23/10/2020

Geopolitics & Daily News

Global news on Economy, Security, Politics and more

Γιατί «καίγεται» η Τουρκία για φυσικό αέριο, ο ρόλος της Ρωσίας

Οι έρευνες για υδρογονάνθρακες στην Ανατολική Μεσόγειο έχουν αυξήσει τη σημασία της περιοχής για τις τοπικές δυνάμεις. Τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη εξαρτώνται από τις εισαγωγές ενεργειακών πηγών, κάτι που σημαίνει πως ο έλεγχος νέων πηγών φυσικού αερίου είναι ένα βασικό στοιχείο για την ενίσχυση της ενεργειακής τους ασφάλειας και τη διαφοροποίηση των πηγών προμήθειας υδρογονανθράκων, αναφέρεται σε άρθρο του Ρωσικού Συμβουλίου Διεθνών Σχέσεων (RIAC) .

Οπως επισημαίνεται, η Ελλάδα, τη Κύπρος, η Γαλλία και η Ιταλία είναι αυτή τη στιγμή μεταξύ των βασικών «παικτών» που έχουν μοιράσει μεταξύ τους τα γνωστά και μελλοντικά αποθέματα αερίου στη Μεσόγειο. Όλα αυτά τα κράτη είναι μέλη της ΕΕ. Υπάρχουν βεβαίως και άλλα κράτη της ΕΕ που ωφελούνται έμμεσα από τους νέους πόρους, τα οποία δεν έχουν άμεση πρόσβαση στα κοιτάσματα αερίου, όμως έχουν την ευκαιρία να διαφοροποιήσουν τις εισαγωγές αερίου τους και να κατανείμουν σε μεγαλύτερο αριθμό προμηθευτών την εξάρτησή τους από τους υδρογονάνθρακες.

Η ανακάλυψη αυτού του νέου θησαυρού υδρογονανθράκων δεν φέρνει όμως μόνο κέρδη, αλλά και επιπλέον προβλήματα, καθώς συχνά οι φυσικοί πόροι μετατρέπονται σε πηγή σύγκρουσης. Αυτό ισχύει και στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, όπου μια ακόμα δύναμη διεκδικεί μερίδιο των πόρων της περιοχής: πρόκειται για την Τουρκία, η οποία έχει αποφασίσει να πραγματοποιήσει έρευνες για κοιτάσματα αερίου στην Ανατολική Μεσόγειο, αυξάνοντας ταυτόχρονα ορατά τη στρατιωτική της παρουσία στην περιοχή και προειδοποιώντας πως «δεν θα κάνει πίσω» στην περίπτωση αντιπαράθεσης με την Ελλάδα.

Τα κίνητρα της Τουρκίας

Σύμφωνα με το RIAC, σήμερα η Τουρκία αναγκάζεται να εισάγει το μεγαλύτερο μέρος του αερίου που χρειάζεται. Σύμφωνα με στοιχεία του 2016, το εισαγόμενο αέριο αντιπροσώπευε το 99% της συνολικής κατανάλωσης αερίου της Τουρκίας. Το μεγαλύτερο μέρος του αερίου αυτού (πάνω από το 50%) το αγοράζει από τη Ρωσία, με το Ιράν, το Αζερμπαϊτζάν, την Αλγερία και τη Νιγηρία να είναι επίσης σημαντικοί προμηθευτές. Οι ύψους πολλών δισεκατομμυρίων εισαγωγές φυσικών πόρων είναι ένα μεγάλο βάρος για την προβληματική οικονομία της Τουρκία. Το ΑΕΠ της χώρας βρίσκεται στάσιμο από το 2017, με τον ρυθμό ανάπτυξης να είναι μόλις 0,877% το 2019, έναντι ανάπτυξης άνω του 7% που εμφάνιζε η χώρα πριν από δυο χρόνια.

Αυτές οι αρνητικές τάσεις επιδεινώθηκαν από την πανδημία του κορωνοϊού. Πρόκειται για μια ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο για την Τουρκία, η οποία είχε να αντιμετωπίσει τις επιπτώσεις του lockdown, τη μερική αναστολή των οικονομικών δραστηριοτήτων, καθώς και την απότομη πτώση των τουριστικών ροών, που πάντα αποτελούσαν σημαντική πηγή εσόδων για την Άγκυρα. Η φετινή μειωμένη περίοδος θερινών διακοπών δεν θα μπορούσε να έρθει σε χειρότερη στιγμή για την Τουρκία. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της τουρκικής κυβέρνησης, μέχρι τον Ιούνιο του 2020 το ΑΕΠ της Τουρκίας είχε μειωθεί κατά 9,9% σε σύγκριση με το προηγούμενο τρίμηνο.

Υπό τέτοιες συνθήκες, σημειώνεται στο άρθρο του RIAC, είναι εξαιρετικά σημαντικό για την Τουρκία να βρει νέες πηγές ενέργειας: τα κοιτάσματα αερίου στη Μεσόγειο θα αμβλύνουν το τεράστιο βάρος στον προϋπολογισμό και θα δώσουν στην αποδυναμωμένη οικονομία της χώρας περιθώριο να «ανασάνει». Σε μια τέτοια κατάσταση, η μείωση της εξάρτησης από τις εισαγωγές αερίου θα μπορούσε να θεωρηθεί βραχυπρόθεσμος στόχος. Μακροπρόθεσμα, η Τουρκία σκοπεύει να γίνει καθαρός εξαγωγέας αερίου, και για να το κάνει αυτό θα πρέπει να έχει τεράστια κοιτάσματα αερίου, περιλαμβανομένων αυτών εκτός της Μεσογείου.

Η μάχη για τους ενεργειακούς πόρους ταιριάζει στη «νέο-Οθωμανική» ιδέα της εξωτερικής πολιτικής του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, που οραματίζεται μια Τουρκία η οποία είναι πιο πρόθυμη να εμπλακεί σε πόλεμο με τις δυνάμεις της Δύσης. Επιπλέον, το «νέο-Οθωμανικό» δόγμα περιλαμβάνει την ενίσχυση της περιφερειακής επιρροής της χώρας και η απόκτηση νέων πόρων στη Μεσόγειο ταιριάζει απόλυτα σε αυτή την προσπάθεια.

Ο ρόλος της Ρωσίας

Όπως σημειώνει το RIAC, η Ρωσία ενδιαφέρεται για το τι συμβαίνει στη Μεσόγειο και το αποτέλεσμα μιας ενδεχόμενης αντιπαράθεσης εκεί μπορεί να έχει σημασία για τη Μόσχα. Από τη μια πλευρά, η Ρωσία δεν μπορεί να ωφεληθεί από μια Τουρκία που θα αποκτήσει τις δικές της σημαντικές πηγές αερίου. Αυτή τη στιγμή, η Μόσχα είναι ο βασικός προμηθευτής αερίου στην τουρκική αγορά. Αναμφίβολα, η Ρωσία ενδιαφέρεται να διατηρήσει αυτό το status quo. Η πρόσφατη παρουσίαση του Turkish Stream επιβεβαιώνει πως η Μόσχα σκοπεύει να διατηρήσει την κυρίαρχη θέση της στην τουρκική αγορά ενεργειακών πόρων.

Από την άλλη πλευρά, μια νέα πηγή αερίου για τις ευρωπαϊκές χώρες θα μπορούσε να κλονίσει τη θέση της Ρωσίας στην ακόμα σημαντικότερη ευρωπαϊκή αγορά. Δεν είναι μυστικό ότι οι χώρες της ΕΕ προσπαθούν να διαφοροποιήσουν τους προμηθευτές φυσικών πόρων τους, προκειμένου να έχουν μεγαλύτερη ενεργειακή ασφάλεια. Όμως, είναι πολύ δύσκολο να εγκαταλείψουν το ρωσικό αέριο, καθώς έχει ήδη δημιουργηθεί η σχετική υποδομή αγωγού αερίου στην Ευρώπη, και έτσι το ρωσικό αέριο είναι σχετικά φθηνό.

Πολλά θα εξαρτηθούν από το αν η Ελλάδα, η Κύπρος και το Ισραήλ θα πετύχουν να δημιουργήσουν από κοινού τον αγωγό αερίου EastMed, που προορίζεται για την παράδοση αερίου από την Ανατολική Μεσόγειο στην Ελλάδα και από εκεί στην Ευρώπη.

Θεωρητικά, ο EastMed θα μπορούσε να επεκταθεί σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη. Επί του παρόντος, ο σχεδιασμός του είναι δυναμικότητας 10 δισ. κυβικών μέτρων, που μπορεί να αυξηθεί εάν αντληθούν πόροι από τα ανεξερεύνητα μέχρι τώρα κοιτάσματα της Ανατολικής Μεσογείου. Αυτό είναι ένα πολύ φιλόδοξο και ακριβό εγχείρημα, αν όμως υλοποιηθεί θα μπορούσε να αλλάξει την κατάσταση στην ευρωπαϊκή αγορά αερίου, αφού από άποψη τιμής θα μπορούσε να ανταγωνιστεί με το φθηνό ρωσικό αέριο.

Αν δεν υπάρχει αγωγός από τη Μεσόγειο, τότε το αέριο της Μεσογείου δύσκολα θα εκτοπίσει το ρωσικό αέριο στην ευρωπαϊκή αγορά. Χωρίς τον αγωγό αερίου, το αέριο θα μεταφέρεται δια θαλάσσης ως υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG), κάτι που θα αυξήσει σημαντικά την τιμή του και θα το καταστήσει λιγότερο ελκυστικό για τις ευρωπαϊκές χώρες.

 

πηγή: Euro2day.gr 

 

 

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail