06/03/2021

Geopolitics & Daily News

Global news on Economy, Security, Politics and more

Η τελευταία κυβέρνηση Βενιζέλου (1928-1932)

Στιγμιότυπο από την επίσκεψη του Ελ. Βενιζέλου στην Άγκυρα.

Γράφει ο Παναγιώτης Γέροντας 
Ιστορικός 

 

 

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος ανέλαβε και πάλι τη διακυβέρνηση της χώρας την 3η Ιουλίου του 1928, αφού η κυβέρνηση συνεργασίας δεν άντεξε τις πιέσεις από τις απεργίες στη Βόρεια Ελλάδα, οι οποίες κατέληξαν σε συγκρούσεις με την αστυνομία και τον στρατό, αλλά και εξαιτίας των παρεμβάσεων του ιδίου του Βενιζέλου. Στην πρώτη περίπτωση, από τις συγκρούσεις αυτές υπήρξαν νεκροί και τραυματίες, ενώ ήταν φανερό ότι η επιρροή του ΚΚΕ συνεχώς αύξανε. Στη δεύτερη περίπτωση, όταν ο τότε ηγέτης της βενιζελικής παράταξης Γ. Καφαντάρης ανήγγειλε τη ρύθμιση των πολεμικών χρεών μεταξύ Γαλλίας και Ελλάδας, ο Βενιζέλος την ίδια μέρα έστειλε στον Καφαντάρη επιστολή με την οποία τον επέκρινε για το σύνολο της ακολουθούμενης πολιτικής.

 

Ο Βενιζέλος ιδίως καταφερόταν κατά της διευθέτησης του εκδοτικού προνομίου και χαρακτήριζε τις σχέσεις Εθνικής και Τράπεζας της Ελλάδος ως πολιτικό σκάνδαλο. Μετά την παρέμβαση αυτή, ο Καφαντάρης δήλωσε στον Ζαΐμη ότι παραιτείται οριστικά και αμετάκλητα, ενώ ο τελευταίος τηλεγράφησε στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Παύλο Κουντουριώτη, που παραθέριζε στην Ύδρα την παραίτηση της κυβερνήσεως. Ο Π. Κουντουριώτης επέστρεψε εσπευσμένα στην Αθήνα και όρκισε νέα κυβέρνηση με πρόεδρο τον Ε. Βενιζέλο.

Οι εκλογές είχαν οριστεί για τις 19 Αυγούστου με το πλειοψηφικό σύστημα με στενή περιφέρεια, όπως στις εκλογές του 1923. Σκοπός του Βενιζέλου δεν ήταν απλώς να γίνει πρωθυπουργός, αλλά κυβερνήτης παντοδύναμος. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Βενιζέλος δέχθηκε στους συνδυασμούς του τους υποψηφίους Παπαναστασίου, Μιχαλακόπουλο και Κονδύλη. Ο μόνος που παρέμεινε αποστασιοποιημένος ήταν ο Καφαντάρης, ο οποίος κατήρτισε τους δικούς του συνδυασμούς σε 25 εκλογικές περιφέρειες. Ο Βενιζέλος σάρωσε στις εκλογές με τέτοιον τρόπο που ούτε ο ίδιος δεν το περίμενε ούτε οι αντίπαλοί του.

 

Η κυβέρνηση Βενιζέλου διακρινόταν από μια σημαντική στροφή στην εξωτερική πολιτική, καθώς έβαζε σε δεύτερη μοίρα τις παραδοσιακές συμμαχίες με τη Μ. Βρετανία και τη Γιουγκοσλαβία και τόνιζε τη σύγκλιση με την Τουρκία και την Ιταλία. Στα ζητήματα εσωτερικής οργάνωσης της χώρας διακρίνεται για τα πολλά και παραγωγικά έργα. Τον Μάιο του 1929 άρχισε να λειτουργεί το Συμβούλιο της Επικρατείας με πρόεδρο τον Κ. Ρακτιβάν. Στον τομέα της Παιδείας, η κυβέρνηση Βενιζέλου με υπουργό Παιδείας τον Γ. Παπανδρέου προχωρά στην ανέγερση 3.167 νέων σχολικών κτηρίων, ενώ παράλληλα, προωθήθηκε η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση με την εισαγωγή της δημοτικής γλώσσας στο γυμνάσιο, ενώ κατήργησε τα «ελληνικά σχολεία» θεσπίζοντας τα εξατάξια δημοτικά και γυμνάσια. Εκείνη την περίοδο γίνονται πολλά αποστραγγιστικά, αντιπλημμυρικά, αποξηραντικά έργα ιδίως στη Μακεδονία, ενώ το 1929 ιδρύεται και η Αγροτική Τράπεζα, η οποία άρχισε να λειτουργεί τον Ιανουάριο του 1930.

Οι μεγάλες αδυναμίες όμως, της κυβέρνησης Βενιζέλου εντοπίζονται στον κοινωνικό τομέα, όπου η άνοδος της εργατικής τάξης αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερη δριμύτητα, καθώς επίσης και στην αδυναμία γεφύρωσης του χάσματος μεταξύ βενιζελικών και αντιβενιζελικών, το οποίο συνεχώς βαθαίνει λόγω της αδιάλλακτης στάσης του Έλληνα πρωθυπουργού. Στην πρώτη περίπτωση, αναφέρονται χαρακτηριστικά:
  • α) ο νόμος 4229 της 25ης Ιουλίου 1929 που έμεινε γνωστός ως «ιδιώνυμο», με τον οποίο ουσιαστικά εγκαινιάζεται στη χώρα η διαδικασία εκτόπισης ατόμων ως διοικητικό μέτρο, χωρίς να υπάρχει δικαστική απόφαση, πράγμα το οποίο άφηνε το όλο θέμα στις αστυνομικές αρχές, ενώ ήταν δεδομένο ότι το μέτρο θα επεκτεινόταν και σε πρόσωπα μη κομμουνιστικής ιδεολογίας και

  • β) ο νόμος 5060/1931 «Περὶ τύπου καὶ περὶ κολασμοῦ καὶ ἐκδικάσεως τῶν διὰ καταχρήσεων τῆς ἐλευθεροτυπίας τελουμένων ἀδικημάτων». Με αυτό το μέτρο, ο Βενιζέλος επιχειρούσε να περιορίσει τον Τύπο, του οποίου μερίδα ασκούσε δριμύτατη κριτική σε στελέχη της κυβέρνησής του.

 

 

Στη δεύτερη περίπτωση, θα μπορούσαν να αναφερθούν διάφορες κινήσεις του Βενιζέλου, οι οποίες ερέθισαν τον αντιβενιζελικό κόσμο. Πιο συγκεκριμένα, ενόχλησε:

  • Η πρόθεση του Βενιζέλου να εκλεγεί ἀριστίνδην γερουσιαστής ο Ν. Πλαστήρας, πράγμα το οποίο προκάλεσε τη θυελλώδη αντίδραση των αντιβενιζελικών λόγω του ότι τον θεωρούσαν πρωταίτιο της Δίκης των Έξι
  • Η επαναφορά στον Στρατό του στρατηγού Οθωναίου σε συνδυασμό με την απομάκρυνση από την κυβέρνηση των μετριοπαθών αντι-βενιζελικών στον ανασχηματισμό του 1929.

Να επισημανθεί ακόμα ότι ο Βενιζέλος προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στους κορυφαίους βενιζελικούς με διάφορες ενέργειές του, όπως την προτίμηση για Πρόεδρο της Δημοκρατίας του Αλ. Ζαΐμη αντί του Καφαντάρη, όταν ο Παύλος Κουντουριώτης παραιτήθηκε λόγω γήρατος, αλλά και στη νομοθέτηση του ιδιωνύμου και της περιστολής της ελευθεροτυπίας. Αυτό προκάλεσε διασπάσεις στον βενιζελικό κόσμο, ενώ εκείνη την περίοδο παρατηρείται η απομάκρυνση του Κονδύλη από τις βενιζελικές απόψεις και η στροφή του σε φιλοβασιλικές, πράγμα το οποίο θα παίξει σημαντικό ρόλο στην επαναφορά του βασιλέως.

Στα εθνικά θέματα, λόγω της προώθησης της σύγκλισης με την Ιταλία και την Τουρκία, οι εθνικές διεκδικήσεις μπήκαν σε τελείως δεύτερη μοίρα. Το επεισόδιο της Κέρκυρας είχε ήδη ξεχαστεί, για τα Δωδεκάνησα δεν γινόταν λόγος, ενώ οι πρόσφυγες από τη Μ. Ασία έπρεπε να ξεχάσουν οριστικά το όνειρο επιστροφής στις εστίες τους. Το σύμφωνο φιλίας με την Τουρκία είναι η τελευταία πράξη του δράματος του μικρασιατικού Ελληνισμού, καθώς σηματοδοτεί τον οριστικό ενταφιασμό κάθε προσδοκίας επανόδου στη γενέθλια γη των προσφύγων, αλλά και τον οδυνηρό συμβιβασμό της εξίσωσης των περιουσιών που εγκατέλειψαν στη Μικρά Ασία με εκείνες των μουσουλμάνων που ανταλλάχθηκαν από την Ελλάδα.

Πρακτικά το παραπάνω δυσχέραινε την αποκατάσταση των προσφύγων και την ομαλή κοινωνικοποίησή τους, καθώς θα έπρεπε ουσιαστικά να περιοριστούν στην κρατική αρωγή που έως τότε τους είχε δοθεί.
Το Σύμφωνο αυτό διευκόλυνε τις σχέσεις με άλλες βαλκανικές χώρες της εποχής, ώστε η Ελλάδα να ασχοληθεί απερίσπαστη με τα πολλά εσωτερικά της προβλήματα, όπως ήταν η σταθεροποίηση της δραχμής, η περαιτέρω βελτίωση των όρων ζωής των προσφύγων και η αποκατάσταση της πολιτικής σταθερότητας. Τέλος, ο Βενιζέλος αναμείχθηκε πολύ ενεργά στα θέματα ναυτικών εξοπλισμών, ερχόμενος σε αντίθεση με τις απόψεις των αξιωματικών του Ναυτικού. Αυτή η θέση του Βενιζέλου στο θέμα των ναυτικών εξοπλισμών θα οδηγήσει στην έλλειψη ναυτικών μονάδων όταν αυτές θα χρειαστούν περισσότερο, δηλαδή στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

 

 

Φανταστική απεικόνιση του θωρηκτού “Σαλαμίς”.Είχε παραγγελθεί από τα ναυπηγεία Vulkan του Στετίνου (σημερινό Στέτσιν της Πολωνίας).

Η προσέγγιση Ελευθερίου Βενιζέλου και Μουσταφά Κεμάλ, η νέα σχέση μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας, επιστεγάστηκε στις 30 Οκτωβρίου 1930 με την υπογραφή του Συμφώνου Φιλίας, Ουδετερότητας και Διαιτησίας, του Πρωτοκόλλου για τον Περιορισμό των Ναυτικών Εξοπλισμών και της Σύμβασης Εμπορίου, Εγκατάστασης και Ναυτιλίας. Με την εν λόγω σύμβαση δόθηκε η δυνατότητα στους υπηκόους του καθενός από τα δύο κράτη να ταξιδεύουν ή να εγκαθίστανται (με κάποιους περιορισμούς) στο έδαφος του άλλου κράτους. Παράλληλα με την υπογραφή ιδιαίτερου ναυτικού πρωτοκόλλου αποφασίστηκε ότι οι δύο χώρες «εις ουδεμίαν παραγγελίαν προσκτήσεως ή ναυπηγήσεως πολεμικών μονάδων ή εξοπλισμών προβαίνουσιν, άνευ προηγουμένης ειδοποιήσεως του ετέρου συμβαλλομένου μέρους, εξ μήνας πρότερον, επί τω σκοπώ όπως παρέχεται εις τας δυο Κυβερνήσεις η ευκαιρία να προλαμβάνουν ενδεχομένην άμιλλαν ναυτικών εξοπλισμών, δια της φιλικής ανταλλαγής απόψεων και της παροχής εξηγήσεων υπό του ενός και του ετέρου μέρους εν πνεύματι πλήρους ειλικρινείας».
 

Ο Έλληνας πρωθυπουργός, εκτός των άλλων λόγων, θέλοντας να δείξει την ειλικρινή του πίστη στην ελληνοτουρκική φιλία, αποφάσισε τον παροπλισμό των θωρηκτών Κιλκίς και Λήμνος, των οποίων μόλις είχε λήξει η αντί 80.000 λιρών επισκευή μηχανών και λεβήτων και τέλος, την ολοκληρωτική απόρριψη του Σαλαμίς με σημαντική επιβάρυνση του Δημοσίου. Από την άλλη όμως, ο Ελληνικός Στόλος έπεσε θύμα και της οικονομικής στενότητας.

 

Στο πλαίσιο της ελληνοϊταλικής διπλωματικής προσέγγισης παραγγέλθηκαν και αποκτήθηκαν από τα ιταλικά ναυπηγεία Ansaldo τα τέσσερα αντιτορπιλικά τύπου Dardo, τα Κουντουριώτης, Σπέτσαι, Ὕδρα και Ψαρά. Η αγορά αυτή που εξυπηρέτησε διπλωματικούς σκοπούς θεωρείται γενικά ως αποτυχημένη, όσο αφορά την ποιότητα των πλοίων. Στη συνέχεια, αγοράστηκαν δύο τορπιλάκατοι από το Thornycroft στην Αγγλία. Οι δύο τορπιλάκατοι, οι οποίες ονομάστηκαν απλά Τ1 και Τ2, ήταν δύο ασήμαντες και άστοχες αγορές. Και οι δύο βυθίστηκαν το 1941 από τους Γερμανούς.

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail