05/12/2020

Geopolitics & Daily News

Global news on Economy, Security, Politics and more

Η Σιωπηρή Δίκη για την Έκδοση του Τζούλιαν Ασάνζ στις ΗΠΑ

Demonstration outside the Ecuadorian embassy to free Assange, 16 June 2013

Της Ευρυδίκης Παπανικολάου,
Φοιτήτριας του Τμήματος Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του ΑΠΘ

 

Εδώ και χιλιάδες χρόνια οι ανθρώπινες κοινωνίες έχουν δομηθεί με βάση μια σειρά νόμων και κανόνων δικαίου σύμφωνα με τους οποίους όλοι οι πολίτες πρέπει να ζουν. Αυτό, φυσικά, ισχύει και για κάθε ανθρώπινο επάγγελμα-λειτούργημα, το όποιο έχει τη δική του δεοντολογία, που εφαρμόζεται μέσα από συγκεκριμένους για το λειτούργημα, νόμους του εκάστοτε κράτους. Η δημοσιογραφική δεοντολογία, όμως, είναι μια ειδική περίπτωση καθώς αυτορυθμίζεται από τους ίδιους τους λειτουργούς της, διότι συνδέεται πλήρως με το ατομικό δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης. Εξαιτίας αυτού αρκετοί δεοντολογικοί κανόνες είναι αντικρουόμενοι, όπως η ευθύνη του δημοσιογράφου για τον έλεγχο της εξουσίας για διαφθορά σε αντίθεση με την απαγόρευση διάδοσης απόρρητων κρατικών πληροφοριών. Μια τέτοια περίπτωση είναι και ο  Τζούλιαν Ασάνζ , που δημοσίευσε μια σειρά διαρροών απόρρητων πληροφοριών της Αμερικανικής Κυβέρνησης μέσω του WikiLeaks, του οποίου είναι και ο ιδρυτής.

 

 

Πιο συγκεκριμένα, ο Ασάνζ  είναι ένας Αυστραλός συντάκτης, εκδότης και ακτιβιστής που ίδρυσε το WikiLeaks το 2006 και κατηγορείται κυρίως για κατασκοπεία από τις ΗΠΑ, όπου κινδυνεύει με κάθειρξη 175 ετών, επειδή από το 2010 έδωσε στη δημοσιότητα περισσότερα από 700.000 διαβαθμισμένα έγγραφα για τις αμερικανικές στρατιωτικές και διπλωματικές δραστηριότητες, κυρίως στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν, τα οποία του τα παρείχε η αναλύτρια πληροφοριών του στρατού των ΗΠΑ Τσέλσι Μάνινγκ. Ανάμεσα σ’ αυτά τα μυστικά έγγραφα υπήρχαν και ντοκουμέντα μεταξύ άλλων για εγκλήματα πολέμου του αμερικανικού στρατού καθώς και ένα βίντεο που έδειχνε ένα αμερικανικό στρατιωτικό ελικόπτερο να πυροβολεί άμαχο πληθυσμό, μεταξύ αυτών, και δύο δημοσιογράφους του Reuters. Ο Ασάνζ διέφυγε στη Σουηδία, όπου και ζήτησε άσυλο, αλλά τον Νοέμβριο του 2010 η Σουηδία εξέδωσε διεθνές ένταλμα σύλληψης εναντίον του για κατηγορίες σεξουαλικής επίθεσης, οι οποίες σύμφωνα με τον ίδιο ήταν πρόσχημα για να εκδοθεί από τη Σουηδία στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μετά από μια αποτυχημένη μάχη κατά της έκδοσης του, ο Ασάνζ αποφάσισε να  παραβιάσει την εγγύηση του (bail) και κατέφυγε στην Πρεσβεία του Εκουαδόρ στο Λονδίνο τον Ιούνιο του 2012, όπου και του εκχωρήθηκε άσυλο λόγω πολιτικών διώξεων, με το επιχείρημα ότι εάν εκδοθεί στη Σουηδία, θα εκδοθεί τελικά και στις ΗΠΑ. Στις 2 Απριλίου 2019,όμως, ο πρόεδρος Μορένο του Εκουαδόρ είπε ότι ο Ασάνζ παραβίασε τους όρους του ασύλου του, αφότου εμφανίστηκαν φωτογραφίες στο Διαδίκτυο που συνδέουν τον Μορένο με σκάνδαλα διαφθοράς. Το απόγευμα της ημέρας της σύλληψής του, ο Ασάνζ κατηγορήθηκε για παράβαση του νόμου περί εγγύησης του 1976 (Bail Act 1976) και κρίθηκε ένοχος μετά από μια σύντομη ακρόαση, μετά από την οποία μεταφέρθηκε στην φυλακή του Belmars, όπου βρίσκεται ακόμη και σήμερα, και την 1η του Μαΐου 2019 καταδικάστηκε σε φυλάκιση 50 εβδομάδων. Ο Ασάνζ εμφανίστηκε στο δικαστήριο του Κεντρικού Ποινικού Δικαστηρίου της Αγγλίας και της Ουαλίας (γνωστό και ως Old Bailey) στο Λονδίνο στις 7 Σεπτεμβρίου 2020, αφού συνελήφθη εκ νέου και έχει κατηγορηθεί για 17 κατηγορίες κατασκοπείας και μία κατηγορία ηλεκτρονικής εισβολής για τη δημοσίευση μυστικών στρατιωτικών εγγράφων. Εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο δικαστήριο τον Φεβρουάριο, αλλά η υπόθεση αναβλήθηκε λόγω της πανδημίας του κοροναϊού.

 

Assange speaks on the steps of St Paul’s Cathedral in London, 16 October 2011

Μετά τις διαρροές του 2010, η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών ξεκίνησε μια εκτενή ποινική έρευνα για το WikiLeaks και για πολλά χρόνια προσπάθησαν να φέρουν τον Ασάνζ πίσω στις ΗΠΑ για να δικαστεί για τις κατηγορίες. Η κυβέρνηση Ομπάμα κυνήγησε τον Ασάνζ και έφτασε πολύ κοντά στη δίωξη του, αλλά τελικά αποφάσισαν, τον Δεκέμβριο του 2013, ότι δεν μπορούσαν να ξεπεράσουν το λεγόμενο « Πρόβλημα των New York Times». Πώς μπορεί, δηλαδή, η κυβέρνηση να καταδικάσει το WikiLeaks για τη δημοσίευση ευαίσθητων πληροφοριών χωρίς επίσης να διώξει και τους New York Times, οι οποίοι δημοσίευσαν τις ίδιες πληροφορίες χάρη στον Ασάνζ; Παρόλα αυτά, υπάρχει και ένας άλλος βασικός λόγος που οι Δημοκρατικοί είναι απρόθυμοι να υπερασπιστούν τον ιδρυτή του WikiLeaks, και αυτό είναι η σχέση του με τους Κλίντον. Συγκεκριμένα, το 2016, ο Ασάνζ κυκλοφόρησε χιλιάδες email από τα εισερχόμενα του υπεύθυνου της προεκλογικής εκστρατείας της Χίλαρι Κλίντον, Τζον Ποντέστα, προκαλώντας μια καταστροφική δημόσια εικόνα για την υποψήφια των Δημοκρατικών μέσα στις τελευταίες εβδομάδες της εκστρατείας. Μεταξύ άλλων, τα email περιελάμβαναν αποσπάσματα από τις ιδιωτικές ομιλίες της Κλίντον στη Goldman Sachs (μια αμερικανική πολυεθνική τράπεζα επενδύσεων και εταιρεία χρηματοοικονομικών υπηρεσιών), τις οποίες είχε προηγουμένως αρνηθεί να κυκλοφορήσει.

Από την άλλη πλευρά, έχουμε την κυβέρνηση Τραμπ που, όταν το 2016  το WikiLeaks δημοσίευσε αυτές τις πληροφορίες για την αντίπαλό του, ο Τραμπ ήταν ο μεγαλύτερος υποστηρικτής τους, λέγοντας σε συνέντευξη του “ Αυτό το WikiLeaks είναι σαν θησαυρός! ”. Τώρα, όμως, μετά από μερικά χρόνια στην εξουσία, η στάση της κυβέρνησης Τραμπ απέναντι του έχει αλλάξει ριζικά, με τον Μάικ Πομπέο, μάλιστα, το 2017 (τωρινός υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ και τότε διευθυντή της CIA) να τονίζει το εξής; “Το WikiLeaks «κινείται» σαν μια εχθρική υπηρεσία πληροφοριών και «μιλά» σαν μια εχθρική υπηρεσία πληροφοριών και έχει ενθαρρύνει τους υποστηρικτές της να βρουν θέσεις εργασίας στη CIA για να αποκτήσουν πρόσβαση σε πληροφορίες. Ήρθε η ώρα να αποδεχτούμε το WikiLeaks για το τι είναι πραγματικά – μια μη κρατική εχθρική υπηρεσία πληροφοριών, που συχνά βασίζεται σε ξένους κρατικούς φορείς, όπως η Ρωσία. Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι δεν μπορούμε πλέον να επιτρέψουμε στον Ασάνζ και στους συναδέλφους του το περιθώριο να χρησιμοποιούν τις αξίες της ελευθερίας της έκφρασης εναντίον μας”.

Ο Ασάνζ, αυτήν τη στιγμή, κατηγορείται με βάσει του νόμου κατασκοπείας των ΗΠΑ του 1917 (1917 Espionage Act) για «παράνομη λήψη και αποκάλυψη διαβαθμισμένων εγγράφων που σχετίζονται με την εθνική άμυνα», και για πρώτη φορά στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών η δημοσίευση πληροφοριών χρεώνεται βάσει του νόμου κατασκοπείας. Συγκεκριμένα, η στρατηγική της αμερικανικής δικαιοσύνης βασίζεται στο να χτυπήσει τον Ασάνζ, όχι ως δημοσιογράφο, αλλά ως χάκερ. Η νομική ομάδα του Ασάνζ έχει καλέσει δεκάδες μάρτυρες σε μια προσπάθεια να πείσει τη δικαστή να εμποδίσει την έκδοσή του και έθεσαν, επίσης, υπό αμφισβήτηση τη δύναμη των αποδεικτικών στοιχείων εναντίον του, υποστηρίζοντας σε δικαστικά έγγραφα ότι δεν θα μπορούσε να υποβληθεί σε δίκαιη δίκη στις ΗΠΑ. Μάρτυρες έχουν πει στο δικαστήριο, ότι η δίωξη υπό την κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ έχει πολιτικά κίνητρα και η απόφαση του να πιέσει για την έκδοση του Ασάνζ σχετίζεται άμεσα με τις αμερικανικές εκλογές που απέχουν μόλις λίγες εβδομάδες. Η υπεράσπιση αναφέρει ότι η πρώτη τροποποίηση του συντάγματος των ΗΠΑ σχετικά με την ελευθερία του λόγου έχει προστατεύσει προηγουμένως τους εκδότες διαρροών, ενώ άλλοι μάρτυρες ανέφεραν την πιθανότητα ότι ο Ασάνζ θα υποβληθεί σε σκληρές συνθήκες φυλάκισης υπό αμφιλεγόμενα Ειδικά Διοικητικά Μέτρα (Special Administrative Measures), τα οποία συνήθως προορίζονται για επικίνδυνους τρομοκράτες. Μάλιστα, ο Nils Melzer, ειδικός εισηγητής των Ηνωμένων Εθνών για τα βασανιστήρια, είπε ότι «ανησυχεί πολύ», καθώς ο Ασάνζ θα μπορούσε να αντιμετωπίσει βασανιστήρια αν εκδοθεί στις ΗΠΑ – ένα βασικό επιχείρημα της υπεράσπισης. «Η δικαστής απέκλεισε μάρτυρες που μπορούσαν να καταθέσουν για συστηματικά βασανιστήρια στις ΗΠΑ», τόνισε ο Melzer. Πολλοί εξέχοντες παγκόσμιοι ηγέτες και διάσημοι έχουν υπερασπιστεί τον Ασάνζ, ενώ οι δικηγόροι του έχουν εκφράσει ανησυχίες για τη σωματική και ψυχική του υγεία, μιας και ο ίδιος έχει απειλήσει να αυτοκτονήσει σε περίπτωση έκδοσής του ενώ τον Μάιο του 2019 βρέθηκε ένα ξυράφι κρυμμένο μέσα στο κελί του. «Εάν εκδοθεί στις ΗΠΑ, πιθανότατα θα μπει σε απομόνωση, κάτι που θα τον έθετε σε αυξημένο κίνδυνο αυτοκτονίας» υποστηρίζει η νομική του ομάδα. Η δίκη έληξε προσωρινά στις αρχές του Οκτωβρίου με τη δικαστή Vanessa Baraitser να αναβάλει την υπόθεση στο Old Bailey έως τις 4 Ιανουαρίου, όπου και θα ανακοινώσει την απόφασή της σχετικά με το εάν ο Ασάνζ πρέπει να εκδοθεί ή όχι.

Είτε ο Ασάνζ εκδοθεί τελικά είτε όχι, εύκολα μπορεί να συμπεράνει κανείς πως αυτή η υπόθεση μπορεί να προκαλέσει ριζικές αλλαγές στη λειτουργία της δημοσιογραφίας και ειδικά της ερευνητικής δημοσιογραφίας καθώς σημαίνει ότι η ποινικοποίηση της είναι ένα πολύ πιθανό σενάριο. Η επικείμενη έκδοση του, δηλαδή, θα μπορούσε να επιτρέπει σε ισχυρές κυβερνήσεις, να απαιτήσουν την παράδοση ξένων δημοσιογράφων που δημοσιεύουν πληροφορίες που θεωρούν ότι βλάπτουν τα συμφέροντά τους, με βάση μάλιστα το διεθνές δίκαιο. Κάτι τέτοιο θα ήταν εντελώς καταστροφικό για το δημοσιογραφικό λειτούργημα, αφού θα καταπατούταν άμεσα το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης όπως και της ελευθερίας διάδοσης και λήψης πληροφοριών, ενώ θα αγνοούταν εντελώς το θεμελιώδες χαρακτηριστικό των ελευθεριών αυτών που είναι  η αυτονομία.

 

Βιβλιογραφία:

Άρθρα:

 

 

Podcast:

 

 

 

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail