Σα. Σεπ 19th, 2020

Geopolitics & Daily News

Global news on Economy, Security, Politics and more

Το ηρωικό τέλος του υποβρυχίου Κατσώνης

Ο κυβερνήτης Βασίλειος Λάσκος με μέλη του πληρώματος επί του Κατσώνης.

14 Σεπτεμβρίου 1943: Το ηρωικό τέλος του υποβρυχίου Κατσώνης

Γράφει ο Παναγιώτης Γέροντας

 

 

Σύμφωνα με την αναφορά του υπάρχου του Κατσώνης(κυβερνήτης αντιπλοίαρχος Λάσκος), Η. Τσουκαλά, το υποβρύχιο απέπλευσε από την Βηρυτό το απόγευμα της 5/9/1943 για το βορειοδυτικό Αιγαίο. Αμέσως παρουσιάστηκαν πολλές βλάβες στο γηραιό υλικό του, οι οποίες αντιμετωπίστηκαν μετά από επίπονη προσπάθεια του πληρώματος. Ο αριστερός ηλεκτροκινητήρας, αν και προσωρινώς έδειξε κάποια βελτίωση στη συνέχεια, παρουσίασε και πάλι κακή μόνωση, με αποτέλεσμα η περιπολία να συνεχιστεί με έναν κινητήρα.

Το υποβρύχιο Κατσώνης

 

Λόγω των καθυστερήσεων, το υποβρύχιο αποβίβασε τον συνταγματάρχη Φραδέλο στο προκαθορισμένο σημείο των νοτιοανατολικών ακτών της Εύβοιας 24 ώρες αργότερα. Μετά την ολοκλήρωση της αποστολής, απομακρύνθηκε και κατά το μεσονύκτιο συνάντησε ανοικτά της Σκύρου δύο μικρά ιστιοφόρα. Με βολές πυροβόλου, το Κατσώνης τα ανάγκασε να κρατήσουν. Τα πληρώματα έδωσαν τις εξής πληροφορίες:

Πρώτο·στο ορμίσκο της Σκιάθου λιμενιζόταν την νύχτα γερμανικό ναρκαλιευτικό εκτοπίσματος 1.000 τόνων και δεύτερο· από τον λιμένα Θεσσαλονίκης επρόκειτο να αποπλεύσει το μεγάλο γαλλικό μεταγωγικό Simfra, επιτεταγμένο από τους Γερμανούς.

Αν και στις 4 το πρωί της 14ης Σεπτεμβρίου έλήφθη διαταγή για αλλαγή της περιπολίας, να πλεύσει δηλαδή βόρεια της Ικαρίας για την παρεμπόδιση αποστολής γερμανικών ενισχύσεων στην Σάμο μετά την συνθηκολόγηση των Ιταλών, ο κυβερνήτης Βασίλειος Λασκος αποφάσισε να παραμείνει σε περιπολία στο βόρειο άκρο της Σκιάθου αναμένοντας το Simfra. Όλη η 14η /9 αναλώθηκε σε άκαρπη περιπολία. Κατά το μεσημέρι φάνηκαν επιπλέουσες δύο νάρκες που είχαν αποσπασθεί από συμμαχικό ναρκοπέδιο, το οποίο απέφυγε το υποβρύχιο. Κατά τις 19:30’, το Κατσώνης σταμάτησε ιστιοφόρο από το οποίο έλαβε την πληροφορία ότι ο καπνός που φαινόταν στον ορίζοντα προερχόταν από μεγάλο μεταγωγικό που ερχόταν από την Θεσσαλονίκη.

 

Κατά τη διάρκεια της κατάδυσης όμως, παρουσιάστηκε βλάβη και στον δεξιό ηλεκτροκινητήρα προερχόμενη από εμπλοκή των χειριστικών μοχλών. Για αυτό αποφασίστηκε, μετά από πρόχειρη επισκευή του δεξιού ηλεκτροκινητήρα, να χρησιμοποιηθεί χωρίς περιορισμό ο αριστερός ηλεκτροκινητήρας. Ήταν 8 το βράδυ και από το περισκόπιο δεν φαινόταν τίποτα και διενήργησε ανάδυση πλέοντας ολοταχώς εν επιφάνεια και με τις δύο μηχανές εναντίον των εχθρών, ενώ η ομοχειρία πυροβόλου κατέλαβε την θέση της. Ενώ το υποβρύχιο ευρισκόταν σε απόσταση 2.000 μέτρων από το εχθρικό πλοίο, αυτό εξέπεμψε σήμα αναγνωρίσεως. Δεν ήταν το αναμενόμενο εμπορικό αλλά γερμανική κορβέτα. Διετάχθη άμεσα ταχεία βύθιση σε περισκοπικό βάθος, ενώ ο κυβερνήτης έσπευσε να ζητήσει πληροφορίες για την θέση του κοντινού ναρκοπεδίου. Είχε ήδη νυχτώσει και το έντονο σεληνόφως δεν επέτρεπε περισκοπική παρατήρηση.

 

Η γερμανική κορβέτα εκτοπίσματος 1.000 τόνων υπό τον υποπλοίαρχο Friedrich Vollheim πλησίασε κι έβαλε πάνω από το υποβρύχιο τρεις δέσμες βομβών με ελάχιστη χρονική διαφορά μεταξύ τους. Οι βόμβες εξερράγησαν δίπλα στο υποβρύχιο προκαλώντας μεγάλες ζημιές. Τότε ο κυβερνήτης διέταξε γενική δίωξη και ανάδυση. Το υποβρύχιο ανέβηκε κανονικά στην επιφάνεια αλλά το άνοιγμα της καθόδου του πυργίσκου παρουσίασε εμπλοκή και χρειάστηκε η χρήση σιδηρού μοχλού για να κατορθώσουν να ανέβουν στη γέφυρα ο κυβερνήτης, οι αξιωματικοί και η ομοχειρία. Οι άνδρες του υποβρυχίου με το πυροβόλο άρχισαν να βάλουν επιτυχώς κατά της κορβέτας, ενώ οι Γερμανοί, αφού στην αρχή σάστισαν από το ελληνικό θάρρος, ανταπέδωσαν με σφοδρό πυρ κατά του υποβρυχίου. Πληγώθηκε βαριά ο υποκελευστής Χαρίδης καθώς και ο σημαιοφόρος Λαμπρινούδης, ο οποίος ήταν εγγονός του Παύλου Κουντουριώτη. Ο σκοπευτής του πυροβόλου κελευστής Στάμου θερίστηκε και τραυματίστηκε θανάσιμα, ενώ στο πυροβόλο έσπευσε και ο ίδιος ο κυβερνήτης. Ένα εχθρικό βλήμα σκότωσε τον ηρωικό κυβερνήτη, ενώ έπεσε και ο υποπλοίαρχος Τρουπάκης.

 

Ο ύπαρχος Τσουκαλάς ευρισκόταν στο εσωτερικό του σκάφους προσπαθώντας να κινήσει τις μηχανές. Διετάξε εγκατάλειψη πλοίου και οι λίγοι άνδρες που είχαν απομείνει επιχείρησαν να βγουν. Οι τέσσερεις τελευταίοι από αυτούς σφηνώθηκαν στην κάτω δίοδο του πυργίσκου και παρά τις προσπάθειες, δεν κατέστη δυνατόν να απελευθερωθούν. Ο ύπαρχος προσπαθούσε απελπισμένα να απελευθερώσει τους φυλακισμένους, αλλά μην κατορθώνοντάς το, έλαβε τα τελευταία μέτρα για την ταχύτερη βύθιση του υποβρυχίου. Μέσα στο σκοτάδι και τον αποπνικτικό καπνό, συνάντησε τον Βρετανό σύνδεσμο και τους υποκελευστές Αναστόπουλο και Σελάκη που είχαν επίσης αποκλειστεί μέσα στο σκάφος. Παλεύοντας απεγνωσμένα κατάφεραν να απελευθερώσουν την κάθοδο των αξιωματικών από την οποία εξήλθαν στο κατάστρωμα τελευταίοι και έπεσαν στην θάλασσα λίγο πριν το υποβρύχιο βυθιστεί εντελώς. Οι απολεσθέντες ανερχονται σε 32, ενώ 15 συνελήφθησαν από τους Γερμανούς. Ο ύπαρχος υποπλοίαρχος Τσουκαλάς, καθώς και οι υπαξιωματικοί Τσίγκρος και Αντωνίου κατόρθωσαν κολυμπώντας να φτάσουν στην Σκιάθο και από εκεί να κατευθυνθούν προς την Μ. Ανατολή.

 

Δέον είναι να παρατεθούν αποσπάσματα της αναφοράς του υποπλοιάρχου Horgan, ο οποίος ήταν ο Βρετανός σύνδεσμος στο υποβρύχιο. Πρώτο· η αναγνώριση από τον εχθρό: “Ἀνεκρίθην ὑπὸ τοῦ Κυβερνήτου Πλωτάρχου Vollheim καὶ τοῦ Ὑπάρχου, ὅστις ἦτο τραυματισμένος. Οὖτοι εἶχον ἀποκομίσει μεγάλην ἐκτίμησιν ἀπὸ τὴν μάχην τὴν ἀναληφθείσαν ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων καὶ ἀπέδωσαν φόρον τιμῆς εἰς τὴν ἡγεσίαν καὶ τὸ θάρρος τοῦ Κυβερνήτου Λάσκου. Ἕνα ἀπὸ τὰ βλήματὰ μας ἔθεσεν ἐκτός μάχης τὸ πρυμναῖον τοὺς πυροβόλον φονεύσαν ἕναν ἄνδρα τοῦ πληρώματος καὶ τραυματίσαν πλείστους ἄλλους, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ Ὑπάρχου”.

 

 

Δεύτερο· η αναγνώριση από τον σύμμαχο:

“Θεωρῶ τὴν ἀπώλειαν τοῦ Υ/Β Κατσώνης μετὰ τοῦ Κυβερνήτου, τῶν Ἀξιωματικῶν καὶ τῶν ἀνδρῶν, ὡς τὴν μεγαλυτέραν ἀπώλειαν τὴν ὁποίαν ὑπέστη τὸ Ἑλληνικόν Ναυτικόν. Ὁ Κυβερνήτης Λάσκος, ἔπεσεν ὄπως τὸ ἐπεθύμει, πολεμῶν ἐναντίον τῶν ἐπιδρομέων τῆς λατρευτῆς τοῦ πατρίδας. Κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς βραχείας ὑπηρεσίας μου ὑπὸ τὰς διαταγάς του, ἐσχημάτισα μίαν ὑψίστην ἐκτίμησιν διὰ τὴν ἰκανότητα ἠγεσίας καὶ τὴν ἀνωτερότητὰ του. Οἱ Ἀξιωματικοί καὶ οἱ ἄνδρες με ἔκαμναν να αἰσθάνομαι τελείως ὡς εὐρισκόμενον μεταξύ ἰδικῶν μου καὶ μου ἧσαν πολύτιμοι βοηθοί. Ἡ μόνη μου λύπη εἶναι ὅτι εἶχα μίαν τόσον βραχείαν γνωριμίαν μετ’ αὐτῶν, μετὰ δυσκολίας δύναμαι να διαμνημονεύσω τοὺς Ἀξιωματικούς κατ’ ὄνομα, ὄμως αἰσθάνομαι ὅτι με τὸν θάνατο τοῦ Στεφάνου (Τρουπάκη) καὶ τοῦ Παύλου (Λαμπρινούδη) ἔχασα ὄχι μόνο συναδέλφους Ἀξιωματικούς, ἀλλὰ καὶ προσωπικούς φίλους”.

 

 

 

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail