23/04/2021

Geopolitics & Daily News

Global news on Economy, Security, Politics and more

Φάκελος Τρομοκρατία: Η δράση των Ερυθρών Ταξιαρχιών

Γράφει η Γιώτα Χουλιάρα 

 

 

Οι Ερυθρές Ταξιαρχίες ήταν μια τρομοκρατική οργάνωση ακραίων Μαρξιστών-Λενινιστών που έδρασε στην Ιταλία στη δεκαετία του ’70 και τις αρχές του ’80.

Γνωστή ως «Brigate Rosse», έθεσε ως πρωταρχικό της στόχο την έξοδο της Ιταλίας από το NATO, με το μεγαλύτερό της χτύπημα να περιλαμβάνει την απαγωγή και δολοφονία του πρωθυπουργού της χώρας Aldo Moro το 1978. Η μακρά και πλούσια τρομοκρατική της δράση μετρά μάλιστα πολυάριθμες πράξεις βίας, από πολιτικούς στόχους μέχρι και τυφλά χτυπήματα.

Όπως και άλλες ευρωπαϊκές τρομοκρατικές οργανώσεις της ψυχροπολεμικής εποχής, οι Ερυθρές Ταξιαρχίες «ιδρύονται» από ριζοσπαστικές φοιτητικές ομάδες, με πρωτεργάτες τους Renato Curcio, Alberto Franceschini και Mara Cagol, το 1970.

Δύο ομάδες κρούσης απαρτίζουν αρχικά τις Ερυθρές Ταξιαρχίες: το Trento Group, με ισχυρό έρεισμα στο Τμήμα Κοινωνιολογίας καθολικού πανεπιστημίου, και το Reggio Emilia Group, με αρχηγό τον Franceschini, που στρατολογεί μέλη πρωτίστως από την κομμουνιστική νεολαία.
 
Πρώτα βήματα

Οι Ερυθρές Ταξιαρχίες δρουν στην αρχή περιφερειακά, με τις επιχειρήσεις τους να περιορίζονται γύρω από το πανεπιστήμιο αλλά και σε βιομηχανικές περιοχές του Μιλάνου, μέρη που αποτελούσαν πλούσιες πηγές στρατολόγησης νέων μελών.

Τα πρώτα χτυπήματα ήταν μικρού βεληνεκούς, με τα τρομοκρατικά βέλη να στρέφονται σε σαμποτάζ εργοστασίων και διαρρήξεις, θα σημειώσουν ωστόσο και την πρώτη απαγωγή τους το 1972.

Αυτό βέβαια έμελλε να αλλάξει όταν οι Ερυθρές Ταξιαρχίες ξεκίνησαν να έχουν σχέσεις με το σοβιετικό καθεστώς, μέσω της Τσεχοσλοβακίας. Μέχρι το 1974, η οργάνωση είχε ήδη σημειώσει την πρώτη της πολιτική δολοφονία και μετατράπηκε σε «κανονική» τρομοκρατική οργάνωση, μπαίνοντας στο στόχαστρο των Αρχών.

Σύλληψη και γενίκευση της δράσης


 
Τον Σεπτέμβριο του 1974, πράκτορας των ιταλικών μυστικών υπηρεσιών που είχε διεισδύσει στην οργάνωση προβαίνει σε αποκαλύψεις που θα οδηγήσουν στη σύλληψη των Curcio και Franceschini, με τους αρχηγούς των Ερυθρών Ταξιαρχιών να καταδικάζονται σε 18 χρόνια κάθειρξης. Ο Curcio μάλιστα θα απελευθερωθεί από την οργάνωση για σύντομο χρονικό διάστημα, θα ξαναπιαστεί ωστόσο από τις Αρχές λίγο αργότερα.

Και ήταν τότε που οι απαγωγές θα γίνουν ο modus operandi των Ερυθρών Ταξιαρχιών, το σήμα-κατατεθέν της δράσης τους: μπόλικοι βιομήχανοι και πολιτικοί θα πιαστούν όμηροι, κυρίως για τα χρήματα των λύτρων, που μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν την οργάνωση και την άνομη δράση της.

Στην ακμή των Ερυθρών Ταξιαρχιών, η οργάνωση υποστηριζόταν από σοβιετικά όπλα και εκρηκτικές ύλες, τα οποία παρέχονταν από την Τσεχοσλοβακία μέσω των δρόμων διακίνησης της ηρωίνης αλλά και την PLO [Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης]. Την ίδια εποχή, τα μέλη της οργάνωσης εκπαιδεύονται σε στρατόπεδα της Συρίας αλλά και της Πράγας.

Η αθρόα βοήθεια του σοβιετικού καθεστώτος στις Ερυθρές Ταξιαρχίες θα οδηγούσε προοδευτικά σε τριβή των σχέσεων του ιταλικού κομμουνιστικού κόμματος και της KGB, η οποία αρνιόταν να κόψει την υποστήριξη στην ιταλική τρομοκρατία.

Καθώς οι Ταξιαρχίες γίνονταν ολοένα και πιο ακραίες, εξτρεμιστικές και βίαιες, επέκτειναν την τρομοκρατική τους δράση και σε άλλες περιοχές της Ιταλίας, βάλλοντας κυρίως εναντίον της βιομηχανίας και του επιχειρηματικού κόσμου.

Το 1975, μια επιχείρηση της αστυνομίας να σώσει όμηρο από τα χέρια των Brigate Rosse θα καταλήξει σε πιστολίδι και ανταλλαγή πυροβολισμών, αφήνοντας δύο αστυνομικούς νεκρούς αλλά και την αρχηγό της οργάνωσης Mara Cagol. Το γεγονός αυτό θα πυροδοτήσει μια βίαιη «σταυροφορία» της οργάνωσης κατά της αστυνομίας και της δικαστικής εξουσίας, ιδιαίτερα εναντίον των αξιωματούχων που είχαν εμπλακεί στην καταδίκη μελών των Ταξιαρχιών.

 

Δολοφονία του Ιταλού πρωθυπουργού

Ο Άλντο Μόρο κατά τη διάρκεια της κράτησής του από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες.

Το ηχηρότερο χτύπημα των Ερυθρών Ταξιαρχιών θα σημειωθεί το 1978, όταν θα απαγάγουν και 56 μέρες αργότερα θα δολοφονήσουν τον πρωθυπουργό Aldo Moro. Η καλοσχεδιασμένη επίθεση εναντίον του πρωθυπουργού, με τα μέλη της οργάνωσης να έχουν φορέσει κλεμμένες στολές της αεροπορικής Alitalia, περιλάμβανε ενέδρα, κατά την οποία θα δολοφονούνταν 5 σωματοφύλακες του Moro.

Τα μέλη των Ταξιαρχιών διεκδικούσαν πλέον το ημι-επίσημο καθεστώς του «αντάρτη», η κυβέρνηση αρνήθηκε ωστόσο να διαπραγματευτεί με αυτούς που στα μάτια της ήταν απλώς στυγνοί τρομοκράτες και εκβιαστές. Αρνήθηκε παρά τις ύστατες και απεγνωσμένες εκκλήσεις του πρωθυπουργού, με τον Moro να στέλνει μια σειρά από απέλπιδες επιστολές βοήθειας στην οικογένειά του, σε φίλους, ακόμα και στον Πάπα.

Καθώς η ομηρία συνεχιζόταν, οι τρομοκράτες φοβήθηκαν κάποια στιγμή πιθανή αποκάλυψη της κρυψώνας τους, την ώρα που είχαν ήδη αποθαρρυνθεί ότι θα έπαιρναν αυτά που ζητούσαν: εκτέλεσαν λοιπόν τον τραγικό πρωθυπουργό με περισσότερες από 10 σφαίρες, ενώ σε μια τελευταία πράξη προσβολής προς την αστυνομία, παράτησαν τη σορό του σε ένα αυτοκίνητο κοντά στο αρχηγείο του χριστιανο-δημοκρατικού κόμματος στη Ρώμη, παρά το γεγονός ότι όλη η πόλη παρακολουθούνταν στενά από τις Αρχές.

Η δολοφονία του πρωθυπουργού θα είχε ωστόσο τα αντίθετα αποτελέσματα από τα προσδοκώμενα: ο Aldo Moro ήταν δημοφιλής προσωπικότητα για όλο το πολιτικό φάσμα της χώρας, την ώρα που η ιταλική Αριστερά καταδίκασε τον φόνο, όπως έκαναν και κάποιοι από τους φυλακισμένους αρχηγούς της ίδιας της οργάνωσης.

Παρακμή και πτώση


 
Ένα ακόμα χτύπημα στη δημοτικότητα των Ταξιαρχιών θα έρθει το 1979, όταν εκτέλεσαν με πυροβολισμούς τον Guido Rossa, έναν δημοφιλή συνδικαλιστή που είχε κατηγορήσει νωρίτερα τις Ταξιαρχίες για προπαγάνδα. Η κίνηση αυτή θα έκανε την οργάνωση να χάσει το λαϊκό της έρεισμα στο εργατικό κίνημα.

Η απώλεια της δημοτικότητας των Ερυθρών Ταξιαρχιών θα συνοδευτεί από επιχειρήσεις μεγάλης κλίμακας της αστυνομίας, με τις επιδρομές των Αρχών να οδηγούν στη σύλληψη χιλιάδων ακτιβιστών αλλά και στη φυγή άλλων στη Γαλλία και τη Νότια Αμερική. Πολλοί από τους συλληφθέντες θα συνεργάζονταν με την αστυνομία, με τις πληροφορίες τους να οδηγούν στη σύλληψη μερικών από τους «εγκέφαλους» της οργάνωσης.

Παρά την παρακμή και τη συρρίκνωση της επιρροής τους, οι Ερυθρές Ταξιαρχίες δεν είχαν φτάσει ακόμα στο τέλος τους: Τον Δεκέμβρη του 1981 οι «Ερυθρές Ταξιαρχίες» επεχείρησαν το «κόλπο γκρόσο» με την απαγωγή ενός νατοϊκού στρατηγού. Σαράντα μέρες αργότερα άρχισε το οριστικό τους «ξήλωμα».

Στις 6 το απόγευμα της 17ης Δεκεμβρίου 1881 τέσσερις άνδρες, παριστάνοντας τους υδραυλικούς, χτύπησαν το κουδούνι του διαμερίσματος του αμερικανού ταξίαρχου Τζέιμς Λι Ντόζιερ στη Βερόνα. Ο 51χρονος αξιωματικός ήταν βοηθός επιτελάρχη στο Χερσαίο Στρατηγείο του ΝΑΤΟ για τη Νότια Ευρώπη. Ο στρατηγός καλή τη πίστει τους άνοιξε την πόρτα και μόνο τότε συνειδητοποίησε το λάθος του. Ένας από τους τέσσερις «υδραυλικούς» τον χτύπησε με το κοντάκι του όπλου του στο κεφάλι και τον ακινητοποίησαν. Οι άλλοι τρεις τον φίμωσαν, τον έδεσαν και τον μετέφεραν σε ένα αυτοκίνητο, που χάθηκε μέσα στην κίνηση της πόλης. Η αστυνομία ειδοποιημένη λίγο αργότερα έφθασε στο διαμέρισμα και βρήκε τη σύζυγο του Ντόζιερ φιμωμένη και αλυσοδεμένη.

Η είδηση της απαγωγής έκανε αμέσως τον γύρο του κόσμου κι έγινε πρώτο θέμα στα δελτία ειδήσεων. Ήταν η πρώτη φορά στην υπερδεκαετή της ιστορία, που η διαβόητη τρομοκρατική οργάνωση προκαλούσε ευθέως τις Ηνωμένες Πολιτείες και μάλιστα σε μια περίοδο που βρισκόταν σε καθοδική πορεία, εξαιτίας της απαγωγής και της δολοφονίας Μόρο (1978). Σε ανακοίνωσή τους, οι «Ερυθρές Ταξιαρχίες» ανέφεραν ότι προέβησαν στην ενέργεια αυτή για να καταγγείλουν την τοποθέτηση αμερικανικών πυραύλων στην Ιταλία και τη στενή συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών, ενώ δεν προδικαζόταν η τύχη του Ντόζιερ. Παρασκηνιακά, η οργάνωση είχε αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο να απελευθερώσει τον Ντόζιερ, αρκεί να τις καταβαλλόταν ως λύτρα το ποσό των 4,5 εκατομμυρίων δολαρίων.

Η κινητοποίηση της κυβέρνησης Ρέιγκαν ήταν άμεση. Επίλεκτα στελέχη των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών έφθασαν στην Ιταλία για να συνδράμουν τις έρευνες των ιταλών συναδέλφων τους. Δεν άργησαν να βρουν το νήμα της απαγωγής, καθώς είχαν τη βοήθεια από μεταμεληθέντα μέλη των «Ερυθρών Ταξιαρχιών», που εξασφάλισαν δικαστική ασυλία. Αξιοποιώντας όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες, εντόπισαν το κρησφύγετο των τρομοκρατών σ’ ένα πεντάρι διαμέρισμα στην πόλη Πάντοβα, μισή ώρα απόσταση από τη Βερόνα.

Στις 11:36 το πρωί της 28ης Ιανουαρίου 1982, μια επίλεκτη ομάδα της αντιτρομοκρατικής υπηρεσίας έκανε έφοδο στο διαμέρισμα και εξουδετέρωσε με σχετική ευκολία τους πέντε ερυθροταξιαρχίτες, που φρουρούσαν τον απαχθέντα αξιωματικό. Ο Ντόζιερ βρισκόταν αλυσοδεμένος μέσα σε μία σκηνή και ήταν καλά στην υγεία του. Ήταν ξυπόλητος, εμφανώς αδυνατισμένος και με μακριά γενειάδα. Στο διαμέρισμα η αστυνομία ανακάλυψε όπλα, χειροβομβίδες, εκρηκτικά και πυρομαχικά.

Αμέσως, ο Ντόζιερ τηλεφώνησε στη σύζυγό του και την κόρη του που ζούσαν στη Γερμανία και στη συνέχεια μεταφέρθηκε σε αμερικανική στρατιωτική βάση της Βερόνας. Μια εβδομάδα αργότερα επέστρεψε στις ΗΠΑ, όπου του επιφυλάχθηκε υποδοχή ήρωα. Ο Πρόεδρος Ρέιγκαν χαιρέτισε «τον θαρραλέο στρατιώτη και υπερασπιστή της ελευθερίας».

Σε συνέντευξη Τύπου, ο Ντόζιερ αποκάλυψε ότι είχε προειδοποιηθεί από την υπηρεσία του για ενδεχόμενη απαγωγή του, αλλά δεν είχε δώσει ιδιαίτερη σημασία. Είπε ακόμη ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της περιπέτειάς του βρισκόταν δεμένος από τα ένα πόδι και το ένα χέρι στον στύλο μιας σκηνής στο διαμέρισμα των απαγωγέων του, που είχαν πάντα σκεπασμένα τα πρόσωπό τους. Κάθε μέρα του φορούσαν ακουστικά και τον έβαζαν να ακούει δυνατά μουσική για ένα οκτάωρο. Ροκ στην αρχή, όπως είπε, και στη συνέχεια και κλασική μουσική μετά τα παράπονά του. Έκτοτε, η ακοή του μειώθηκε σημαντικά και το πρόβλημά του αυτό συνετέλεσε στη γρήγορη συνταξιοδότησή του με τον βαθμό του υποστρατήγου.

Την επιχείρηση Ντόζιερ για λογαριασμό των «Ερυθρών Ταξιαρχιών» είχε αναλάβει το κλιμάκιο της Βενετίας, με επικεφαλής τον Αντόνιο Σαβάστα. Αυτός και οι σύντροφοί του Εμίλια Λίμπερα και Τσέζαρε Λεοντάρντο καταδικάσθηκαν σε ισόβια στη δίκη που ακολούθησε. Η απαγωγή Ντόζιερ ήταν το τελευταίο μεγάλο και εντυπωσιακό «χτύπημα» των «Ερυθρών Ταξιαρχιών». Ένα χρόνο αργότερα, η τρομοκρατική οργάνωση είχε σχεδόν διαλυθεί και μόνο κάποιοι πυρήνες της συνέχισαν μεμονωμένα τη δράση τους.

Παρά το ανησυχητικό του γεγονότος, αυτό έμελλε να είναι το κύκνειο άσμα της οργάνωσης, η οποία το 1984 θα διασπαστεί σε δύο σκέλη. Πολλοί από τους παλιούς αρχηγούς θα αποκηρύξουν την ιδέα του ένοπλου αγώνα, την ίδια στιγμή που η υποστήριξη του σοβιετικού καθεστώτος είχε εξαντληθεί.

Μεμονωμένες εκτελέσεις συνέχισαν βέβαια να συμβαίνουν, όπως οι φόνοι του αμερικανού διοικητή Leamon Hunt το 1984, του πρώην δημάρχου της Φλωρεντίας Lando Conti το 1986, του στρατηγού Licio Giorgieri το 1987 και του γερουσιαστή Roberto Ruffilli το 1988, με τις αστυνομικές επιχειρήσεις να οδηγούν σε εκτεταμένες συλλήψεις μελών της οργάνωσης.

Μέχρι τα τέλη του 1988 ωστόσο οι Ερυθρές Ταξιαρχίες έπαψαν να λειτουργούν ως οντότητα, με τα απομεινάρια τους να συνεχίζουν να δρουν μέχρι και σήμερα, αν και πλέον οι νέοι τρομοκρατικοί πυρήνες πολύ λίγα έχουν να κάνουν με τις Ταξιαρχίες. Η ανάδυση της ιταλικής τρομοκρατίας στις δεκαετίες του 1990 και τις αρχές του 2000, με τις δολοφονίες κυβερνητικών αξιωματούχων και αστυνομικών, είχε βέβαια σχέση με τις Ερυθρές Ταξιαρχίες, μόνο σε επίπεδο ωστόσο μεμονωμένων πυρήνων που συνέχισαν να λειτουργούν στο περιθώριο: αν αντικατοπτρίζουν πλέον οποιονδήποτε κίνδυνο, αυτός θα ήταν περισσότερο εγκληματική δραστηριότητα παρά εξτρεμιστική πολιτική δράση…

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail