης τιμών καταναλωτή παρέμεινε στο 11,77% σε ετήσια βάση τον Αύγουστο, από 11,76% τον Ιούλιο. Σε μηνιαία βάση ο δείκτης τιμών καταναλωτή διαμορφώθηκε στο 0,86% τον Αύγουστο, σε σχέση με την άνοδο 0,58% τον Ιούλιο. Η μεγαλύτερη μηνιαία άνοδος των τιμών ήρθε από τα αγαθά και τις υπηρεσίες, κατά 5,09%, και η μικρότερη, κατά 2,11%, στα είδη ένδυσης και υπόδησης.

Ωστόσο, η κεντρική τράπεζα της χώρας στέκει άοπλη απέναντι στον πληθωρισμό, καθώς στερείται της ανεξαρτησίας που θα της επέτρεπε να επιστρατεύσει το προφανές εργαλείο για τη συγκράτηση των τιμών, δηλ. την αύξηση των επιτοκίων. Γνωστές είναι οι λόγω παρεμβάσεις του προέδρου Ερντογάν (φτάνοντας μέχρι την αποπομπή πέρσι του προηγούμενου κεντρικού τραπεζίτη), προκειμένου η νομισματική πολιτική να παραμείνει διευκολυντική για την τόνωση των ρυθμών ανάπτυξης.

Στις τελευταίες τρεις συνεδριάσεις της η Κεντρική Τράπεζα της Τουρκίας έχει κρατήσει αμετάβλητα τα επιτόκιά της στο 8,25%. Προηγουμένως η κεντρική τράπεζα είχε υλοποιήσει ένα επιθετικό πρόγραμμα χαλάρωσης της πολιτικής της, “κόβοντας” συνολικά 1.575 μονάδες βάσης από τα επιτόκιά της σε διάστημα σχεδόν δύο ετών. Το αποτέλεσμα είναι το πραγματικό επιτόκιο να διαμορφώνεται πλέον κάτω από τον πληθωρισμό, γεγονός που δρομολογεί φυγή ή δολαριοποίηση καταθέσεων.

Τα “δανεικά”

Όπως αποκάλυψε ο οικονομικός σύμβουλος του Κυριάκου Μητσοτάκη, Αλέξης Πατέλης, σε συνέντευξή του στο “Βήμα”, η Κεντρική Τράπεζα της Τουρκίας, “στην προσπάθειά της να στηρίξει την τουρκική λίρα, έχει ουσιαστικά “δανειστεί” τις καταθέσεις (σ.σ. σε δολάρια) από τις εμπορικές τράπεζες και τις έχει εκποιήσει”.

“Το νόμισμα παραμένει ευάλωτο σε ένα νέο sell-off, ιδίως εάν η ένταση (σ.σ. μεταξύ Τουρκίας και Ε.Ε.) αυξηθεί περαιτέρω”, εκτιμά ο Jason Tuvey, αναλυτής της Capital Economics.

Σύμφωνα με το Bloomberg, το τουρκικό νόμισμα, που καταγράφει τις χειρότερες επιδόσεις μεταξύ των ομολόγων του στον αναδυόμενο κόσμο, έχει πέσει θύμα μιας εκστρατείας τόνωσης της οικονομίας που περιλαμβάνει μεγάλες μειώσεις των επιτοκίων μαζί με αύξηση των δημοσιονομικών δαπανών και κρατική πιστωτική ώθηση.

Αν και οι πολιτικές αυτές βοήθησαν ώστε να περιοριστεί η οικονομική ζημιά από την πανδημία, η Τουρκία θα πρέπει τώρα να αντιμετωπίσει την ταχύτερη αύξηση των τιμών και τις πιέσεις για τη σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής.

“Δεδομένης της αποδυνάμωσης της λίρας, η μετάβαση πιθανότατα στήριξε τον πληθωρισμό”, ανέφερε ο Timothy Ash, της BlueBay Asset Management. “Ο υψηλός πληθωρισμός είναι ένας από τους παράγοντες που συμβάλλουν στην αύξηση της δολαριοποίησης”, πρόσθεσε ο ίδιος.

Η υποχώρηση του νομίσματος είναι πιθανό να αποτελέσει τον “βασικό μοχλό κίνησης του πληθωρισμού τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο”, αναφέρει η Goldman Sachs, η οποία αναμένει τον πληθωρισμό να διαμορφωθεί στο 12% στους επόμενους μήνες, προτού υποχωρήσει στο 11,7% μέχρι το τέλος του έτους.

Ο κεντρικός τραπεζίτης Μουράτ Οϊσάλ έχει εξαντλήσει την επινοητικότητά του προκειμένου να επιτύχει έμμεση νομισματική περιστολή, όχι διά των επιτοκίων, αλλά διά του περιορισμού της παροχής ρευστότητας, λ.χ., με την παύση της φθηνής χρηματοδότησης του repo εβδομάδος.
Η σύσφιξη της πολιτικής “από την πίσω πόρτα” ίσως είναι ένας τρόπος να αποφευχθεί η οργή του προέδρου Ερντογάν, αλλά είναι απίθανο να βοηθήσει στη συγκράτηση των πληθωριστικών πιέσεων.

“Προκειμένου να αυξηθεί το επιτόκιο repo μιας εβδομάδας, θα πρέπει να ξεπεράσει την απροθυμία του Ερντογάν να αφήσει να συμβεί αυτό”, τόνισε ο Sebastien Barbe, της Credit Suisse. “Αυτό θα συμβεί όταν οι πιέσεις στη λίρα ενταθούν περισσότερο, πιθανώς κατά το δ’ τρίμηνο”, πρόσθεσε.
Πολιτικά, πάντως, η δεύτερη μέσα σε δύο χρόνια συναλλαγματική κρίση δεν μπορεί παρά να αφήσει το αποτύπωμά της. Από το 2000 έως το 2013, εποχή “καλπασμού” του κυβερνώντος κόμματος, το μέσο εισόδημα υπερτριπλασιάστηκε και η φτώχεια μειώθηκε κατά το ήμισυ. Σύμφωνα, όμως, με στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ έχει επανέλθει πλέον στα επίπεδα του 2010.

Δυσβάσταχτα τα στρατιωτικά κόστη

Την ίδια στιγμή, το τουρκικό υπουργείο Οικονομικών προχώρησε εντός του Αυγούστου σε δύο έκτακτες δημοπρασίες εντόκων γραμματίων, ύψους 3 δισ. δολαρίων εκάστη, αποκαλύπτοντας το “μεγάλο μυστικό” του δημοσιονομικού κόστους που έχει η πολύπλευρη στρατιωτική δραστηριοποίηση.

Ο αμυντικός προϋπολογισμός της Τουρκίας για το 2020 ανέρχεται σε 145 δισ. λίρες (σχεδόν 20 δισ. δολάρια), αντιπροσωπεύοντας το 13% του συνόλου των δημοσίων δαπανών. Ωστόσο, αν προστεθούν οι επιδοτήσεις προς την εξοπλιστική βιομηχανία ο αριθμός φτάνει τις 273 δισ. λίρες, ήτοι 25% του κρατικού Προϋπολογισμού.

πηγή:Capital.gr 

 

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail