04/03/2021

Geopolitics & Daily News

Global news on Economy, Security, Politics and more

Bloomberg Opinion: Ο Τραμπ θα μπορούσε άνετα να είχε κερδίσει

Του Ramesh Ponnuru

Η εκστρατεία του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για την ανατροπή των αποτελεσμάτων των προεδρικών εκλογών του 2020 έχει μειώσει τα ποσοστά αποδοχής του στις δημοσκοπήσεις. Κόστισε στο κόμμα του τον έλεγχο της ομοσπονδιακής Γερουσίας, άνω σώματος του Κογκρέσου των ΗΠΑ. Προκάλεσε το ιστορικό αίσχος των ταραχών στο Καπιτώλιο. Και δεν είχε ποτέ την παραμικρή πιθανότητα να αποτρέψει τον Τζο Μπάιντεν από το να αναλάβει το αξίωμά του αρχηγού του κράτους. Υπήρξε ωστόσο επιτυχής από μία άποψη: έδιωξε πάνω από τον ίδιο τον Τραμπ την “μυρωδιά” του ηττημένου και αποτυχημένου, τουλάχιστον μεταξύ των Ρεπουμπλικανών ψηφοφόρων.

Ο Τραμπ έχει καλλιεργήσει στους τελευταίους την αίσθηση ότι σχεδόν επικράτησαν, αλλά ότι οι ελίτ – Δημοκρατικοί που κλέβουν ψήφους, καθώς και αδύναμοι και “προδότες” Ρεπουμπλικανοί – τους αρνήθηκαν τη νίκη που θα μπορούσαν να είχαν κατακτήσει. Πρόκειται για μισή αλήθεια.

Ο Μπάιντεν κέρδισε όντως οριακά. Εάν είχε λάβει 43.000 λιγότερες ψήφους σε τρεις πολιτείες, οι ψήφοι στο Κολέγιο των Εκλεκτόρων θα ήταν μοιρασμένοι. Ο Τραμπ θα είχε σχεδόν σίγουρα κερδίσει στην επόμενη διαδικασία που προβλέπεται, δηλαδή την ψήφο των αντιπροσωπειών της κάθε πολιτείας (με μία ψήφο έκαστη) στη Βουλή των Αντιπροσώπων.

Ο Τραμπ έσκαψε μόνος του τον “λάκκο” της ήττας

Το πρόσωπο, ωστόσο, το οποίο ήταν υπεύθυνο γι’ αυτό το αποτέλεσμα δεν ήταν ο George Soros, ο Mike Pence, ο Jim Acosta ή ακόμα και ο Joe Biden. Ο Τραμπ πέταξε στα σκουπίδια τις πιθανότητές τους σε αυτές τις εκλογές. Στην απάντησή του στην πανδημία της Covid-19, έκανε τρία τεράστια και καθόλου προδιαγεγραμμένα λάθη.

Η κρίση του κορονοϊού ενίσχυσε τη δημοτικότητα πολλών πολιτικών ηγετών, συμπεριλαμβανομένου του κυβερνήτη της Νέας Υόρκης Andrew Cuomo και του κυβερνήτη του Μέριλαντ, Larry Hogan. Οι τελευταίοι έδωσαν διαφορετικές πολιτικές απαντήσεις, οι οποίες είχαν διαφορετικά επίπεδα επιτυχίας. Οι περισσότεροι πολιτικοί ηγέτες, ωστόσο, ανεξαρτήτως εύρους αρμοδιότήτων, είχαν την πρόνοια να εκπέμψουν την αίσθηση ότι λαμβάνουν σοβαρά την κρίση και ότι μοιράζονται τις ανησυχίες της κοινής γνώμης γι’ αυτήν. Ο Τραμπ, πάλι, όχι. Εκείνος δεν μπορούσε καν να εκφράσει τη συμπάθειά του προς τα θύματα.

Το δεύτερο λάθος του ήταν να αποθαρρύνει τους Ρεπουμπλικανούς από το να ψηφίσουν επιστολικά, όταν οι πολιτείες αγκάλιαζαν τη συγκεκριμένη πρακτική προκειμένου να μειώσουν τον κίνδυνο μετάδοσης του κορονοϊού. Ο Τραμπ και οι σύμμαχοί του πέρασαν μήνες ισχυριζόμενοι ότι η ψηφοφορία μέσω ταχυδρομείου θα οδηγούσε σε εκτεταμένη νοθεία και οι Ρεπουμπλικάνοι ψηφοφόροι τελικά τους άκουσαν. Ο υπουργός Εσωτερικών της Τζόρτζια Brad Raffensperger επεσήμανε ότι 24.000 Ρεπουμπλικάνοι που ψήφισαν επιστολικά στις προκριματικές, εσωκομματικές εκλογές του 2020 δεν ψήφισαν στις γενικές εκλογές. Πρόκειται για αριθμό σχεδόν διπλάσιο από τη διαφορά υπέρ του Μπάιντεν στη συγκεκριμένη πολιτεία.

Τρίτον, ο Τραμπ ήταν εξαφανισμένος σε ό,τι αφορούσε τη νομοθεσία ανάσχεσης των οικονομικών επιπτώσεων της κρίσης του Covid κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού και του φθινοπώρου και ασχολήθηκε με το ζήτημα μόνο στα τέλη Δεκεμβρίου (ακόμη και τότε, με χαοτικό τρόπο). Θα μπορούσε εύκολα να πιέσει τους Ρεπουμπλικανούς του Κογκρέσου να προχωρήσουν σε μια συμφωνία, ακόμη και αν σε κάποιο βαθμό δεν τους άρεσε, κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου.

Θα είχε έτσι βελτιώσει τόσο τις οικονομικές συνθήκες όσο και την εμπιστοσύνη στην ηγεσία του, βελτίωση που πιθανότατα θα ήταν αρκετή για να πετύχει την ανατροπή της μικρής διαφοράς που χρειαζόταν για να νικήσει. Αν είχε δείξει ένα μικρό έστω μέρος του ενδιαφέροντος που έδειξε για την ανατροπή του αποτελέσματος των εκλογών για το νομοσχέδιο περί της δημοσιονομικής τόνωσης της οικονομίας των ΗΠΑ, θα μπορούσε πραγματικά να είχε κερδίσει.

Τα ισχυρά μειονεκτήματα χαρακτήρα υπό το “φως” της πανδημίας

Εδώ και πέντε χρόνια, οι Ρεπουμπλικανοί συζητούσαν για το πόσο σημαντικές ή μη ήταν σε πολιτικό επίπεδο οι αδυναμίες του προσωπικού χαρακτήρα του Τραμπ. Πολλοί Ρεπουμπλικανοί κατέληξαν μέσα σε αυτό το διάστημα στο συμπέρασμα ότι δεν μετρούσαν επειδή είχε υπάρξει νικητής μιας εκλογικής αναμέτρησης και είχε πετύχει ορισμένους από τους πολιτικούς στόχους του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος.

Αυτά ωστόσο τα μειονεκτήματά του δεν καθιστούσαν απλώς την κυβέρνησή του δυσλειτουργική. Τελικά τον έκαναν και πολιτικό “loser”. Οι περισσότεροι ψηφοφόροι, ακόμη και αν ενέκριναν τις επιδόσεις του στο πεδίο της οικονομίας, δεν αρέσκονταν στην παρορμητικότητα ή στην αυτολύπησή του. Η πανδημία έθεσε την ελαττωματική προσωπικότητά του υπό ένα διόλου κολακευτικό φως.

Ακόμα και μεταξύ των Ρεπουμπλικανών οι οποίοι αναγνωρίζουν ότι ο Τραμπ έχασε νομίμως τις εκλογές – και αυτή είναι μια μειονότητα μεταξύ των ψηφοφόρων του – πολλοί εξακολουθούν να πιστεύουν ότι είχε θετικό αντίκτυπο στο κόμμα, όπως αναγνωρίζουν σχεδόν όλοι. Κέρδισε ορισμένους ψηφοφόρους οι οποίοι δεν είχαν υποστηρίξει ποτέ με συνέπεια τους Ρεπουμπλικανούς στο παρελθόν, ενώ μερικοί από αυτούς μπορεί να μείνουν.

Μπόρεσε επίσης να βγάλει το κόμμα από έναν αδιέξοδο αυτοεγκλωβισμό σε αποκλειστικά ελευθεριακές (libertarian – σ.μ. οικονομικά υπερ-φιλελεύθερες) θέσεις, στον οποίο είχε περιπέσει κατά τη διάρκεια των ετών που ο πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα βρισκόταν τον Λευκό Οίκο. Αφήνει το αξίωμά του με τους Ρεπουμπλικανούς σε απόσταση βολής από την πλειοψηφία στη Γερουσία και στη Βουλή των Αντιπροσώπων, κάτι για το οποίο δεν θα μπορούσαν να καυχηθούν αποχωρώντας οι δύο προηγούμενοι Ρεπουμπλικανοί πρόεδροι Μπους, πατέρας και υιός.

Η σημασία των κριτηρίων στην επιλογή του νέου Ρεπουμπλικανού ηγέτη

Από την άλλη πλευρά, ο Τραμπ είναι ο πρώτος πρόεδρος μετά τον Χέρμπερτ Χούβερ που είδε το κόμμα του να χάνει την προεδρία της χώρας, τη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία μέσα σε μόλις τέσσερα χρόνια. Σίγουρα είναι προσωπικά υπεύθυνος για το μεγαλύτερο μέρος των συγκεκριμένων πολιτικών απωλειών, οι οποίες θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί. Εάν δεν είχε υπάρξει η παράφορη οργή του μετά τις εκλογές, η οποία μείωσε τη συντηρητική προσέλευση στις κάλπες σε μια πολιτεία (Τζόρτζια) που είχε καταστεί αμφίρροπη, οι Ρεπουμπλικανοί θα εξακολουθούσαν να διατηρούν τον έλεγχο της Γερουσίας.

Οι Ρεπουμπλικανοί οι οποίοι είναι δυσαρεστημένοι με το γεγονός ότι οι Δημοκρατικοί πρόκειται να έχουν ενοποιημένο έλεγχο και των τριών πυλώνων της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, όσο οριακός κι αν είναι αυτός στα δύο σώματα του Κογκρέσου, θα πρέπει να είναι περισσότερο θυμωμένοι με τον Τραμπ και με εκείνους που τον ενθάρρυναν να καταφύγει στα χειρότερα ένστικτά του, παρά με τον γερουσιαστή Mitt Romney, τον πιο συνεπή Ρεπουμπλικανό επικριτή του απερχόμενου προέδρου των ΗΠΑ.

Θα πρέπει, δε, να επιλέξουν τον επόμενο ηγέτη τους χρησιμοποιώντας διαφορετικά κριτήρια από αυτά που χρησιμοποίησαν για την επιλογή του τελευταίου τους, όχι μόνο για το δικό τους καλό, αλλά και για εκείνο της χώρα τους.

Πηγή: Capital.gr 

 

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail