25/10/2020

Geopolitics & Daily News

Global news on Economy, Security, Politics and more

Ο Μεσοπόλεμος στην Ελλάδα και το Κίνημα του 1935

Γράφει ο ιστορικός Παναγιώτης Γέροντας 

 

Στις 11 Σεπτεμβρίου του 1922 ξέσπασε Κίνημα του Στρατού και του Ναυτικού στη Χίο και τη Λέσβο και σχηματίστηκε Επαναστατική Επιτροπή από τους πρωτεργάτες της, τους Συνταγματάρχες Νικόλαο Πλαστήρα, ως εκπρόσωπο του στρατού της Χίου και Στυλιανού Γονατά, ως εκπρόσωπο του στρατού της Λέσβου και τον Αντιπλοίαρχο Δημήτριο Φωκά, ως εκπρόσωπο του Πολεμικού Ναυτικού.
Η “Επανάσταση”, η οποία υπήρξε αποτέλεσμα της βίαιης αντίδρασης κατά της Μικρασιατικής Καταστροφής πολύ γρήγορα πέρασε σε μέτρα εκδίκησης προς την Αντιβενιζελικη Παράταξη. Απαγορεύτηκαν εφημερίδες, ενώ καταδιωχθηκαν επιφανή στελέχη του Αντιβενιζελισμου. Αποκορύφωμα βέβαια ήταν ο αποκεφαλισμος της Αντιβενιζελικης παράταξης με την λεγόμενη “Δίκη των Εξ”, η οποία προκάλεσε αλγεινή εντύπωση και στο εξωτερικό.

Στην Βενιζελικη παράταξη οφειλουμε την ομαλή ένταξη 1, 5 και πλεον εκατομμυρίου προσφύγων κυρίως στην Μακεδονία και την Θράκη συντελώντας ουσιαστικά στην ενίσχυση της εθνικής ομοιογένειας των περιοχών αυτών. Η συνδρομή της Κοινωνίας των Εθνών ήταν καίρια. Και αυτό ομως προκάλεσε αντιδράσεις. Οι πρόσφυγες, οι οποίοι θεωρούσαν ως υπαίτιους της καταστροφής τους τους Αντιβενιζελικους, τάχθηκαν με τους Βενιζελικους. Οι γηγενείς από την άλλη τάχθηκαν με τους Αντιβενιζελικους. Αυτό το παραπάνω απέκτησε και γεωγραφική διάσταση. Στις “Νέες Χώρες” κυριαρχούσαν οι Βενιζελικοι, στην “Παλαιά Ελλάδα” οι Αντιβενιζελικοι. Και οι δύο παρατάξεις δεν είχαν ξεχάσει τα δεινά που είχαν υποστεί από τους αντιπάλους τους. Τις απηνεις διώξεις που προχωρούσε η εκάστοτε παράταξη με το που “έπαιρνε το πάνω χέρι”. Συγκεκριμένα οι Αντιβενιζελικοι δεν ξεχνούσαν τα γαλλικά στρατεύματα που βομβάρδισαν και εισέβαλαν στην Αθήνα προκειμένου να ενταχθεί η χώρα στο πλευρό της Αντάντ στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι Βενιζελικοι από την άλλη έριχναν το ανάθεμα στους πολιτικούς τους αντιπάλους για την ήττα στην Μικρά Ασία.

Η Σύμβαση της Λωζανης (Ιανουάριος 1923) με την ανταλλαγή των πληθυσμών και η ψήφιση της Αβασίλευτης Δημοκρατίας επετειναν τον διχασμό. Αυτό που έκανε τα πράγματα χειρότερα ήταν το σύμπλεγμα πολιτικών – στρατιωτικών. Οι πολιτικοί στηρίζονταν στους στρατιωτικούς για να διατηρήσουν την εξουσία, ενώ για τους στρατιωτικούς πιθανή απώλεια της εξουσίας από την πολιτική τους παράταξη σήμαινε δυσμενείς επιπτώσεις στην καριέρα τους, διώξεις και κίνδυνος για την ζωή αυτών και των οικογενειών τους. Η πόλωση αυτή καλύφθηκε κάτω απο το πολιτειακό ζήτημα: οι Βενιζελικοι Αξιωματικοί συγκροτούσαν τάγματα εφόδου εναντίον εκείνων που “απειλούσαν” την Αβασίλευτη Δημοκρατία, ενώ οι Αντιβενιζελικοι με το που κατελαβαν σταθερά την εξουσία από το 1935 και μετά επανέφεραν τον Βασιλιά με ενα εκπληκτικά νοθο δημοψήφισμα. Οι κυβερνήσεις πολλές φορές έπεφταν οταν έχαναν την στήριξη των στρατιωτικών. Ο μετριοπαθής Μιχαλακόπουλος παραιτήθηκε όταν έχασε την υποστήριξη του στρατιωτικού Κονδύλη. Τέλος, οι στρατιωτικοί έγιναν ανεξέλεγκτοι με την δημιουργία παραστρατιωτικων οργανώσεων. Σε αυτό είχαν έφεση ιδιαίτερα οι Βενιζελικοί Αξιωματικοί. Δεν είναι βέβαια τυχαίο ότι αυτή η περίοδος χαρακτηρίζεται από τα πολλά πραξικοπήματα. Άλλο χαρακτηριστικό είναι οι συνεχόμενες προσαρμογές του εκλογικού νόμου από την εκάστοτε κυβέρνηση προκειμένου να εξασφαλίσει την υπεροχή στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση.

Στην συλλογική μας μνήμη το κίνημα του 1935 με το οποίο λήγει αυτή η περίοδος έχει την θέση μιας μικρής συμπλοκής. Δεν είναι όμως έτσι. Οι Βενιζελικοί όταν έχασαν όλα τους τα εκλογικά ερείσματα προχώρησαν σε απόπειρα διχοτόμησης της χώρας επιχειρώντας να φτιάξουν ένα νέο “κράτος Θεσσαλονίκης”. Το 1935 δεν ήταν όμως 1915. Το “Κίνημα της Εθνικής Αμύνης” το 1915 είχε επικρατήσει λόγω της αποφασιστικής συνδρομής των Γάλλων. Αυτό δεν υπήρχε το 1935 και ας φανταζόταν ο Πλαστήρας οτι είναι ο “Έλληνας Μουσολίνι”. Οι Αντιβενιζελικοι από την άλλη δεν δίστασαν να βομβαρδισουν ακόμη και το θωρηκτό “Γεώργιος Αβέρωφ” με αεροσκάφη που είχαν δανειστεί από την Γιουγκοσλαβία.

 

Ιστορικά πρωτοσέλιδα – Το Κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935

Το Κίνημα του 1935

Το 1932, η κατάσταση για τους βενιζελικούς ήταν πολύ διαφορετική από ό,τι το 1928. Στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 1932, τα δύο μεγάλα κόμματα είχαν σχεδόν ισοψηφήσει, ενώ οι πρώην στρατιωτικοί πολιτικοί Κονδύλης και Χατζηκυριάκος είχαν προσχωρήσει στο Λαϊκό Κόμμα. Από τους στρατιωτικούς μόνο ο Πλαστήρας συνέχιζε να υποστηρίζει τον Βενιζέλο.

Τα ξημερώματα της 6ης Μαρτίου 1933, ήταν πλέον εμφανές από τα πρώτα εκλογικά αποτελεσμάτα ότι η βενιζελική παράταξη θα έχανε τις εκλογές. Αυτό εξόργισε τον Πλαστήρα, ο οποίος αποφάσισε να κάνει κίνημα για να αποτρέψει την κατάληψη της εξουσίας από το Λαϊκό Κόμμα του Π. Τσαλδάρη. Εντούτοις, ο Πλαστήρας δεν βρήκε υποστήριξη από τους άλλους σημαίνοντες στρατιωτικούς, τον Στρατηγό Οθωναίο, τον διοικητή του Α΄ Σώματος Στρατού Κ. Μανέτα καθώς και τον Υποναύαρχο Δεμέστιχα. Το κίνημα του Πλαστήρα λόγω της αντίδρασης και απόστασης των παραπάνω στρατιωτικών οδήγησε σε στρατιωτική μεταβατική κυβέρνηση υπό τον Οθωναίο για τέσσερεις μέρες και κατόπιν δόθηκε η πρωθυπουργία στον Π. Τσαλδάρη, ο οποίος στις 10 Μαρτίου σχημάτισε την κυβέρνησή του. Σε αυτήν την κυβέρνηση συμμετείχαν ο Γ. Κονδύλης ως υπουργός Στρατιωτικών και ο Α. Χατζηκυριάκος ως υπουργός των Ναυτικών.

Όσον αφορά στο Ναυτικό, αν και δεν υπήρχε σχεδόν καμία ανάμειξη στο κίνημα του 1933 διώχθηκαν με πειθαρχικές ποινές διάφοροι αξιωματικοί του. Οι περισσότεροι από τους διωχθέντες θα αποτελέσουν τον πυρήνα του μετέπειτα κινήματος του 1935. Το κίνημα του 1933 ήταν ο προάγγελος του κινήματος του 1935, το οποίο θα αποτελούσε το ουσιαστικό τέλος της αβασίλευτης δημοκρατίας.

Από το 1933 έως το 1935, γίνονται έντονες διεργασίες εντός του βενιζελικού κόσμου για εκτέλεση κινήματος. Ο Ε. Βενιζέλος, όπως και στο κίνημα του 1933, δεν κρατά ξεκάθαρη στάση, ενώ η βενιζελική παράταξη έχει κατατμηθεί σε ομάδες και υποομάδες συμφερόντων. Σε αυτό το κλίμα, έγινε και η απόπειρα δολοφονίας του ίδιου του Βενιζέλου στη λεωφόρο Κηφισίας στις 6 Ιουνίου του 1933.

Νέες εντάσεις προέκυψαν με την υπογραφή της 14ης Σεπτεμβρίου 1933 του ελληνοτουρκικού συμφώνου και με την συνακόλουθη υπογραφή στην Αθήνα του συμφώνου φιλίας και μη επίθεσης μεταξύ Ελλάδος, Τουρκίας, Γιουγκοσλαβίας και Ρουμανίας. Η υπογραφή αυτού του συμφώνου υπαγορεύτηκε από τους εξοπλισμούς της Βουλγαρίας. Σε αυτό το σύμφωνο, υπήρχε και ένα μυστικό πρωτόκολλο, το οποίο προϋπέθετε δράση σε περίπτωση σύγκρουσης βαλκανικού κράτους εναντίον εξωβαλκανικού κράτους. Ο Βενιζέλος θεώρησε ότι αυτό στρεφόταν εναντίον της Ιταλίας και ανέτρεπε την πολιτική σύγκλισης που ο ίδιος είχε καταρτίσει. Έσπευσε στην Αθήνα και πέτυχε τη σύγκληση συμβουλίου όλων των πολιτικών αρχηγών, στην οποία αποκαλύφθηκε ότι όντως υπάρχει το σχετικό πρωτόκολλο.

Αν και η κυβέρνηση αρχικά συμφώνησε κατά τη ψήφιση του συμφώνου από τη Βουλή και τη Γερουσία να γίνει ερμηνευτική δήλωση ότι αποκλείεται στρατιωτική εμπλοκή της Ελλάδος εναντίον της Ιταλίας, στη συνέχεια, την 7η Απριλίου 1934, ο υπουργός Εξωτερικών, Δ. Μάξιμος, δήλωσε ότι το πρωτόκολλο συνεχίζει να είναι σε ισχύ με το επίμαχο άρθρο 3. Αυτή η δήλωση προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων εκ μέρους των βενιζελικών ενώ ο ίδιος ο Βενιζέλος εξαπέλυσε αρθρογραφική επίθεση στο Ελεύθερο Βήμα και τα οκτώ άρθρα του είχαν τόση απήχηση ώστε η κυβέρνηση αρνήθηκε τελικά να υπογράψει τις στρατιωτικές συμβάσεις του βαλκανικού συμφώνου.

Ο Α. Χατζηκυριάκος, ως υπουργός των Ναυτικών, κατέβηκε τον Φεβρουάριο του 1935 στον Ναύσταθμο και μιλώντας επί του Γ. Ἀβέρωφ στους συγκεντρωμένους κυβερνήτες τους, επέστησε την προσοχή για τις φήμες που κυκλοφορούσαν σχετικά με τη διενέργεια κινήματος λέγοντάς τους να επαγρυπνούν σε περίπτωση που γίνουν απόπειρες κατάληψης πλοίων. Από την άλλη, ο Α Χατζηκυριάκος είχε φροντίσει να βάλει σε καίριες θέσεις της ηγεσίας του Ναυτικού τους δικούς του ανθρώπους. Αρχηγό του Στόλου και του Ναυστάθμου είχε ορίσει τον Υποναύαρχο Π. Ρουσσέν, αρχιεπιστολείς του Ρουσσέν για τον μεν Στόλο, ήταν ο Αντιπλοίαρχος Α. Πινότσης για τον δε Ναύσταθμο, ο Αντιπλοίαρχος Α. Σιώκος. Αρχηγός του Γ.Ε.Ν. είχε οριστεί ο Υποναύαρχος Π. Δημούλης, ο οποίος κράτησε και τα καθήκοντα του Γενικού Επιθεωρητού Πολεμικού Ναυτικού.

Στην πρώτη του φάση, το κίνημα εκδηλώθηκε σε τρία σημεία στην Αθήνα, το απόγευμα της Παρασκευής 1ης Μαρτίου του 1935. Τα δύο από αυτά έχουν αναφερθεί από τους ιστορικούς ως ενέργειες αντιπερισπασμού. Χρονολογικά προηγήθηκε η κίνηση του Ναυτικού από αυτά τα δύο κατά 45 λεπτά.

Την καθορισμένη ώρα, μία ομάδα 40 αποτάκτων, αποστράτων και εν ενεργεία αξιωματικών με επί κεφαλής τον Υποναύαρχο Ι. Δεμέστιχα και τον Πλοίαρχο Κολιαλέξη βρέθηκε στο Πέραμα. Με ατμακάτους πέρασαν στον Ναύσταθμο, του οποίου τις εγκαταστάσεις κατέλαβε ένα τμήμα των στασιαστών με επί κεφαλής τον Κολιαλέξη. Ο αρχιεπιστολέας Σιώκος προσπάθησε να αντιδράσει με αποτέλεσμα να βρει τον θάνατο, ενώ ο Ρουσσέν ετέθη υπό περιορισμό. Το άλλο τμήμα των στασιαστών υπό τον Δεμέστιχα κατέλαβε το Γεώργιος Αβέρωφ. Το καταδρομικό Έλλη, τα αντιτορπιλικά Ψαρά και Λέων, το τορπιλοβόλο Νίκη και τα υποβρύχια Κατσώνης και Νηρεύς προσχώρησαν. Προσπάθεια του πυροβολικού από την ξηρά να ματαιώσει την έξοδο των πλοίων απέτυχε.

Ενώ όμως, το κίνημα στο Ναυτικό είχε αρχικά πετύχει, μία λάθος ενέργεια έμελλε να το οδηγήσει τελικά στην αποτυχία. Αναμενόταν στασιαστική κίνηση από τα Γ΄ και Δ΄ Σώματα Στρατού στη Βόρειο Ελλάδα και κατάπλους του Στόλου στη Θεσσαλονίκη ή την Καβάλα προς ενίσχυσή τους. Όμως, ο Ταγματάρχης Θωμάς Σφέτσος, ο οποίος επρόκειτο να μεταφέρει στη Θεσσαλονίκη το σύνθημα της κινητοποίησης μετέφερε το σύνθημα της αναβολής. Αυτό έγινε πιθανότατα γιατί, όταν την προηγουμένη της προκαθορισμένης μέρας επρόκειτο να φύγουν μαζί με τον Σαράφη για την Μακεδονία, ο τελευταίος, ο οποίος θα αναλάμβανε την εποπτεία του κινήματος στη Βόρειο Ελλάδα εκ μέρους της τριμελούς επιτροπής, παρατήρησε ύποπτες κινήσεις στον σιδηροδρομικό σταθμό και θεωρώντας ότι έχουν γίνει αντιληπτοί, είπε στον Σφέτσο να φύγει την επομένη το πρωί στις 11 μόνος και να περιμένει τηλεφώνημά του μέχρι τις 9 το πρωί. Αν δεν του τηλεφωνούσε θα σήμαινε ότι το κίνημα αναβλήθηκε. Ο Σφέτσος δεν έλαβε το τηλεφώνημα και μετέφερε στη Θεσσαλονίκη το σύνθημα της αναβολής.

Ο Στόλος μη λαμβάνοντας κάποιο σήμα από τη Βόρεια Ελλάδα κατευθύνθηκε στην Κρήτη, όπου ευρισκόταν ο Ελ. Βενιζέλος. Ο Βενιζέλος, όταν είδε τα πλοία να καταπλέουν στην Κρήτη και όχι προς Βορρά, είχε ήδη καταλάβει την επερχόμενη αποτυχία του κινήματος, αλλά δεν είχε άλλη επιλογή παρά να το υιοθετήσει και να αναλάβει την αρχηγία του.

Το απόγευμα της 2ας Μαρτίου, επαναστάτησε μία από τις τρεις μεραρχίες του Γ΄ Σώματος Στρατού, ενώ το πρωί της επομένης, ο διοικητής του Δ΄ Σώματος Στρατού, Αντιστράτηγος Δ. Καμμένος, προσχώρησε στο κίνημα. Αντί όμως με όλες τους τις δυνάμεις να επιτεθούν κατά της Θεσσαλονίκης, τήρησαν αμυντική στάση με απόφαση του Καμμένου, ο οποίος προσπαθούσε να οργανώσει μέτωπο στον ποταμό Στρυμόνα, όπου ανατίναξε όλες τις γέφυρες εκτός από μία. Συγχρόνως, κήρυξε επιστράτευση, η οποία όμως απέδωσε μόνο 5.000 άνδρες λόγω έλλειψης εφοδίων.

Το Γ. Ἀβέρωφ μαζί με το Ψαρά, το Ἕλλη και το υποβρύχιο Κατσώνης έφθασαν στην Καβάλα στις 5 Μαρτίου και μετά από σύσκεψη Καμμένου, Κολιαλέξη και Δεμέστιχα, αποφασίστηκε να πλεύσουν προς τη Λέσβο, τη Χίο και τη Σάμο για να επιτύχουν την προσχώρηση των φρουρών και την προσέλευση εθελοντών. Το Γ. Ἀβέρωφ και το Ψαρά απέπλευσαν, ενώ το Κατσώνης και το Ἕλλη παρέμειναν στην Καβάλα. Μέχρι τις 7 Μαρτίου, τα τρία νησιά είχαν προσχωρήσει. Στις 9 Μαρτίου, τα δύο πλοία επανέπλευσαν στη Σούδα, ενώ την ίδια μέρα το Νίκη απέπλευσε από εκεί για να μεταφέρει στην Καβάλα 60 εθελοντές. Λόγω καιρού όμως, κατέπλευσε στην Χίο και τελικά, παραδόθηκε εκεί.

Οι εστίες της στάσης στην Αθήνα εξαλείφθηκαν σχεδόν αμέσως από τον Κονδύλη, ο οποίος είχε γίνει πλέον κύριος της κατάστασης. Παράλληλα, στις 2 Μαρτίου, ανέλαβε υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου ο Ι. Μεταξάς και την ίδια μέρα, ανέλαβε καθήκοντα υπουργού Ναυτικών, ο Σοφοκλής Δούσμανης. Ο Μεταξάς εγκατέστησε υπηρεσία αποκρυπτογράφησης στο υπουργείο Ναυτικών, ενώ με τη βοήθεια του υπουργού Οικονομικών και προσωρινά υπουργού Εθνικής Οικονομίας κατάφερε να παραληφθούν με δάνειο πέντε βομβαρδιστικά τύπου Avia από τη Γιουγκοσλαβία. Αυτά βομβάρδισαν, αλλά χωρίς ιδιαίτερα αποτελέσματα, τις θέσεις του Καμμένου. Ο Κονδύλης μετέφερε την έδρα του στη Μακεδονία για να αντιμετωπίσει τις δυνάμεις του Καμμένου, οι δυνάμεις του οποίου δεν κατάφεραν να προβάλουν σημαντική αντίσταση. Το κίνημα είχε καταρρεύσει.

Στον Ναύσταθμο, γίνονταν κοπιώδεις προσπάθειες να επανέλθουν τα εναπομείναντα πλοία σε κατάσταση ετοιμότητας. Εκτός των άλλων προβλημάτων, έπρεπε να διορθωθούν οι ζημιές που είχαν προκαλέσει οι βενιζελικοί φεύγοντας. Στις 9 Μαρτίου, τα αντιτορπιλικά Κουντουριώτης, Σπέτσαι και Ψαρά έπλεαν προς Βορρά. Όταν έφθασαν στην Καβάλα, άρχισαν να βάλουν κατά του Ἕλλη. Το Κατσώνης προφυλάχθηκε καταδυόμενο στο λιμάνι, ενώ Ἕλλη απάντησε στις βολές. Τα τρία αντιτορπιλικά, που δέχθηκαν και πυρά ορειβατικού πυροβολικού από τη στεριά, έστρεψαν προς Νότο, ενώ τα πρυμναία πυροβόλα του Κουντουριώτης συνέχισαν να βάλουν. Τα τρία αντιτορπιλικά επέστρεψαν στον Ναύσταθμο, γιατί υπήρχε φόβος για ενδεχόμενη απόβαση βενιζελικών. Τελικά, αποδείχθηκε σωστή αυτή η κίνηση καθώς το κίνημα κατέρρευσε χωρίς τη ενδεχόμενη βύθιση του Έλλη.

Οι στασιαστές αξιωματικοί του Στρατού και του Ναυτικού (Αντιπλοίαρχοι Ε. Μπουζάνης και Ε. Γεωργουλόπουλος που επέβαιναν στο Έλλη) πέρασαν τα σύνορα με τη Βουλγαρία στη Μακεδονία, όπου και ζήτησαν άσυλο. Στη Σμύρνη, κατέφυγε ο Πλωτάρχης Α. Ζίζηλας, κυβερνήτης ενός από τα τρία εμπορικά που είχαν επιτάξει οι στασιαστές. Στα άλλα δύο, ο Πλωτάρχης Γ. Καλλιανέσης συνελήφθη στην Αλεξάνδρεια και απελάθηκε στη Νεάπολη και ο Πλωτάρχης Ε. Ταζεδάκης συνελήφθη στο Ηράκλειο, όπου είχε πάει για να πάρει εθελοντές. Ο Πλοίαρχος Θ. Νικοτσάρας έφυγε από τον Ναύσταθμο με το ναυαγοσωστικό Τένεδος και έξω από το Φανάρι της Κασσάνδρας συνάντησε το Ἕλλη, που έπλεε με το υπόλοιπο του πληρώματός του και το μετέφερε στον Ναύσταθμο.

Οι υπόλοιποι στασιαστές του Ἕλλη είχαν επιβιβαστεί στο Κατσώνης. Το Κατσώνης απέπλευσε από την Καβάλα και κατέπλευσε στην Πάτμο, όπου αποβιβάστηκαν όλοι οι κινηματίες, επιτελείο και επιβάτες. Ο κυβερνήτης Γεωργακόπουλος φώναξε τον ύπαρχό του, Υποπλοίαρχο Ν. Πέρδικα, και του είπε ότι βασίζεται σε αυτόν να επιστρέψει το πλοίο στην Ελλάδα χωρίς να πέσει στα χέρια των Ιταλών. Ο ύπαρχος, μετά την αποβίβαση και του τελευταίου παρατήρησε ότι εξαφανίστηκαν και τα εμπιστευτικά και απόρρητα βιβλία του πλοίου, με αποτέλεσμα να αυτοπυροβοληθεί στην καρδιά. Οι Ιταλοί ρυμούλκησαν το υποβρύχιο στο Λακκί της Λέρου και μετέφεραν με αεροσκάφος τον ετοιμοθάνατο ύπαρχο στη Ρόδο. Στη συνέχεια, συνέλαβαν και παρέδωσαν έναν δίοπο σηματωρό, ο οποίος είχε στην κατοχή του τα απόρρητα και εμπιστευτικά βιβλία του πλοίου. Τελικά, το Κατσώνης παραδόθηκε και πάλι στην Ελλάδα.

Το Ψαρά, το Λέων και το υποβρύχιο Νηρεύς εγκαταλείφθηκαν από τους αξιωματικούς τους στη Σούδα. Αυτοί επιβιβάστηκαν στο Γ. Ἀβέρωφ, όπου επιβιβάστηκε και ο Βενιζέλος με τη γυναίκα του. Το πλοίο κατευθύνθηκε προς τη ιταλοκρατούμενη Κάσο, όπου αποβιβάστηκαν σε μία ερημική ακτή. Κατόπιν, το Γ. Ἀβέρωφ κατευθύνθηκε προς το Σούνιο, όπου το περίμεναν το Θύελλα και το Σφενδόνη. Εκεί επέβησαν ως κυβερνήτης ο Πλοίαρχος Χ. Κονιάλης και ως ύπαρχος ο Πλωτάρχης Κ. Φιλίππου και το οδήγησαν πίσω στον Ναύσταθμο.

Το κίνημα του 1935, θα οδηγήσει μέσω ναυτοδικείων σε αποψίλωση του προσωπικού του Ναυτικού αν και αρκετά στελέχη επαναφέρθηκαν αργότερα στην ενέργεια λόγω του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στον ηθικό τομέα, το κίνημα του 1935 άφησε ανοικτές πληγές που, ενώ με την έκρηξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου θα φανεί σαν να έχουν κλείσει, θα επανεμφανιστούν δριμύτερες μία περίπου δεκαετία αργότερα.

Ο Παναγής Τσαλδάρης.
Ο Νικόλαος Πλαστήρας.

 

Ο Αλέξανδρος Χατζηκυριάκος.

 

Ο Κονδύλης διαβάζει στον βασιλέα Γεώργιο Β’ το διάγγελμα της παλινόρθωσης της Βασιλείας.

 

Στην πρώτη φωτογραφία εικονίζεται ο αρχηγός του Λαϊκού Κόμματος Παναγής Τσαλδάρης καταγόμενος από το Καμάρι Κορινθίας (πλησίον Ξυλοκάστρου). Στην δεύτερη ο Στρατηγός Νικόλαος Πλαστήρας. Στην τρίτη ο Ναύαρχος Αλέξανδρος Χατζηκυριάκος: ξεκίνησε βενιζελικός και κατέληξε αντιβενιζελικός. Ως Υπουργός των Ναυτικών όμως έκανε σπουδαίο έργο. Σε αυτόν οφείλουμε την ανάπτυξη του Υποβρύχιου Όπλου με την αγορά των 6 υποβρυχίων από την Γαλλία: Παπανικολής, Πρωτεύς, Τρίτων, Νηρεύς, Γλαύκος, Κατσώνης (παραγγέλθηκαν 1925 – 1927) και την συνακόλουθη εκπαίδευση του προσωπικού. Στην τελευταία εικονίζεται ο Στρατηγός Κονδύλης, ο οποίος διαβάζει στον βασιλιά Γεώργιο Β’ το διάγγελμα της παλινόρθωσης της Βασιλείας. Είχε προηγηθεί ένα εκπληκτικά νόθο δημοψήφισμα στο οποίο είχαν ψηφίσει και τα δέντρα! Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, στο δημοψήφισμα εμφανίστηκαν ότι είχαν ψηφίσει 1.527.714 ψηφοφόροι, δηλαδή κάπου 438.000 περισσότεροι απ’ αυτούς που ψήφισαν στις εκλογές του Ιουνίου του 1935! Η αποχή είχε μηδενιστεί- παρά το γεγονός ότι τα κόμματα του Κέντρου απείχαν- κι όπως ανακοινώθηκε υπέρ της μοναρχίας ψήφισαν 1.491.992 ή το 97,80%, ενώ υπέρ της δημοκρατίας μόνο 32.545 ή το 2,12%.

 

 

Πηγή κεντρικής εικόνας: http://ecourse.uoi.gr/course/view.php?id=1469

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail