07/03/2021

Geopolitics & Daily News

Global news on Economy, Security, Politics and more

Αγκάθια και παράθυρα στη σχέση Ελλάδας – Τουρκίας

Του Κώστα Ράπτη

Τι ζητά η Τουρκία από την Ευρώπη – και αντιστρόφως; Μόνο αν απαντηθεί το ερώτημα αυτό θα δοθούν και τα κατάλληλα συμφραζόμενα για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, οι οποίες την εβδομάδα αυτή πέρασαν σε μια νέα φάση με την αναβίωση των διερευνητικών συνομιλιών για το Αιγαίο, υπό την “ενθάρρυνση” του διεθνούς παράγοντα, και δη της Γερμανίας.

Στο ιδιόμορφο κλίμα που δημιουργεί η αλλαγή κυβερνητικής σκυτάλης στην Ουάσινγκτον, αλλά και η πίεση στην τουρκική οικονομία, ο Ταγίπ Ερντογάν και οι συνεργάτες του ανακάλυψαν εκ νέου τη ρητορική της ευρωπαϊκής προοπτικής της γείτονος. Κανείς, ωστόσο, από τους ενδιαφερόμενους δεν φαντάζεται και δεν επιθυμεί όντως την ευόδωση αυτής της προοπτικής με την πλήρη ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε.

Το ενδεχόμενο αυτό έχει στην πραγματικότητα ακυρωθεί από δεκαπενταετίας, όταν ο τότε πρόεδρος της Γαλλίας, Ζακ Σιράκ, ξεκαθάριζε ότι στο τέλος των ενταξιακών διαπραγματεύσεων θα αποφαινόταν επί της τουρκικής ένταξης ο γαλλικός λαός σε δημοψήφισμα. Έκτοτε κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι – και η ίδια η Τουρκία ανοίχτηκε σε προσανατολισμούς περισσότερο ακροβατικούς.

Η “συναλλακτική σχέση”

Η σχέση με την Ε.Ε. που έχει κατά νου ο Ταγίπ Ερντογάν είναι αυστηρά “συναλλακτική” ή “α λα καρτ”. Η διεύρυνση της Τελωνειακής Ένωσης, η κατάργηση της βίζας και η ανανέωση της ευρωτουρκικής συμφωνίας για το προσφυγικό (με τα κατάλληλα χρηματικά ανταλλάγματα) αποτελούν τις προτεραιότητές του – όχι η συμμόρφωση με το κανονιστικό πλαίσιο, και δη τα πολιτικά κριτήρια της Ε.Ε. Από την απέναντι πλευρά, η διατήρηση της Τουρκίας σε ρόλο αναχώματος στις προσφυγικές ροές, η πρόσβαση στην τουρκική αγορά και η ευθυγράμμιση στα μεγάλα γεωπολιτικά ερωτήματα είναι ό,τι κυρίως ενδιαφέρει τους Ευρωπαίους από μια Τουρκία την οποία έχουν χαρακτηρίσει “πολύ μεγάλη, πολύ φτωχή και πολύ διαφορετική” για να ενταχθεί ως πλήρες (και λόγω του όγκου της, ηγετικό) κράτος-μέλος στην Ε.Ε.

Προϋπόθεση, όμως, για να λειτουργήσει αυτή τη συναλλακτική σχέση είναι η αποκλιμάκωση των εντάσεων στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο – ή έστω η οριοθέτηση των θεμάτων σε ένα πλαίσιο διαπραγμάτευσης που να απαλλάσσει το ευρωπαϊκό κέντρο από την ανάγκη να τοποθετηθεί.

Κινητικότητα και στο Κυπριακό

Και σε ό,τι μεν αφορά το Κυπριακό, το οποίο αποτελεί τη λυδία λίθο όλων των εντάσεων της περιοχής, η κινητικότητα της Γενικής Γραμματείας του ΟΗΕ προς την κατεύθυνση της σύγκλησης νέας πενταμερούς διάσκεψης δεν μπορεί παρά να ικανοποιεί τόσο τον διεθνή παράγοντα όσο και την Άγκυρα – σε μια φάση κατά την οποία η ελληνοκυπριακή πλευρά, αποδυναμωμένη από τα σκάνδαλα διαφθοράς του πολιτικού κόσμου και το οιονεί σχίσμα στους κόλπους της Εκκλησίας Κύπρου, δύσκολα θα προβάλει αντιστάσεις. Την ίδια στιγμή η Άγκυρα, με την επιβεβαίωση του πολιτικού ελέγχου της στα Κατεχόμενα διά της εκλογής Τατάρ, με παράνομες πρωτοβουλίες όπως το άνοιγμα των Βαρωσίων και με την καλλιέργεια της φιλολογίας για αλλαγή του πλαισίου διαπραγμάτευσης (προς διχοτομική κατεύθυνση), ετοιμάζεται να κεφαλαιοποιήσει σημαντικά διαπραγματευτικά κέρδη.

Αναθεωρητισμός με άλλα μέσα

Στην ελληνοτουρκική ατζέντα, η διεξαγωγή τη Δευτέρα στην Κωνσταντινούπολη, έπειτα από σχεδόν πενταετή διακοπή, του 61ου γύρου των διερευνητικών διαπραγματεύσεων που έχουν ξεκινήσει από το 2002 δίνει την ευκαιρία στην Τουρκία να προβάλει ως συνεργάσιμη και να αποφύγει τη συζήτηση περί επιβολής κυρώσεων εις βάρος της από την Ευρωπαϊκή Σύνοδο Κορυφής του Μαρτίου.

Στην πραγματικότητα, η “ειρηνοποιός” διάθεση που προβάλλει η Τουρκία δεν είναι παρά η προώθηση της αναθεωρητικής πολιτικής με άλλα μέσα: Τα “προβλήματα” που έχει κατά νου η ηγεσία της γείτονος πηγαίνουν πολύ πέρα από τα θέματα του Αιγαίου (μοναδικό αντικείμενο διαπραγμάτευσης που αναγνωρίζει η ελληνική πλευρά). Εξού και κατά τη συνάντηση των τρεισήμισι ωρών τη Δευτέρα η τουρκική αντιπροσωπία έθεσε ζητήματα εκτός της οριοθέτησης των θαλασσίων ζωνών, όπως η αποστρατιωτικοποίηση των νησιών του ανατολικού Αιγαίου, οι “διαμφισβητούμενες νησίδες”, ο εναέριος χώρος, αλλά και η “συνεργασία” στη διαχείριση του μεταναστευτικού (μέσω κοινών περιπολιών;) − αν και αυτό δεν αποτελεί “πρωτιά” στη μακρά ιστορία των διερευνητικών.

Αν κάτι αξίζει να αποκληθεί έκπληξη, αυτό ήταν η μεταφορά των συνομιλιών από το προβλεπόμενο ξενοδοχείο στο ανάκτορο του Ντολμάμπαχτσε (το γραφείο Κωνσταντινουπόλεως του Ταγίπ Ερντογάν) με οικοδεσπότη τον Ιμπραχίμ Καλίν, εκπρόσωπο και εξ απορρήτων σύμβουλο του Τούρκου προέδρου. Πρόκειται για μια χειρονομία “γαλαντομίας”, αλλά και εκβιασμένης αναβάθμισης των άτυπων τεχνικών συνομιλιών προς υψηλό πολιτικό επίπεδο, εναρμονισμένη με το σχήμα “πλειοδοσία καλής θέλησης – διεύρυνση της ατζέντας”.

Η επιθετική εξωτερική πολιτική

Σε κάθε περίπτωση, όπως προειδοποιεί ο Γιαβούζ Μπαϊντάρ του Ahval News, οι διερευνητικές επαφές “δεν είναι τίποτε περισσότερο από διάλογος. Ενώ η τύχη των διαπραγματεύσεων θα εξαρτηθεί από την τακτική των δύο πλευρών, οι βασικές παράμετροι, τις οποίες κάποιοι μεγάλοι παίκτες της Ε.Ε. κυνικά αποδέχθηκαν, παραμένουν αμετάβλητες. Για τον Ερντογάν, η επιθετική εξωτερική πολιτική είναι αναγκαία για την πολιτική του επιβίωση, και η ιστορία μάς διδάσκει ότι όταν ένας ηγέτης μπαίνει σε αυτό το μονοπάτι είναι σχεδόν αδύνατο να κάνει μεταβολή. Οι διερευνητικές επαφές με την Ελλάδα θα παραμείνουν ακριβώς ένας επιφυλακτικά χρησιμοποιούμενος, δίχως σκοπό, μηχανισμός αναζήτησης, ενώ η πραγματική αλλαγή των κανόνων του παιχνιδιού, αν προκύψει, θα προέλθει από την κυβέρνηση Μπάιντεν και την πολιτική χορογραφία της για την περιοχή. Αλλά για αυτό θα χρειαστεί να περιμένουμε λίγο παραπάνω”.

πηγή: Capital.gr 

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail