18/01/2021

Geopolitics & Daily News

Global news on Economy, Security, Politics and more

Η επόμενη μέρα στο κυπριακό

Γράφει ο Γεώργιος Αθανασίου

Φοιτητής στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ

 

Στις 18 Οκτωβρίου πραγματοποιήθηκε ό δεύτερος γύρος των προεδρικών εκλογών στα κατεχόμενα της Κύπρου, γνωστά και ως Τούρκικη Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου (Τ.Δ.Β.Κ.), ένα κράτος το οποίο είναι αναγνωρισμένο μόνο από τον ίδιο του τον εαυτό, και φυσικά, από την Τουρκία. Η ανάδειξη του Ερσίν Τατάρ, του εκλεκτού του προέδρου Ερντογάν, στον προεδρικό θώκο μετά την κατίσχυση του έναντι του ανεξαρτήτου υποψηφίου και απερχόμενου προέδρου Μουσταφά Ακιντζί, αναμένεται να περιπλέξει έτι περαιτέρω το λεγόμενο κυπριακό ζήτημα, καθώς ο νέος πρόεδρος έχει ταχθεί αναφανδόν υπέρ της λύσης των δύο κρατών, απορρίπτοντας την λύση της συνομοσπονδίας. Μετά το ναυάγιο των διαπραγματεύσεων στο Κραν Μοντανά το 2017, το άνοιγμα της παραλίας των Βαρωσίων κατά παράβαση των ψηφισμάτων της Γ.Σ. του Ο.Η.Ε., και δεδομένης της διαρκούς παραβατικής συμπεριφοράς της Τουρκικής δημοκρατίας τόσο στο Αιγαίο όσο και στην Ανατολική Μεσόγειο το ενδεχόμενο της διαιώνισης της παράνομης κατοχής της Βορείας Κύπρου φαντάζει το πλέον πιθανό σενάριο.  Ας εξετάσουμε όμως περαιτέρω τι σημαίνουν επί του πρακτέου αυτά και ποιες είναι οι κρατούσες αντιλήψεις ως προς την επίλυση του Κυπριακού ζητήματος.

Οι λύσεις που έχουν κατά καιρούς προταθεί κινούνται σε τρείς άξονες : την ομοσπονδοποίηση της Κύπρου, την χαλαρή συνομοσπονδία και τον πλήρη διαχωρισμό των δύο κοινοτήτων. Όσον αφορά τον πρώτο άξονα, η ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1960 εδράζονταν κατ’ αρχήν στην δημιουργία ενός τέτοιου είδους μορφώματος. Όπως φανερώνει άλλωστε και το Κυπριακό Σύνταγμα, οι δύο κοινότητες διέθεταν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις με ένα ελαφρύ ‘προβάδισμα’ της ελληνοκυπριακής, για πληθυσμιακούς λόγους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η συνταγματική πρόβλεψη πως ο πρόεδρος της Κυπριακής δημοκρατίας θα προέρχονταν από την ελληνοκυπριακή κοινότητα ενώ ο αντιπρόεδρος, ο οποίος ήταν εξοπλισμένος με δικαίωμα αρνησικυρίας (veto), από την τουρκοκυπριακή. Ωστόσο, παρά τις καλές προθέσεις που σε κάθε περίπτωση ακολουθούν ως και σήμερα την πρόταση αυτή, φαντάζει ως η πλέον απίθανη, στο μέτρο που, αφενός η ομαλή λειτουργία ενός τέτοιου κυβερνητικού σχήματος τίθεται εν αμφιβόλω, αφετέρου είναι πιθανό οι Τουρκοκύπριοι να μην επιθυμούν να παραχωρήσουν τον πρώτο λόγο στην ελληνοκυπριακή κοινότητα.

 

 

Η Κυπριακή Δημοκρατία και η Τ.Δ.Β.Κ. (ψευδοκράτος) σήμερα

 

Όσον αφορά την πρόταση περί συνομοσπονδίας, αυτή παρουσιάζεται ως μάλλον πιο ρεαλιστική στο πλαίσιο που ο πρόεδρος της ενιαίας κυπριακής δημοκρατίας θα έχει περιορισμένες αρμοδιότητες, ενώ βασικός συντελεστής των εξελίξεων θα είναι οι δύο κοινότητες διαμέσου των τοπικών αιρετών αρχόντων. Επί τη βάση αυτής της αντίληψης κινούνται και οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών τα τελευταία τριάντα χρόνια. Αποκορύφωμα των προσπαθειών για την εξεύρεση λύσης μέσω της δημιουργίας συνομοσπονδίας απετέλεσε το σχέδιο που δημοσιεύθηκε το 2004 υπό την αιγίδα του Ο.Η.Ε., γνωστότερο και ως σχέδιο Ανάν, εκ του τότε γενικού γραμματέα του οργανισμού, Κόφι Ανάν. Εντέλει, παρά τις φιλόδοξες διακηρύξεις περί οριστικής και ολιστικής λύσης του Κυπριακού, το σχέδιο Ανάν καταψηφίστηκε στο δημοψήφισμα που πραγματοποιήθηκε από την πλειονότητα των Ελληνοκύπριων και, ως εκ τούτου, κατέστη ανεφάρμοστο. Αξίζει, δε, να σημειωθεί πως και οι διαπραγματεύσεις του 2017 στην Ελβετία, οι οποίες εν τέλει δεν ευοδώθηκαν, κινούνταν κατ’ αρχήν στο ίδιο μήκος κύματος με τις προτάσεις του 2004.

 

Τα εδάφη που θα ήλεγχαν οι δύο κοινότητες με βάση το σχέδιο Ανάν

 

Τέλος, η λύση των δύο κρατών, η οποία εσχάτως υποστηρίζεται τόσο από τον πρόεδρο Ερντογάν όσο και από τον νέο πρόεδρο του Ψευδοκράτους, κ. Τατάρ, απορρίπτεται εντελώς από την ελληνική και ελληνοκυπριακή εξωτερική πολιτική, καθώς αυτό θα συνεπάγεται την αναγνώριση του επονομαζόμενου ψευδοκράτους των Τουρκοκυπρίων και την συνακόλουθη νομιμοποίηση των παρανόμως κατακτηθέντων εδαφών στα βόρεια του νησιού. Στον αντίποδα βρίσκεται η τουρκοκυπριακή κοινότητα που φαίνεται μάλλον να ενστερνίζεται την θέση αυτή ως την πλέον πρόσφορη για την οριστική επίλυση του Κυπριακού, όπως άλλωστε φανερώνει και η εκλογή του κ. Τατάρ.

    Το ζήτημα της επίλυσης του Κυπριακού επανέρχεται κατά καιρούς στην επικαιρότητα, προσφάτως δε, ως απόρροια της εκμετάλλευσης των κοιτασμάτων υδρογονανθράκων εντός της Κυπριακής Α.Ο.Ζ.
Πιο, συγκεκριμένα, η Τουρκική Δημοκρατία ενεργεί, κατόπιν συμφωνίας με το ψευδοκράτος, έρευνες για υδρογονάνθρακες εντός της Κυπριακής Α.Ο.Ζ. στο όνομα και για λογαριασμό της Τουρκοκυπριακής κοινότητας, απορρίπτοντας την πρόταση των ελληνοκυπρίων για δημιουργία κοινού ταμείου αξιοποίησης αυτών, σε αντίθεση με κάθε έννοια καλής γειτονίας και διακρατικής συνεργασίας, καταστρατηγώντας τοιουτοτρόπως τα δικαιώματα της ελληνοκυπριακής κοινότητας. Η εξέλιξη αυτή δυσχεραίνει τις σχέσεις μεταξύ των δύο κοινοτήτων, οι οποίες και αποτελούν τρόπον τινά μικρογραφία των διακυμάνσεων των ελληνοτουρκικών σχέσεων εν γένει.       

     Συγκεφαλαιώνοντας, η διχοτόμηση της μεγαλονήσου εδώ και πέντε σχεδόν δεκαετίες αποτελεί αναμφισβήτητα χαίνουσα πληγή για τον ελληνισμό. Ωστόσο, δεδομένης της διαμορφωθείσας κατάστασης, με τον πλήρη διαχωρισμό των δύο κοινοτήτων, Τουρκοκύπριων και Ελληνοκύπριων, σε δύο διαφορετικές κρατικές οντότητες, γεννάται εύλογα το ερώτημα, πως θα μπορούσε να επιτευχθεί ο συμβιβασμός και εν τέλει να υλοποιηθεί η πολυπόθητη αμοιβαία συνύπαρξη των δύο λαών. Βέβαιο είναι πως χωρίς κοινή θέληση για εξεύρεση λύσης οποιαδήποτε προσπάθεια είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Επομένως, καθίσταται ιδιαίτερα κρίσιμο και οι δύο πλευρές να προσέλθουν καλόπιστα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, και, λαμβάνοντας υπόψιν τις αντικειμενικές συνθήκες και δυσχέρειες, να επιδιώξουν την εξεύρεση ουσιαστικής, παραγωγικής και κοινά αποδεκτής λύσης. Το κυπριακό αποτελεί ένα εξαιρετικά ευαίσθητο ζήτημα, θεμελιωμένο στην ύπαρξη διαφορετικών θρησκευτικών και εθνοτικών ταυτοτήτων, που καλούνται να βρουν ένα modus operandi για να συμβιώσουν αρμονικά στην Μεγαλόνησο. Ως εκ τούτου, γίνεται ευκόλως αντιληπτό πως μόνο μέσω της διακοινοτικής συνεργασίας θα πάψει η Λευκωσία να αποτελεί την τελευταία διχοτομημένη πρωτεύουσα στην Γηραιά Ήπειρο.

 

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail