19/04/2021

Geopolitics & Daily News

Global news on Economy, Security, Politics and more

Φάκελος Τρομοκρατία: Οι αντάρτες πόλεων της RAF

Γράφει η Γιώτα Χουλιάρα 

 

 

Η Φράξια Κόκκινος Στρατός (γερμ. Rote Armee Fraktion, συντμ. RAF), γνωστή στα ΜΜΕ και ως Ομάδα Μπάαντερ-Μάινχοφ, ήταν ακροαριστερή οργάνωση (δηλαδή αντάρτικο πόλεων) που έδρασε στη Δυτική Γερμανία. Ιδρύθηκε από τους Αντρέας Μπάαντερ (Andreas Baader), Γκούντρουν Έσλιν (Gudrun Ensslin), Χορστ Μάλερ (Horst Mahler), Ουλρίκε Μάινχοφ (Ulrike Meinhof), Ίρμγκαρντ Μέλερ(Irmgard Möller) και άλλους το 1970. Η οργάνωση με ανακοίνωσή της τερμάτισε τη δράση της τον Μάρτιο του 1998, ενώ ήδη από το 1992 ήταν ουσιαστικά ανενεργή.

 

 

Η Ουλρίκε Μάινχοφ

Η οργάνωση προήλθε σαν αντίδραση στην πολιτική κατάπνιξης και εξουδετέρωσης της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς από το γερμανικό κράτος, υιοθέτησε αρχές του λεγόμενου αντάρτικου των πόλεων και κήρυξε τον ένοπλο αγώνα για την εξουδετέρωση του καπιταλιστικού και ιμπεριαλιστικού κρατικού μηχανισμού στη Δυτική Γερμανία.

Γεννημένη από ριζοσπαστικά φοιτητικά κινήματα της εποχής, η γερμανική RAF (Rote Armee Fraktion) αποτελούνταν κυρίως από νέους της μεσαίας τάξης, που έβλεπαν τον εαυτό τους να μάχεται το δυτικογερμανικό καπιταλιστικό μόρφωμα, το οποίο στα μάτια τους ήταν μια απλή μετενσάρκωση του Τρίτου Ράιχ.

Ιδρυτικές φυσιογνωμίες της οργάνωσης είναι ο Αντρέας Μπάαντερ (1947-1977), η φίλη του Γκούντρουν Ένσλιν (1940-1977) και η δημοσιογράφος Ουλρίκε Μάινχοφ (1934-1976).

Στον κολοφώνα της δημοτικότητάς της, περίπου ένας στους τέσσερις νεαρούς Δυτικογερμανούς εξέφραζε μιας μορφής συμπάθεια για την οργάνωση, την ώρα που εκείνοι που καταδίκαζαν τις πρακτικές της αναγνώριζαν την απέχθεια της RAF για τη νέα τάξη πραγμάτων, ιδιαίτερα για το γεγονός ότι πρώην στελέχη των Ναζί διαδραμάτιζαν πλέον σημαίνοντα ρόλο στα τεκταινόμενα.

Ήταν το 1967 όταν νεαρός ακτιβιστής σκοτώθηκε από την αστυνομία κατά τη διάρκεια διαδήλωσης στο Βερολίνο -εναντίον της επίσκεψης του σάχη του Ιράν-, που ο Αντρέας Μπάαντερ συνειδητοποίησε ότι οι μεταπολεμικές Αρχές της χώρας ήταν λίγο μόνο καλύτερες από το καθεστώς που είχαν αντικαταστήσει.

Υποσχόμενος να αντιπαρατεθεί βίαια με την ασυδοσία, ο Μπάαντερ θα ξεκινήσει το 1968 την αιματοβαμμένη εκστρατεία του με δύο αυτοσχέδιες βόμβες σε πολυκαταστήματα της Φρανκφούρτης.

Ο Μπάαντερ θα συλληφθεί και θα φυλακιστεί, θα καταφέρει ωστόσο να αποδράσει το 1970 με τη βοήθεια της Ουλρίκε Μάινχοφ, μιας δημοσιογράφου της άκρας αριστεράς: η οργάνωση Baader-Meinhof γεννιέται στη δημόσια σφαίρα. Ο Horst Mahler, ο σοσιαλιστής δικηγόρος που είναι πλέον ηγετική μορφή στο γερμανικό νεοναζιστικό κόμμα, ήταν μάλιστα ενεργό μέλος της Baader-Meinhof κατά την πρώτη φάση της τρομοκρατικής οργάνωσης.

Το 1970, πολυάριθμα μέλη της οργάνωσης θα κατευθυνθούν στην Ιορδανία, όπου θα «θητεύσουν» σε στρατόπεδο εκπαίδευσης της PLO (Παλαιστινιακή Απελευθερωτική Οργάνωση) σε τεχνικές τρομοκρατίας.

Ο Μπάαντερ εκεί επιβλήθηκε ως ο «φυσικός» αρχηγός της οργάνωσης και επιστρέφοντας, ανακοίνωσαν το σχηματισμό της οργάνωσης την οποία ονόμασαν Φράξια Κόκκινος Στρατός (γερμ. Rote Armee Fraktion, συντμ. RAF) ως απομίμηση του Ιαπωνικού Κόκκινου Στρατού ή μάλλον ως φόρος τιμής στον Κόκκινος Στρατός που τόσα πλήγματα κατάφερε κατά των Γερμανών ναζιστών στο Β’ΠΠ.

Τα επόμενα δύο χρόνια η οργάνωση θα περάσει τον χρόνο της ληστεύοντας τράπεζες και τοποθετώντας βόμβες σε κτίρια της Γερμανίας.

Ο Μπάαντερ θα συλλαμβανόταν ωστόσο και πάλι, με τους συνεργούς του Jan-Carl Raspe και Holger Meins, κατά τη διάρκεια τρομοκρατικού χτυπήματος στη Φρανκφούρτη την 1η Ιουνίου 1972, ενώ μία εβδομάδα αργότερα θα συλληφθεί και η συμβία του Μπάαντερ, Gudrun Ensslin. Λίγο αργότερα, στα μέσα Ιουνίου, θα πιαστεί και η Μάινχοφ…

Aντρέας Μπάαντερ και Γκούντρουν Ένσλιν

Τα έτη 1970-1971 διάφορες ένοπλες ενέργειες (ληστείες τραπεζών, κλοπή σφραγίδων από δημόσια κτίρια, επιθέσεις σε εγκαταστάσεις της αστυνομίας) αποδίδονται στη “συμμορία Μπάαντερ-Μάινχοφ”, που παρουσιάζεται έτσι σαν το “κέντρο” της ένοπλης ακροαριστεράς. Ενώ το 1972 η ΡΑΦ κάνει βομβιστική επίθεση στο γενικό αρχηγείο των αμερικανικών δυνάμεων κατοχής στη Φραγκφούρτη όπου ένας συνταγματάρχης σκοτώνεται. Ακολουθούν και άλλες εγκληματικές ενέργειες που στοιχίζουν τη ζωή σε μέλη της οργάνωσης και σε ανθρώπους κρατικών υπηρεσιών (συνολικά 69, από τους οποίους οι 28 ήταν μέλη της οργάνωσης).

Μια δεύτερη γενιά εξτρεμιστών θα αναλάβει τώρα τον αγώνα κατά του κατεστημένου, εκτελώντας μια σειρά από τις πλέον αιματοβαμμένες και «ηχηρές» επιθέσεις που γνώρισε ποτέ η Γερμανία, στην προσπάθειά τους να απελευθερώσουν οι Αρχές τους ήρωές τους: η δίκη των μελών της Baader-Meinhof, μια από τις πλέον πολύκροτες, μακροχρόνιες και πολυδάπανες δικαστικές διαμάχες της χώρας, ξεκίνησε το 1975.

Την ίδια χρονιά, η Πρεσβεία της Γερμανίας στη Σουηδία θα δεχτεί επίθεση: δύο από τους ομήρους, ακόλουθοι της πρεσβείας, θα εκτελούνταν κατά την 11ωρη πολιορκία του κτιρίου, μετά την άρνηση του καγκελάριου Helmut Schmidt να ενδώσει στις απαιτήσεις των τρομοκρατών.

Εν τω μεταξύ, την ώρα που εκδικαζόταν η υπόθεση της Baader-Meinhof, η Μάινχοφ θα βρισκόταν κρεμασμένη στο κελί της, γεγονός που πυροδότησε κύμα θεωριών συνωμοσίας για τον θάνατό της. Τα πεπραγμένα της δίκης θα ολοκληρώνονταν την επόμενη χρονιά, με τους 3 εναπομείναντες κατηγορούμενους να καταδικάζονται σε ισόβια κάθειρξη για τα πολυάριθμα αδικήματά τους.

Κι όμως, μια νέα σειρά δολοφονιών είχε ήδη ξεκινήσει, με τον κύκλο του αίματος να μένει ανοιχτός: στις 7 Απριλίου 1977, ο γενικός εισαγγελέας Siegfried Buback θα δολοφονούταν στην Καρλσρούη από ομάδα μοτοσικλετιστών. Τρεις μόνο μήνες αργότερα, ο διευθύνων σύμβουλος της Τράπεζας της Δρέσδης, Juergen Ponto, θα εκτελούταν στο σπίτι του στη Φρανκφούρτη.

Ήταν ωστόσο τα γεγονότα του Σεπτεμβρίου και η απαγωγή του Schleyer, ηγετικού στελέχους της Γερμανικής Ένωσης Εργαζομένων και πρώην ναζιστή, που θα πυροδοτούσαν μια σειρά από συμβάντα που θα γίνονταν γνωστά ως «Γερμανικό Φθινόπωρο»…

 
Στις 5 Σεπτεμβρίου 1977, μια γυναίκα με ένα καροτσάκι μπαίνει μπροστά από ένα αυτοκίνητο σε πολυσύχναστο δρόμο της Κολωνίας. Ο οδηγός, που μεταφέρει έναν από τους πλέον ισχυρούς βιομηχάνους της Δυτικής Γερμανίας, αναγκάζεται να φρενάρει.

Η γυναίκα ανασύρει από το καροτσάκι δύο πυροβόλα όπλα, την ώρα που οι συνεργοί της -που ακολουθούσαν πίσω της- βγάζουν από το αυτοκίνητο τον Hanns Martin Schleyer: οι σωματοφύλακές του σκοτώνονται επιτόπου.

Οι απαγωγείς του Schleyer πρόσφεραν την απελευθέρωσή του με αντάλλαγμα τον Μπάαντερ, την Ensslin και 9 ακόμα κρατούμενους-μέλη της οργάνωσης. Την ώρα μάλιστα που οι διαπραγματεύσεις έδιναν και έπαιρναν, άραβες συμπαθούντες ολοκλήρωναν το σχέδιό τους να κάνουν αεροπειρατεία σε αεροπλάνο που μετέφερε γερμανούς τουρίστες από τη Μαγιόρκα στη Φρανκφούρτη, ως έναν ακόμα μοχλό πίεσης στις Αρχές.

Το μοιραίο αεροπλάνο, που θα καταληφθεί στις 13 Οκτωβρίου, θα μεταφερθεί αρχικά στην Ιταλία, μετά την Κύπρο, το Μπαχρέιν και το Ντουμπάι, πριν προσγειωθεί τελικά στη Μογκαντίσου, όπου ο πιλότος θα εκτελεστεί από τους αεροπειρατές. Λίγο αργότερα, οι γερμανικές ειδικές δυνάμεις θα εφορμούσαν στο αεροπλάνο, σκοτώνοντας 3 από τους εισβολείς και απελευθερώνοντας τους ομήρους.

Η επιτυχία της αποστολής διάσωσης έμενε να επαναβεβαιώσει την εμπιστοσύνη των πολιτών στην κυβέρνησή τους και τη χώρα, που έμοιαζε έρμαιο της τρομοκρατίας. Ταυτόχρονα, η νίκη των Αρχών θα σήμαινε και το τέλος των αρχηγών της οργάνωσης στη φυλακή: καθώς ξέσπασαν τα νέα, οι Μπάαντερ, Ensslin και Raspe θα αυτοκτονούσαν, παρά το γεγονός ότι υπάρχει ακόμα γενικευμένη αμφισβήτηση για το πώς βρέθηκαν τα όπλα στη φυλακή. Την επόμενη μέρα οι απαγωγείς του Schleyer ανακοίνωναν ότι τον είχαν σκοτώσει. Η σορός του επιχειρηματία θα βρεθεί σε πορτμπαγκάζ αυτοκινήτου…

Ο Schleyer ήταν ένα μόνο από τα 30 και πλέον ονόματα που περιλαμβάνονται στη λίστα με τους εκτελεσθέντες της οργάνωσης

Το αν υπήρξε ποτέ πολιτική και ιδεολογική διάσταση πίσω από τις δολοφονίες της οργάνωσης στη δεκαετία του ’70 δεν είναι ξεκάθαρο. Μέχρι το 1977, η απελευθέρωση των ηγετών της RAF είχε γίνει ο Νο 1 σκοπός της οργάνωσης.

Κάποιοι αναλυτές πιστεύουν ότι ο απώτερος σκοπός της RAF ήταν η πίεση στο κράτος μέχρι το σημείο της πλήρους διάλυσής του, με τον τρόμο που έσπειραν να αποσκοπεί στη μήνη των δεξιών και την πρόκληση κάποιας μορφής εμφυλίου πολέμου.

Κι ενώ η RAF γνώριζε αρχικά μιας μορφής «αναγνώριση» στο λαϊκό αίσθημα, σύντομα θα απομονωθεί όσο τα χρόνια περνούσαν, παρά το γεγονός ότι βρήκε απρόσμενη βοήθεια στην κομμουνιστική Ανατολική Γερμανία, όπου και κατέφυγαν μια σειρά από μέλη της οργάνωσης για να βρουν καταφύγιο.

Ουσιαστικά η δράση της πρώτης γενιάς της ΡΑΦ έληξε με τη σύλληψη και το θάνατο των ηγετών της (Μπάαντερ, Ένσλιν και Ράσπε) στη φυλακή του Σταμχάιμ το 1977. Οι συνθήκες απομόνωσης στις οποίες κρατούνταν είχαν προκαλέσει το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης, αλλά, παρά τις σχετικές κατηγορίες, δεν παρουσιάστηκαν στοιχεία που να επιβεβαιώνουν ότι ήταν απάνθρωπες. Τους επισκέφθηκε και ο Γάλλος φιλόσοφος Ζαν-Πωλ Σαρτρ.

O θάνατός τους έδωσε λαβή για πολλές θεωρίες. Σύμφωνα με τις αρχές αποδόθηκε σε αυτοκτονία, όμως άλλες πηγές υπέθεσαν σκόπιμη εκγληματική ενέργεια από το κράτος και τις γερμανικές μυστικές υπηρεσίες. Χαρακτηριστική είναι η μορφή της Ούλρικε Μάινχοφ.

Συνελήφθη στις 15 Ιουνίου 1972 και καταδικάστηκε στις 29 Νοεμβρίου 1974 σε οκτώ χρόνια φυλάκιση για την βομβιστική επίθεση στο κεντρικό κτίριο του εκδοτικού οίκου Axel Springer (Αμβούργο, 1972). Στις 21 Μαΐου 1975 κατηγορήθηκε στην δίκη του Σταμχάιμ για τετραπλή ανθρωποκτονία. Πριν όμως καταδικαστεί, βρέθηκε κρεμασμένη στο κελί της στις 9 Μαΐου 1976. Η απόδοση του θανάτου της σε αυτοκτονία αμφισβητείται από μερικούς ως και σήμερα, αλλά δεν έχει ως τώρα παρουσιαστεί κανένα στοιχείο που να ανατρέπει την επίσημη εκδοχή. Διεθνής επιτροπή από επιστήμονες και δημοσιογράφους προσπάθησε να διαλευκάνει τις συνθήκες του θανάτου της, όμως το γερμανικό κράτος δεν της αναγνώρισε δικαίωμα έρευνας. Η επιτροπή, στηριζόμενη στα επίσημα έγγραφα κατέληξε ότι η Μάινχοφ είχε πεθάνει πριν απαγχονιστεί, το πόρισμά της είναι όμως αμφισβητούμενο.

Πληροφορίες για τον θάνατο της Ουλρίκε Μάινχοφ και το αμφισβητούμενο πόρισμα της διεθνούς επιτροπής.

Οι τρομοκρατικές επιθέσεις συνεχίστηκαν στη δεκαετία του ’80, η ομάδα είχε ωστόσο απολέσει για τα καλά το είδος της «αίγλης» που απολάμβανε το ’70. Το μεγαλοστέλεχος της βιομηχανίας όπλων Ernst Zimmermann εκτελέστηκε από τη RAF το 1985, την ίδια χρονιά που βομβιστική επίθεση σε αμερικανική βάση θα σκότωνε δύο ακόμα ανθρώπους. Τον επόμενο χρόνο, ο διευθυντής της Siemens, Karl-Heinz Beckurts, θα έχανε τη ζωή του σε τρομοκρατικό χτύπημα της RAF.

H πτώση του τείχους του Βερολίνου το 1989 αποδυνάμωσε την οργάνωση καθοριστικά. Έπειτα από μια μακρά περίοδο «χειμερίας νάρκης», η Φράξια Κόκκινος Στρατός ανακοίνωσε στις 20 Απριλίου 1998 την οριστική της διάλυση.

Στην προκήρυξη του τέλους της, η RAF περιορίστηκε απλά να σημειώσει: «Η επανάσταση λέει: ήμουν, είμαι και θα ξαναγίνω»…

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail