18/01/2021

Geopolitics & Daily News

Global news on Economy, Security, Politics and more

Η πραγματική σημασία και ο ρόλος της Ελλάδας και της Τουρκίας για το Διεθνές Σύστημα: κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, σήμερα

 

 

της Δρ Άννας Κωνσταντινίδου[1]

Ιστορικός- Διεθνολόγος

 

Στο Διεθνές Σύστημα υπάρχουν κράτη ισχυρά και λιγότερο ισχυρά, κράτη που φέρουν το προσωνύμιο «παίχτες» και κράτη που έχουν το προσωνύμιο «πιόνια», κράτη που εξαιτίας της γεωστρατηγικής θέσης τους μπορούν να διαμορφώσουν πολιτικές και να «αναμοχλεύουν» συμμαχίες και εταιρικές σχέσεις. Δύο χώρες, οι οποίες έχουν ιδιαίτερη σημασία στη διεθνή «σκακιέρα», λόγω του γεωπολιτικού ενδιαφέροντος που παρουσιάζουν, είναι η Ελλάδα και η Τουρκία. Παρενθετικά δε, οφείλουμε να σημειώσουμε αυτό. Στη βάση της Στρατηγικής, ο «αντίπαλος» πρέπει ούτε να υπερτιμάται ούτε να υποτιμάται, αλλά τα χαρακτηριστικά που φέρει και διαμορφώνει, να αξιολογούνται υπό το πρίσμα των αντικειμενικών συνθηκών. Και ποιες είναι αυτές οι συνθήκες; Κάτω από ποιο πλαίσιο αντιμετωπίζονται διαχρονικά οι χώρες που έχουν σημασία για το Διεθνές Σύστημα.

 

Πρέπει να γίνει η εξής παραδοχή που ουσιαστικά αναδεικνύει την πραγματική σημασία και το ρόλο που έχουν διαχρονικά η  Ελλάδα και η Τουρκία για τη Δύση. Οι δύο χώρες εισχώρησαν ταυτόχρονα το 1952 στο ΝΑΤΟ, καθώς από τα συμμαχικά κράτη θεωρήθηκε ότι η χώρα μας είναι το αντίβαρο του Μπολσεβικισμού στα Βαλκάνια , ενώ η γείτονα αποτελεί το ανάχωμα του Μουσουλμανισμού προς τη Δύση. Όμως ειδικά, όσον αφορά την Τουρκία, οι ισχυρές Δυνάμεις του Δυτικού Κόσμου έμειναν στην ίδια ψευδαίσθηση μέχρι πολύ πρόσφατα.

 

Έτσι, όπως είχαν διαμορφωθεί στη βαλκανική περιοχή οι πόλοι, των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο με κυριότατο έρεισμα τον Εμφύλιο στη χώρα μας, ήταν επόμενο λόγω της γεωγραφικής θέσης του, το ελληνικό κράτος να χρησιμοποιηθεί από τη Δύση ως μοχλός παρουσίας και ευόδωσης των πολιτικό- διπλωματικών επιδιώξεων της Αμερικής στον ευρύτερο γεωγραφικό χώρο. Δεν πρέπει να λησμονούμε, ότι το ίδιο χρονικό διάστημα, δηλαδή τη δεκαετία του 1950, λαμβάνουν χώρα τα εξής πολιτικής- διπλωματικής διάστασης γεγονότα: 1. οι Γαλλοβρετανοί, εξαιτίας της στυγνής αποικιοκρατικής πολιτικής τους στη Μέση Ανατολή, σημαντικό μέρος της οποίας άρχισε να επαναστατεί, σταδιακά αποτελούσαν για την αμερικανική πολιτική σοβαρό πρόβλημα. Με δεδομένο το γεγονός, ότι η Αμερική, λόγω της  συμμαχίας της στα πλαίσια του ΝΑΤΟ με τη Γαλλία και τη Μ. Βρετανία, έχανε έδαφος στις μεσανατολικές αποικιοκρατούμενες χώρες, πολλές εκ των οποίων μέσω του Μπααθισμού «φλέρταραν» με τον Κομμουνισμό, διαμόρφωνε συνθήκες, ώστε η Ελλάδα οιωνεί να αποτελέσει το «μαξιλάρι» της πολιτικής της στην ευρύτερη περιοχή, ως εμπόδιο του Μπολσεβικισμού.

 

  1. Εκτός των παραπάνω, οι ΗΠΑ, λόγω των πετρελαϊκών εταιρειών τους έφεραν σημειακά συμφέροντα στο ανατολικό περιβάλλον, ενώ η πολιτική τους για τον Τρίτο Κόσμο στηριζόταν στη βάση του οικονομικού μοντέλου «ανοιχτές θάλασσες/ ανοιχτές πύλες». Η χώρα μας αποτελούσε ένα περιβάλλον που εξαιτίας της Διασποράς της και των Ορθόδοξων Πατριαρχείων, έφερε σημειακές, ιστορικές σχέσεις με τις ανατολικές κοινωνίες. Ταυτόχρονα δε, η αμφίσημη πολιτική του Τίτο στα Βαλκάνια αποτέλεσε ισχυρό κίνητρο, ώστε στη βάση όλων αυτών οι ΗΠΑ να επιδιώξουν να δώσουν σημαίνοντα ρόλο στο ελληνικό κράτος στην ευρύτερη περιοχή του, με γνώμονα πάντοτε την παρεμπόδιση κατίσχυσης του Κομμουνισμού στα συγκεκριμένα περιβάλλοντα (Μέση Ανατολή και Βαλκάνια).

 

Αναλύοντας τα διπλωματικά γεγονότα εκείνης της περιόδου, η παραπάνω θέση γίνεται απόλυτα κατανοητή. Το Σχέδιο Μάρσαλ για την οικονομική ενίσχυση του ελληνικού κράτους μετά τις καταστροφές που υπέστη από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο αποτελεί την πρώτη συνθήκη. Το δεύτερο γεγονός σχετίζεται με τον τρόπο που η Αμερική αντιμετώπισε τις ελληνικές εκλογές του 1955 και τον Αγώνα της ΕΟΚΑ εναντίον των Βρετανών. Σε έγγραφο φακέλου που υπάρχει στο Ίδρυμα Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο τότε Πρόεδρος της Αμερικής, Αϊζενχάουερ, απευθυνόμενος στη Βουλή των Κοινοτήτων (Μ. Βρετανία), καθιστά στους Άγγλους την αναγκαιότητα σωστής διαχείρισης του Κυπριακού, προκειμένου να μην αποτελέσει το εμπόδιο για την εκλογή του Κ. Καραμανλή αφενός, αφετέρου τους προτρέπει να ξαναδούν την αποικιακή πολιτική τους σε Κύπρο και Αίγυπτο (δύο συγκοινωνούντα πολιτικό- διπλωματικά δοχεία). Το ότι, και όχι μόνο βάσει των παραπάνω, η Αμερική επιδίωκε να καταστήσει την Ελλάδα και εν γένει την Κύπρο ρυθμίστριες χώρες στην ευρύτερη περιοχή στη θέση των Αγγλογάλλων, φάνηκε επίσης και μέσω των γεγονότων που ακολούθησαν στο Σουέζ, καθώς η ίδια έλαβε τελείως ουδετεροποιημένη στάση στο ΣΑ του ΟΗΕ έναντι των ευρωπαϊκών συμφερόντων.

 

Παράλληλα δε, η χώρα μας έχοντας αναπτύξει τη δεκαετία του 1950 οικονομικές σχέσεις με τη πλειονότητα των βαλκανικών κρατών, που ως γνωστό, ανήκαν στον κομμουνιστικό συνασπισμό, αναδεικνύει εκτός των άλλων το ρόλο που αναλάμβανε το ελληνικό κράτος στη βόρεια περιοχή του, παρόλο που ανήκε στη δυτική, στρατιωτική συμμαχία. Η προώθηση από μέρους της ελληνικής πλευράς μίας «Διαβαλκανικής Συνεργασίας» ανάμεσα στα βαλκανικά κράτη, ήταν ένα καθοριστικής σημασίας εγχείρημα, το οποίο αν και δεν είχε την ανάλογη ανταπόκριση από όλες τις χώρες, ωστόσο επί της ουσίας αποδείκνυε αυτό. Ο τρόπος που κινούνταν η Ελλάδα στα Βαλκάνια, ανέκοπτε στην πραγματικότητα την «εναργή» εισχώρηση του Μπολσεβικισμού σε αυτά, παρόλο που τα περισσότερα πολιτειακά μορφώματα ανήκαν στο Σύμφωνο της Βαρσοβίας. Συγχρόνως δε, αναδεικνυόταν ότι όλες οι βαλκάνιες κομμουνιστικές χώρες δεν είχαν διαμορφώσει την ίδια συμπλεκτική σχέση με τη Ρωσία, λόγω της πολιτικής και διπλωματικής ιδιομορφίας της περιοχής, σοβαρός παράγοντας της οποίας αποτελούσε ο διπολισμός των Βαλκανίων. Αν και μόνο η Ελλάδα ήταν μέλος του ΝΑΤΟ, ωστόσο η έμμεση παρείσφρηση ακόμα και στη Γιουγκοσλαβία του Τίτο (ωστόσο ας μην ξεχνάμε –αν και σε διαφορετικό πλαίσιο- τις σχέσεις Κύπρου και Γιουγκοσλαβίας, εξαιτίας του Κινήματος των Αδεσμεύτων) είναι ένα στοιχείο αναμφισβήτητο, υποδηλώνοντας  κατ’ ουσίαν το ρόλο που δόθηκε στην Ελλάδα από τη Δύση.

 

Από την άλλη πλευρά, η Τουρκία προσχώρησε στο Βορειοατλαντικό Σύμφωνο κατά την περίοδο που οι Επαναστάσεις στα μουσουλμανικά περιβάλλοντα της Μέσης Ανατολής εναντίον των αποικιοκρατών βρίσκονταν στην ακμή τους. Το 1952 είχε ξεκινήσει η Ιρανική Επανάσταση (της πρώτης περιόδου), για να εξαπλωθεί το επαναστατικό κλίμα σε όλη τη βόρεια, αφρικανική περιοχή, με επίκεντρο την Αίγυπτο. Η Αμερική, όπως σημειώθηκε παραπάνω, έχοντας σημειακής διάστασης οικονομικά συμφέροντα, χρησιμοποίησε το τουρκικό κράτος αφενός ως ρυθμιστή  ανάμεσα στα θρησκευτικά δόγματα του ευρύτερου περιβάλλοντος αφετέρου ως αντίβαρο μετά την αποαποικιοποίηση, ώστε ο «άκρατος» μουσουλμανισμός να μην εισχωρήσει στις δυτικές κοινωνίες. Η θέση αυτή γίνεται αντιληπτή, στην περίπτωση που εστιάσουμε στις δύο πολύ σημαντικές διπλωματικές συμφωνίες της μεσανατολικής περιοχής, το Σύμφωνο της Βαγδάτης και τη Συμφωνία CENTO που ουσιαστικά η Δύση και κυρίως, η Αμερική χρησιμοποίησε την Τουρκία ως δικλείδα ασφαλείας ως προς την «επέκταση» κατ’ ουσίαν του Ισλαμισμού.

 

Και γιατί, η Δύση χρησιμοποίησε το τουρκικό κράτος, δίνοντάς του το ρόλο του ρυθμιστή στο Μουσουλμανικό Κόσμο; Γιατί ήταν η μόνη μουσουλμανική χώρα της περιοχής που δεν είχε υιοθετήσει τον θεοκρατισμό στην πολιτική και πολιτειακή ζωής της, με συνέπεια αν και με σουνιτικό θρησκευτικό προσανατολισμό να διατηρεί σχέσεις και με σιιτικά κράτη. Ο πραγματικός ρόλος της Τουρκίας για τη Δύση, ότι αποτελεί το πρόσκομμα του Ισλαμισμού για τα δυτικά περιβάλλοντα φάνηκε κυρίως, μετά την Πτώση του Υπαρκτού Σοσιαλισμού, όταν εκτός των άλλων κλήθηκε να αποτελέσει και το πρόσκομμα όλων των μουσουλμανικών ομάδων που μέχρι τότε διαβιούσαν στην πρώην ΕΣΣΔ. Όπως είναι γνωστό, το μεταναστευτικό ρεύμα προς τις δυτικές κοινωνίες ήταν ραγδαίο με αποτέλεσμα να υφίσταται ο φόβος δημιουργίας νέων  δεδομένων στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, κυρίως από τους μουσουλμάνους μετανάστες της πρώην Σοβιετίας. Η Τουρκία, ωστόσο, συγκράτησε όλους αυτούς τους πληθυσμούς, όχι όμως μέσω κοινωνικό- οικονομικών συνιστωσών, αλλά αντίθετα μέσω της δημιουργίας ιδεοληψιών εθνολογικής διάστασης, με απώτερο σκοπό το σχεδιασμό μίας αναθεωρητικής εθνικής πολιτικής, που τη βλέπουμε σήμερα να λαμβάνει «σάρκα και οστά».

 

Το λάθος της Δύσης ήταν, ότι μετά τους βαλκάνιους πολέμους του 1990, ενώ έπρεπε να σταματήσει τον ιδεολογικό προστατευτισμό μουσουλμανικών χωρών από το τουρκικό κράτος, καθώς το δεύτερο χρηματοδοτούσε πνευματικά ιδρύματα, προκειμένου την ευόδωση του εθνικού σχεδιασμού του που ήταν κατ’ ουσίαν ο νεό- οθωμανισμός, αντίθετα αυτή είχε μείνει στο ρόλο της Τουρκίας κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, που ήταν η παρεμπόδιση του μουσουλμανισμού στα ευρωπαϊκά περιβάλλοντα. Και το ερώτημα που προκύπτει είναι: αν όντως η Δύση αντιλήφθηκε την μεταστροφή του τουρκικού κράτους ή αν εσκεμμένα άφησε την Τουρκία να δημιουργεί τον αναθεωρητισμό της;

 

Η απάντηση, δυστυχώς, δεν είναι ευκρινής. Η Δύση και κυρίως οι ευρωπαϊκές χώρες, έχοντας το ρωσικό κράτος ακόμη και έτη μετά την Πτώση του Υπαρκτού Σοσιαλισμού ως τον κύριο αντίπαλο της πολιτικής τους, επιδίωξαν να προσελκύσουν όλο και περισσότερα κρατικά μορφώματα που μέχρι το 1990 ανήκαν στην πρώην ΕΣΣΔ. Η συνέπεια ήταν οι ευρωπαϊκές χώρες να διαμορφώσουν «πολυεπίπεδες και πολυπαραγοντικές» δομές τόσο στα εσωτερικά περιβάλλοντά τους όσο και στο θεσμικό περιβάλλον της Ένωσης, που θα ήσαν όσο το δυνατόν συμβατές με το κοινωνιολογικό υπόβαθρο των υπό ένταξη κρατών σε αυτήν. Οι κοινωνιολογικές εναλλαγές με στοιχείο δομικό την πολυπολιτισμικότητα αποτέλεσαν μία συνθήκη που καταδεικνύει δύο πράγματα για τις δυτικές κοινωνίες: 1. γιατί έχασαν από το «οπτικό πεδίο» τους τη μετάλλαξη που σταδιακά επιτύγχανε η Τουρκία με σκοπό την ευόδωση των εθνικών σχεδίων της, 2. ότι στάθηκαν «χαλαρές» απέναντι στον τρόπο που άρχισε να κινείται το τουρκικό κράτος στην περιοχή του, ακόμη και μετά τα κινήματα ριζοσπαστικοποίησης του 2010, καθώς οι ευρωπαϊκές χώρες τα αντιλήφθηκαν κάτω από το πλαίσιο της πολυπολιτισμικότητας.

 

Και ερχόμαστε στο σήμερα και το τώρα. Η Τουρκία, όπως έχει ήδη διαφανεί, κάθε άλλο παρά εδώ και δεκαετίες επιτελεί το ρόλο που της ανέθεσε η Δύση στην περιοχή της, δηλαδή την ανάσχεση του Ισλαμισμού. Και όχι μόνο αυτό, αλλά με το διπολισμό που εκφράζει μέσω των ενεργειών της, χρησιμοποιώντας πότε τη Ρωσία και πότε τη Δύση, δημιουργεί ζητήματα στο ίδιο το ΝΑΤΟ. Για πολλούς αναγνώστες θα θεωρηθεί αρκετά αιρετική η εξής ερώτηση: Και γιατί η Συμμαχία δεν απομακρύνει το τουρκικό κράτος από το σχηματισμό της ή δεν του επιβάλλει τις κατάλληλες κυρώσεις, προκειμένου να συμμορφωθεί; Και η απάντηση που μπορεί να δοθεί, κάθε άλλο παρά έχει σχέση με τις απόψεις που έχουν επικρατήσει να ακούγονται, ότι η γειτονική χώρα είναι η καλύτερη αγορά οπλικών συστημάτων και ότι η γεωγραφική θέση της έχει ιδιαίτερη θέση για το Διεθνές Σύστημα.

 

Θα πρέπει να τονίσουμε κάτι πολύ σημαντικό που δίνει την απάντηση στον παραπάνω προβληματισμό. Η Διεθνής Διπλωματία, ακόμα και αν εξελίσσονται οι Κοινωνίες, υιοθετεί γνώριμες «πεπατημένες», καθώς στη βάση αυτή έχει διαμορφωθεί ο σύγχρονος Κόσμος και επομένως οι συμμαχίες. Και αφού αυτές οι «πεπατημένες» έχουν διαμορφώσει –ως επί το πλείστον- μία νηνεμία, επομένως είναι δόκιμο να ακολουθούνται. Μπορεί η παραπάνω άποψη να φαντάζει αρκετά απλοϊκή, όμως αν ανατρέξουμε στο ιστορικό, διπλωματικό παρελθόν από τις αρχές του αιώνα και μετά, βλέπουμε ότι πολλές από τις αποφάσεις διαχείρισης των γεγονότων σχεδόν επαναλαμβάνονται, ελάχιστα παραλλαγμένες και ιδίως όσον αφορά το τουρκικό κράτος.

 

Επομένως, αν και η γειτονική χώρα δεν εξυπηρετεί πλέον ως το εμπόδιο του Μουσουλμανισμού, ωστόσο συνεχίζει να υπάρχει σε δυτικούς σχηματισμούς και όργανα, καθώς χρησιμοποιείται αυτήν την στιγμή, όπως αντίστοιχα το υπό κατακερματισμό οθωμανικό κράτος των αρχών του 20ου αι.. Ψάχνεται μία διάδοχη κατάσταση, που αυτή η διάδοχη κατάσταση βρίσκει (όπως αποδείχτηκε ιστορικά) όλο και πιο μειωμένο εδαφικά αυτό που ονομάζουμε τουρκικό κράτος (από την Οθωμανική Αυτοκρατορία των Σουλτάνων, σχηματίστηκε η Τουρκία, για να καταλήξει, μήπως σε ευρωπαϊκό τουρκικό κράτος και κράτος της Ανατολίας;). Συγχρόνως δε, οι οιωνοί που επικρατούν στο ευρύτερο γεωγραφικό περιβάλλον της γειτονικής χώρας, κάθε άλλο παρά ευοίωνοι είναι, μια και καραδοκούν δυνάμεις να την υποσκελίσουν. Το Ιράν είναι μία χώρα που τα αμέσως επόμενα χρόνια, ακόμα και αν σήμερα φαίνεται ουτοπικό, θα διαμορφώσει τις συμμαχίες στη Μέση Ανατολή (ήδη μέσω ενεργειακών συμφωνιών «φλερτάρει» με τη Γαλλία). Το Ισραήλ ήδη αποτελεί μία μεγάλη στρατιωτική δύναμη, αλλά και οι Κούρδοι αποτελούν μία ομάδα που η Δύση τη δεδομένη περίοδο τη διαχειρίζεται, όπως αντίστοιχα τον Κεμάλ στις αρχές του 20ου αι . (στη βάση της ρήσης «μία στο καρφί και μία στο πέταλο»).

 

Από την άλλη πλευρά, η χώρα μας, εδώ και ενάμιση χρόνο έχει βγει από το «καβούκι» της διπλωματικής επιφυλακτικότητας και διεκδικεί νέο ρόλο στο ευρύτερο γεωγραφικό περιβάλλον της μέσω των συμμαχιών που κατόρθωσε να δημιουργήσει. Η ισχύς της, όμως, δεν εξαρτάται μόνο από τη Διπλωματία, αλλά για να της προσδώσει το Διεθνές Σύστημα ουσιαστικό ρόλο και να βασιστεί σε αυτήν, ως ρυθμίστρια, επιβάλλεται ως κράτος να εξοπλιστεί στρατιωτικά. Εκτός από την αγορά των πολεμικών αεροσκαφών, οφείλει να προμηθευτεί και πολεμικά καράβια όσο πιο άμεσα γίνεται. Γιατί αυτό που δεν πρέπει να λησμονούμε, είναι ότι η Ελλάδα πρωταρχικά αποτελεί μία καθαρόαιμη ναυτική χώρα, από κάθε άποψη.

 

 

 

 

[1] Η Δρ Άννα Κωνσταντινίδου είναι Ιστορικός- Διεθνολόγος, Διδάκτωρ Δημοσίου Δικαίου και Πολιτικής Επιστήμης της Νομικής Σχολής ΑΠΘ, ερευνήτρια της ίδιας Σχολής, Εξωτερική Συνεργάτιδα της Ανώτατης Διακλαδικής Σχολής Πολέμου και μέλος και ερευνήτρια του Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών (ΕΛ.Ι.Σ.ΜΕ.).

 

 

 

 

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail