19/04/2021

Geopolitics & Daily News

Global news on Economy, Security, Politics and more

Οι Νέοι Αγροτικοί Νόμοι στην Ινδία και η Παγκόσμια Επιρροή τους

Της Ευρυδίκης Παπανικολάου* 

 


Παρά το γεγονός ότι οι αποικιοκρατικές τάσεις της Δύσης έχουν σταδιακά μειωθεί στη σύγχρονή εποχή, ή μάλλον καλύτερα έχουν αλλάξει μορφή, τα αποτελέσματα τους παραμένουν εμφανή μέχρι και σήμερα και έχουν επηρεάσει την άποψη της παγκόσμιας κοινότητας για τις χώρες αυτές. Πιο συγκεκριμένα, στην περίπτωση της Ινδίας, πολλοί Δυτικοί την παρουσιάζουν σαν μια καρικατούρα και υποβαθμίζουν τη χώρα και τους πολίτες της, μειώνοντας τους σε υποτιμητικά και συχνά ρατσιστικά στερεότυπα, αγνοώντας παντελώς τον πλούσιο πολιτισμό της και την μακρόχρονη ιστορία της καθώς και τη δύναμη της γενικότερα. Λέγεται μάλιστα, πως όταν ο Biden, ο Putin και ο Xi ρώτησαν τον Ινδό πρωθυπουργό Narendra Modi ποιος κυβερνά τον κόσμο, εκείνος τους απάντησε: «Δεν γνωρίζω ποιος πραγματικά κυβέρνα τον κόσμο, αλλά γνωρίζω πως οι Διευθύνοντες Σύμβουλοι στις μεγαλύτερες εταιρείες παγκοσμίως (Google, Mastercard, Microsoft κ.α.) είναι Ινδοί». Ανεξάρτητα λοιπόν από τις δυτικές στερεοτυπικές προκαταλήψεις, η Ινδία είναι μια πολύ μεγάλη παγκόσμια δύναμη και οι μεταρρυθμίσεις που γίνονται στο εσωτερικό της έχουν τη δυνατότητα μελλοντικά να επηρεάσουν έμμεσα την παγκόσμια οικονομική αγορά.


Το πιο πρόσφατο παράδειγμα που το επιβεβαιώνει είναι οι νέοι αγροτικοί νόμοι που ψηφίστηκαν τον Σεπτέμβριο του 2020 στο Κοινοβούλιο της χώρας και οι πιθανές συνέπειες που μπορεί να φέρουν. Ειδικότερα, οι τρείς αυτοί νόμοι (i. Νόμος περί αγροτικών προϊόντων και εμπορίου, ii. Συμφωνία για τους αγρότες για τη διασφάλιση των τιμών και τις υπηρεσίες γεωργικών υπηρεσιών, iii. Νόμος για τα βασικά προϊόντα) ψηφίστηκαν αρχικά από το Κοινοβούλιο της χώρας, το οποίο αποτελείται από δύο τμήματα, το Rajya Sabha και το Lok Sabha, και εγκρίθηκαν στη συνέχεια από τον Πρόεδρο της Ινδίας, Ram Nath Kovind, στις 27 Σεπτεμβρίου. Οι αντιδράσεις όμως ήταν αμφιλεγόμενες. Από τη μια πλευρά, ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε στους νόμους ως μια κρίσιμη στιγμή στην ιστορία της ινδικής γεωργίας και ως μια αλλαγή προς το καλύτερο. Με την άποψη αυτή όμως δεν φαίνεται να συμφωνούν και οι αγροτικές μάζες της χώρας, που δήλωσαν έντονα τη δυσαρέσκεια τους και απαίτησαν οι νόμοι αυτοί να ακυρωθούν ή τουλάχιστον να αναδιατυπωθούν. Ο πρωθυπουργός Narendra Modi λέει ότι οι νέοι νόμοι δίνουν στους αγρότες την ευκαιρία να αποφασίσουν τις δικές τους τιμές και να πουλήσουν τα προϊόντα τους απευθείας σε ιδιωτικές επιχειρήσεις, χωρίς να υπάρχει ανάγκη «διαμεσολαβητή» ανάμεσα στους δύο, ο οποίος σε αυτήν την περίπτωση, ήταν μέχρι τώρα η Επιτροπή Αγοράς Γεωργικών Προϊόντων του κράτους. Οι νόμοι μπορεί να φαίνονται σαν καλή ιδέα στη θεωρία, όμως στην πράξη το ζήτημα είναι ότι δεν είναι σαφές πώς θα εφαρμοστούν σωστά.


Επί του παρόντος, οι Ινδοί αγρότες έχουν το δικαίωμα να πουλήσουν τα προϊόντα τους, κυρίως σιτάρι και ρύζι, στην κυβέρνηση για μια εγγυημένη ελάχιστη τιμή στήριξης (Minimum Support Price-MSP) που καθορίζεται περιοδικά κάθε χρόνο. Το σύστημα MSP βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην εμπιστοσύνη ανάμεσα στους πολίτες και το κράτος. Οι υπεύθυνοι για την πολιτική αυτή μπορούν να διαλύσουν, αν θέλουν, το σύστημα καθορίζοντας την τιμή τόσο χαμηλή που κανένας αγρότης δεν θα θέλει να πουλήσει το προϊόν του. Εάν η κυβέρνηση διαλύσει το σύστημα MSP αντί να το μεταρρυθμίσει και να το βελτιώσει, εκατομμύρια αγρότες θα αναγκαστούν να πουλήσουν τα προϊόντα τους σε τέσσερις ή πέντε μεγάλες αγροτικές επιχειρήσεις. Και αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα με τους νέους νόμους. Οι αγρότες ανησυχούν κυρίως ότι θα οδηγήσουν τελικά στο τέλος των χονδρικών αγορών και των εγγυημένων τιμών, αφήνοντάς τους χωρίς εναλλακτική επιλογή. Δηλαδή, εάν δεν είναι ικανοποιημένοι με την τιμή που προσφέρει ένας ιδιώτης αγοραστής δεν θα έχουν καμία άλλη εναλλακτική επιλογή και η διαπραγματευτική τους δύναμη θα είναι ελάχιστη έως ανύπαρκτη. Επιπρόσθετα, εάν μια εταιρεία παραβιάσει τη σύμβαση της με έναν αγρότη, οι νέοι νόμοι απαγορεύουν στον αγρότη να ζητήσει αποζημίωση στο δικαστήριο. Η νομοθεσία βοηθά περαιτέρω τις μεγάλες επιχειρήσεις με την άρση των περιορισμών στην αποθήκευση σιτηρών τροφίμων που τέθηκαν σε εφαρμογή για να αποθαρρύνουν τις εταιρείες από την τεχνητή αύξηση των τιμών. Πρακτικά λοιπόν, αν και οι αγρότες θα μπορούσαν να πουλήσουν τις καλλιέργειες τους σε υψηλότερες τιμές εάν υπάρχει η ζήτηση, αντιστρόφως, σε χρονιές που υπάρχει πολύ μεγάλη προσφορά στην αγορά θα μπορούσαν να καταστραφούν οικονομικά.


Ο αγροτικός πληθυσμός της Ινδίας έκανε ξεκάθαρη τη δυσαρέσκεια του άμεσα με διαδηλώσεις μικρής κλίμακας να έχουν ξεκινήσει από τον Αύγουστο, όταν και δημοσιοποιήθηκαν οι νέοι αγροτικοί νόμοι για πρώτη φορά.
Μετά τη ψήφιση και έγκριση τους, όλο και περισσότεροι αγρότες και αγροτικά σωματεία από όλη την Ινδία συμμετείχαν στις διαδηλώσεις κατά των μεταρρυθμίσεων. Στις 26 Ιανουαρίου μια διαμαρτυρία ενάντια στους νόμους που πραγματοποιήθηκε στο Δελχί είχε βίαιο τέλος, αφού οι διαμαρτυρόμενοι αγρότες έσπασαν τα οδοφράγματα της αστυνομίας για να εισβάλουν στο ιστορικό συγκρότημα του «Κόκκινου Φρουρίου». Συγκεκριμένα, οι διαδηλωτές συμμετείχαν σε ένα τεράστιο ράλι που είχε προγραμματιστεί για την Ημέρα Δημοκρατίας της Ινδίας. Πολλοί διαδηλωτές όμως κινήθηκαν εκτός των προβλεπόμενων διαδρομών κάτι που οδήγησε σε συγκρούσεις με την αστυνομία. Η σύγκρουση μεταξύ αστυνομίας και αγροτών προκάλεσε επίσης ζημιές και σε εγκαταστάσεις μέσα στο φρούριο, ενώ 394 αστυνομικοί και χιλιάδες αγρότες τραυματίστηκαν, 30 οχήματα της αστυνομίας υπέστησαν σοβαρές ζημιές και οι υπηρεσίες Διαδικτύου τέθηκαν σε αναστολή για αρκετές ώρες σε διάφορα μέρη του Δελχί. Οι ηγέτες των αγροτικών ενώσεων καταδίκασαν αμέσως τα περιστατικά βίας και κατηγόρησαν το χάος σε αυτόβουλους διαδηλωτές που επέλεξαν να συγκρουστούν μόνοι τους με την αστυνομία, σε μια κατά τα άλλα ειρηνική πορεία. Μετά την πορεία της 26ης Ιανουαρίου, η αστυνομία κατασκεύασε οδοφράγματα από τσιμέντο, έσκαψε χαρακώματα και προστατευτικά τοιχία στα τρία σύνορα όπου οι αγρότες συνεχίζουν να διαμαρτύρονται. Τα οδοφράγματα και οι αστυνομικές δυνάμεις που είναι σταθμευμένες στις περιοχές αυτές έχουν περιορίσει τη μετακίνηση ντόπιων, αγροτών, καθώς και δημοσιογράφων στους χώρους διαμαρτυρίας. Η επιμονή των αγροτών να καταργηθούν οι αγροτικοί νόμοι έχει σημειωθεί εκτενώς από τα Ινδικά μέσα ενημέρωσης κατά τη διάρκεια των διαμαρτυριών. Στις 21 Ιανουαρίου μάλιστα η κυβέρνηση πρότεινε να αναστείλει τους νόμους για 18 μήνες, οι αγρότες όμως αρνήθηκαν.


Οι νέοι αυτοί νόμοι όμως δεν επηρεάζουν μόνον τους Ινδούς. Αντιθέτως, οι έμμεσες συνέπειες τους έχουν παγκόσμια επιρροή. Πιο συγκεκριμένα, η Ινδία είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός, καταναλωτής και εξαγωγέας μπαχαρικών στον κόσμο
– παράγοντας περίπου το 68% των παγκόσμιων μπαχαρικών, ενώ είναι επίσης και ο μεγαλύτερος εξαγωγέας ρυζιού Basmati και ο μεγαλύτερος παραγωγός γάλακτος στην παγκόσμια αγορά, σύμφωνα με την Αρχή Ανάπτυξης Εξαγωγών Προϊόντων Γεωργίας και Μεταποιημένων Τροφίμων της Ινδίας, με την κύρια παραγωγή να πραγματοποιείται σε πολιτείες όπως το Punjab, Haryana και το Δελχί – όπου δηλαδή οι αγρότες επισήμως διαμαρτύρονται εδώ και περίπου 5 μήνες. Η χώρα είναι επίσης και ο δεύτερος μεγαλύτερος παραγωγός ρυζιού, σιταριού και άλλων δημητριακών στον κόσμο, και έχει τη δεύτερη θέση στην παραγωγή φρούτων και λαχανικών στον κόσμο, ακριβώς μετά από την Κίνα. Τέλος, Ινδία είναι ο κορυφαίος παραγωγός βαμβακιού στον κόσμο, ξεπερνώντας ακόμη και την Κίνα, σύμφωνα με το Υπουργείο Γεωργίας των Ηνωμένων Πολιτειών.

 

 

 

Cotton Sector at a Glance, 2020 (https://www.ers.usda.gov/topics/crops/cotton-wool/cotton-sector-at-a-glance/)

 

 

 

 

Γίνεται αντιληπτό λοιπόν, πως αν αυτοί οι νόμοι εφαρμοστούν χωρίς τροποποιήσεις θα επηρεαστούν τόσο ο Ινδικός αγροτικός πληθυσμός όσο και οι παγκόσμιες αγορές. Η διαμαρτυρία των αγροτών αφορά τελικά τόσο το δικαίωμα των αγροτών να παράγουν με βιώσιμο τρόπο, μέσω της ελάχιστης τιμής στήριξης, όσο και την επισιτιστική ασφάλεια 1,3 δισεκατομμυρίων Ινδών. Γι’ αυτό, η Ινδική κυβέρνηση θα πρέπει να αναθεωρήσει τουλάχιστον τους νέους νόμους της για τη γεωργία και, μέσω μιας προσεκτικής διαδικασίας διαβούλευσης, να δημιουργήσει νομοθεσία για τη βιοτεχνία που θα μπορεί να ωφελήσει κυρίως τους φτωχούς αγρότες και τους καταναλωτές.

 

*Φοιτήτρια του Τμήματος Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του ΑΠΘ

 

Βιβλιογραφία:

 

 

 

 

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail