26/07/2021

Geopolitics & Daily News

Global news on Economy, Security, Politics and more

Η Διπλωματία της Αφρικής και πώς η Δύση επιβάλλεται να κινηθεί; Επίκεντρο τα γεγονότα στη Μοζαμβίκη και το ζήτημα «Λιβύη»

Islamist in Cabo Delgado with the flag of ISIS. (Credit: Aid to the Church in Need) source: https://www.acnireland.org/journal/2021/4/1/how-many-must-die-before-the-world-reacts

Μία τεχνική ανάλυση από στρατιωτικής, νομικής, ιστορικής και εθνολογικής προσέγγισης

Των Υποναυάρχου ε.α. Δημητρίου Τσαϊλά*

Δρ Άννας Κωνσταντινίδου**

 

Προτού γίνει εκτενής ανάλυση του θέματος, είναι επιβεβλημένο να σημειώσουμε πώς το οικονομικό σύστημα αποτελεί το έρεισμα κάτω από το οποίο κάποια περιβάλλοντα αναπτύχθηκαν περισσότερο από κάποια άλλα και γιατί κάποιες χώρες πάντοτε θα λαμβάνουν συγκεκριμένη θέση και διάσταση στην διεθνή «σκακιέρα». Μία ήπειρος που θα αντιμετωπίζεται με πολυμορφικό τρόπο, αν και –πρέπει να σημειώσουμε ότι- τα κράτη της παρόλο της μεταξύ τους ετερομορφίας σε εθνοτικό και φυλετικό επίπεδο είναι συγκοινωνούντα δοχεία σε κοινωνιολογικό (κατά κύριο λόγο της θρησκείας και της πρότερης πολιτειακής κατάστασης, της αποικιοκρατίας), είναι η Αφρική. Η Αφρική είναι η μοναδική –ίσως ήπειρος- που η πλειονότητα των χωρών της έχει διαμορφώσει τόσο στενές συμπλεκτικές σχέσεις μεταξύ τους, γεγονός που, επειδή από τη Δυτική Διπλωματία δεν έχει δοθεί η δέουσα σημασία στη συγκεκριμένη παράμετρο, κατάφεραν κράτη, όπως η Τουρκία, να παρεισφρήσουν σε μεγάλο μέρος των κοινωνιών της.

 

Μέχρι τη δεκαετία του 1990, το Παγκόσμιο Οικονομικό Σύστημα διαχώριζε τις χώρες σε δύο βασικές κατηγορίες, α. στις αναπτυγμένες και β. στις λιγότερο αναπτυγμένες. Ωστόσο, η πτώση του Υπαρκτού Σοσιαλισμού επέφερε στο προσκήνιο την αναγκαιότητα υιοθέτησης μίας νέας προσέγγισης ως προς τον χαρακτηρισμό των κρατών με βάση το βιοτικό τους επίπεδο, καθώς τα στοιχεία οριοθέτησης σχετίζονταν –εκτός των άλλων- και από ένα σύμπλεγμα πολιτικών και κοινωνικών νεοδιαμορφούμενων δεδομένων. Σήμερα, τα κράτη διακρίνονται σε α. αναπτυγμένα, β. ελάχιστα αναπτυγμένα, γ. ισχυρά λιγότερο αναπτυγμένα, δ. νέα βιομηχανοποιημένα, ε. αναδυόμενα, στ. κράτη σε διαδικασία μετάβασης στην ελεύθερη αγορά.

 

Η Αφρική είναι η μόνη ήπειρος που παρά το γεγονός, ότι όλη ανεξαίρετα είχε τεθεί σε καθεστώς άμεσου προστατευτισμού από δυτικό πάτρωνα, μετά την αποαποικιοποίηση, αλλά και τα μεταγενέστερα χρόνια αντιμετωπίστηκαν τα πολιτειακά μορφώματά της σε διαφορετικές και «οικονομικές και κοινωνικές» ταχύτητες από τις ισχυρές χώρες, ώστε σήμερα να υφίστανται στο συγκεκριμένο περιβάλλον ελάχιστα αναπτυγμένα κράτη (που στη πλειονότητά τους κείτονται στην αναλιτικό-δυτικό- κεντρική και Νότιο Αφρική) και ισχυρά λιγότερο αναπτυγμένα κράτη (που βρίσκονται κυρίως στο βόρειο τμήμα της). Τα ελάχιστα αναπτυγμένα κράτη είναι αυτά που δεν παρουσιάζουν κανένα –σχεδόν- ενδιαφέρον για τα συμφέροντα –κατά κύριο λόγο- της ισχυρής Δύσης, μετά την εκβιομηχάνιση και την τεχνολογική ανάπτυξη τής τελευταίας. Οι χώρες αυτές κατατάσσονται στις λεγόμενες κοινωνίες τού πρωτογενούς τομέα, εξαρτώντας πάντοτε την επιβίωσή τους από κάποιον ισχυρό. Έτσι, το κενό που άφησαν οι χώρες της Δύσης στο λεγόμενο Τρίτο Κόσμο (που δεν νοείται μόνο η Υποσαχάρια Αφρική), σταδιακά από το 1990 και κυρίως την τελευταία δεκαετία (λόγω –εκτός των άλλων- του κραδασμού που υπέστησαν από την πτώση των Liehmann Brothers) ήρθε να το καλύψει το τουρκικό κράτος μέσω του ισλαμισμού και των μισθοφορικών ταγμάτων. Άραγε, η Δύση -μέσω του ΟΗΕ και του ΝΑΤΟ- θα μπορούσε να ανακόψει την περαιτέρω διείσδυση του βαθέος Ισλαμικού Κράτους στα περιβάλλοντα αυτά; Πώς μπορεί να «λειτουργήσει» η Λιβύη για τους Δυτικούς, η οποία παρουσιάζει ίδιο κοινωνιολογικό χαρακτήρα με τις χώρες του Σαχέλ και με ένα πλήθος άλλων κοινωνιών της Αφρικής;

Παράγοντες διαμόρφωσης του κοινωνισμού των μορφωμάτων της αφρικανικής ηπείρου: Αυτό που πρέπει να τονιστεί, καθώς «περιγράφει» εν πολλοίς τον τρόπο που αναπτύχθηκαν οι χώρες της αφρικανικής ηπείρου τόσο κατά τη διάρκεια των αποικιακών χρόνων όσο και μετά την αποαποικιοποίηση των δεκαετιών του 1960 και κυριότατα του 1970, εκτός από την εσωτερική μορφή της οικονομίας τους, σχετίστηκε με την εθνική καταγωγή τού αποικιοκράτη και τον εθνολογικό χαρακτήρα του πολιτειακού μορφώματος (τα κράτη στην Πολιτειολογία ονομάζονται μορφώματα). Έτσι παρατηρείται, ότι την Δυτική, Κεντρική και Ανατολική Αφρική, αλλά και τη Νότια Αφρική (τουλάχιστον αρχικά) τις είχαν εποικήσει –ως επί το πλείστον- οι Πορτογάλοι και οι Ισπανοί.

 

Στο ερώτημα που μπορεί να τεθεί, γιατί οι δύο αυτές ευρωπαϊκές ομάδες προτίμησαν τα συγκεκριμένα γεωγραφικά περιβάλλοντα τής αφρικανικής ηπείρου, η απάντηση που δίνεται έχει δύο σκέλη: α. Από τη μία πλευρά, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι ο Αραβισμός είχε εισχωρήσει στην Ισπανία και την Πορτογαλία λίγο πριν τον Μεσαίωνα, με συνέπεια όταν είχαν απαλλαγεί, να μην επιδιώκουν κατά τα χρόνια των Μεγάλων Εξερευνήσεων συμπλοκές με αραβικούς (μουσουλμανικούς) πληθυσμούς που κατοικούσαν στη Βόρειο Αφρική. β. Από την άλλη πλευρά (που αποτελεί και τον ουσιαστικό λόγο), η εξήγηση που δίνεται, έχει κατά κάποιο τρόπο σχέση με την πρώτη, και είναι ότι το βόρειο τμήμα της Αφρικής αποτελούσε ημιαυτόνομο τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, σε αντίθεση με τα περιβάλλοντα που κείτονταν στην Υποσαχάρια περιοχή. Κάποιες από τις κτήσεις αυτές, οι Ισπανοί κυρίως, τις παρέδωσαν μετά τον 18ο αι. στους Βρετανούς, όταν άρχισε η παρακμή του ισπανικού κράτους.

 

Η αποίκηση και εκμετάλλευση τού αφρικανικού εδάφους από τους Ισπανοπορτογάλους είχε διαφορετική κοινωνιολογική προβληματική από την αντίστοιχη των Γαλλοβρετανών, η οποία είχε γίνει αφενός σε ύστερους χρόνους από εκείνη των πρώτων αφετέρου οι πληθυσμιακές ομάδες που βρέθηκαν υπό την κηδεμονία των δευτέρων ήταν κυρίως αραβικές φυλές με ήδη διαμορφωμένη πολιτισμική αντίληψη, λόγω της πρόσδεσής τους με το Μουσουλμανισμό. Έτσι, τα περιβάλλοντα της Υποσαχάριας Αφρικής ήταν πιο εύκολο να διοικηθούν, παράλληλα δε, το δουλεμπόριο είχε ανθίσει ως παράγοντας που θα επιβοηθούσε στην ανάπτυξη των συγκεκριμένων ευρωπαϊκών κοινωνιών. Συγχρόνως, αυτό που πρέπει να σημειωθεί σε σχέση με τη Βόρειο Αφρική –που περιλαμβάνεται διπλωματικό- γεωγραφικά στη Μέση Ανατολή- είναι ότι το περιβάλλον της ανέκαθεν παρουσίαζε γεωπολιτικό ενδιαφέρον για τα δυτικά συμφέροντα, καθώς ήταν το πέρασμα για τις κτήσεις και τις εξερευνήσεις στην Άπω Ανατολή (με επίκεντρο τη «χώρα του μεταξιού»).

 

Οι Γάλλοι σε σχέση με τους υπόλοιπους αποικιοκράτες ήταν πιο φιλελεύθεροι και αυτό γίνεται αντιληπτό μέσα από δύο πολύ βασικές, κοινωνικό- πολιτικές παραμέτρους: α. ότι ίδρυαν –ως επί το πλείστον- προτεκτοράτα και όχι αποικίες, σεβόμενοι το πολιτισμικό υπόβαθρο των κοινωνιών αυτών, β. κατά τη διάρκεια της αποαποικιοποίησης, όταν η πλειονότητα των πρώην διοικούμενων ομάδων αποίκησαν στο γαλλικό κράτος, η Γαλλική Πολιτεία απαίτησε τον ίδιο σεβασμό που είχε επιδείξει ως αποικιοκρατική δύναμη στη χώρα τους και δεν τους αφομοίωσε, να επιδείξουν και αυτές στο γαλλικό κράτος. Όμως, επειδή αυτοί οι πληθυσμοί αυτοί και ο κοινωνισμός τους ήταν απότοκος του Μουσουλμανισμού, δεν μπόρεσαν να εγκλιματιστούν έως σήμερα, με αποτέλεσμα να είναι γκετοποιημένοι.

 

Και ενώ στη Βόρεια Αφρική, ο Δυτισμός και κυρίως ο Ευρωπαϊσμός, δεν μπόρεσαν να διεισδύσουν στον πολιτισμό της, καθώς αυτός είχε διαμορφωθεί στις Αρχές του Ισλάμ, αντίθετα στα αφρικανικά περιβάλλοντα αποτέλεσαν το υπόβαθρο οργάνωσης των κοινωνιών τους, μία παράμετρος που έγινε ιδιαίτερα αισθητή από την αποαποικιοποίηση μέχρι σήμερα (με τους εμφύλιους να μαίνονται έως τώρα). Στο αφρικανικό έδαφος, η κάθε ομάδα είχε δημιουργήσει έναν αυτόνομο πολιτισμό στη βάση τού τοπικισμού και όχι της φυλής, μία συνθήκη αποτέλεσμα της αποικιοκρατίας. Στο Ντοκιμαντέρ, What if Africa’s was never colonized, αναδεικνύεται ότι ο τρόπος οργάνωσης των κοινωνιών της Αφρικής (που ήταν υπό το καθεστώς επιτήρησης των Ισπανών) με βάση το χώρο κατοίκισης προσομοιάζει με τον τρόπο που δομήθηκε ο εθνικισμός στην Ισπανία. Παρενθετικά να αναφέρουμε για να γίνει αντιληπτό, ότι ο Ισπανικός Εθνικισμός στηρίζεται στην ανάδειξη των τοπικών χαρακτηριστικών μίας περιοχής, δυνατά να παραμερίσουν την έννοια τής δημογραφικής ενοποίησης ενός Κράτους. Η ταξική διαβάθμιση, αδυναμία της Κεντρικής Εξουσίας να παρέχει κοινό πολιτικό και κοινωνικό όραμα στους πολίτες της και η οικονομική ανομοιογένεια στις διάφορες περιφέρειες και γεωγραφικές ζώνες, καλλιέργησε στους Ισπανούς την πεποίθηση, ότι κάθε περιοχή διαθέτει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της με συνέπεια να βρίσκεται σε θέση αυτόνομης ανάπτυξης από το Κέντρο.

 

Η διάσταση αυτή ήταν και συνεχίζει να είναι ιδιαίτερα ευκρινής, καθώς ταυτόσημες εθνολογικά αφρικανικές φυλές βρέθηκαν να διοικούνται από διαφορετικούς πάτρωνες, ενώ η ίδια η γεωγραφική περιοχή που δυνητικά θα αποτελούσε ενιαίο πολιτειακό μόρφωμα είναι διασπασμένο σε δύο διαφορετικά κράτη, κατοικούμενο από διαφορετικές, εθνολογικές ομάδες που μετακινήθηκαν λόγω πατρώνων. Το πώς η αποικιοκρατία συμπεριφέρθηκε, αφήνοντας «αγκάθια» και «σημάδια» στις κοινωνίες της Αφρικής, με συνέπεια πολλοί από τους πληθυσμούς της να αποστρέφονται καθετί δυτικό (ίσως και ήταν από τους λόγους που ο Ισλαμισμός διείσδυσε εύκολα στα συγκεκριμένα περιβάλλοντα) φαίνεται και στα λόγια του μεγάλου, Νοτιοαφρικανού ακτιβιστή για τα ανθρώπινα δικαιώματα, Ντέσμοντ Τούτου: «Όταν ήρθαν οι ιεραπόστολοι στην Αφρική, είχαν τη Βίβλο και εμείς τη γη. Μας είπαν: ας προσευχηθούμε. Και εμείς προσευχηθήκαμε με κλειστά τα μάτια. Όταν τα ανοίξαμε, εμείς είχαμε τη Βίβλο και εκείνοι τη γη μας».

 

Η αλλοίωση του πολιτισμού των συγκεκριμένων πληθυσμιακών ομάδων, η διαμόρφωση των κοινωνιών τους σε αρχές που ήταν ξένες απέναντι στο πολιτισμικό απόθεμά τους, οι μακροχρόνιες έριδες σε φυλετικό επίπεδο, ως απότοκες της αποικιοκρατίας, οι φτωχές και υπανάπτυκτες οικονομίες που άφησαν οι Δυτικοί [έχοντας –εκ των υστέρων- τη μορφή των δωρητών (;;;)] και η επουσιώδης σημασία τής Αφρικής για τις δυτικές κοινωνίες, καθώς πλέον τα περιβάλλοντα με ενεργειακά αποθέματα αποτελούν περιοχές ενδιαφέροντος, όλα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα τα περισσότερα μορφώματα της αφρικανικής ηπείρου να συγκαταλέγονται σήμερα στο λεγόμενο Τρίτο Κόσμο. Οι Δυτικοί, αν και συνεχίζουν να έχουν το ρόλο του δωρητή στα συγκεκριμένα περιβάλλοντα, εντούτοις η μικρή σημασία που είχαν και έχουν –στο μεγαλύτερο μέρος τους- οι κοινωνίες αυτές για τα συμφέροντά τους, τα έχουν παραμελήσει διπλωματικά –εδώ και δεκαετίες- με συνέπεια τη διείσδυση του Ισλαμικού Κράτους.

 

Η Λιβύη και κάτω από ποιες προϋποθέσεις μπορεί να λειτουργήσει ως εμπόδιο στην περαιτέρω διείσδυση του Ισλαμισμού στο Σαχέλ και τα υπόλοιπα κράτη της Αφρικής: Η Δύση οφείλει με σοβαρό τρόπο να ενσκύψει πάνω στη Λιβύη. Το λιβυκό κράτος, αν και κατοικείται από αραβικές φυλές, ωστόσο η διαφοροποίησή του σε σχέση με τα υπόλοιπα αραβικά τής Βορείου Αφρικής είναι, ότι στον τρόπο οργάνωσης τής κοινωνίας του προσομοιάζει με τα πολιτειακά μορφώματα της ανατολικό-κεντρικό- δυτικής Αφρικής και της Νοτίου Αφρικής, δηλαδή στηρίζεται στο «φυλαρχισμό». Συγχρόνως δε, ήταν από τα κράτη που όχι μόνο δεν προσδέθηκαν στη διπλωματική επιρροή της Αιγύπτου, αλλά ο Μουαμάρ Καντάφι ανέλαβε την εξουσία, πολώνοντας σε ακραίο βαθμό τις σχέσεις του με τον Αμπντέλ Γκαμάλ Νάσερ, όταν ο δεύτερος συνέχισε να στηρίζει παρά την αποαποικιοποίηση της Λιβύης, το βασιλιά Ιντρίς, ο οποίος σε κάποιο βαθμό, υπόθαλπε τα συμφέροντα των ξένων που συνέχιζαν να υφίστανται στο λιβυκό κατεστημένο, παρά την ανεξαρτητοποίησή του το 1951. Θα πρέπει να επισημανθεί, ότι η Λιβυή ήταν ένα περιβάλλον που τελούσε υπό καθεστώς τριών πατρώνων. Αρχικά, των Ιταλών (από το 1914 μέχρι περίπου τη δεκαετία του 1930), για να πάρουν την «σκυτάλη» οι Βρετανοί, ενώ κάποιες περιοχές είχαν γαλλική διοίκηση. Το λιβυκό κράτος, αν και διέθετε (και διαθέτει) μεγάλα αποθέματα σε πετρέλαιο, εντούτοις λόγω του φυλαρχικού τρόπου οργάνωσης και της χαμαιλεοντικής πολιτικής που άσκησε ο Μουαμάρ Καντάφι απέναντι στους Ισχυρούς, στην πραγματικότητα, τα ξένα συμφέροντα δεν μπόρεσαν να εισχωρήσουν στο βαθμό και το εύρος που διείσδυσαν σε παρόμοια περιβάλλοντα της Μέσης Ανατολής.

 

Παράλληλα δε, είναι επιβεβλημένο να γίνει κατανοητό, αυτό που το βλέπουμε να γίνεται έντονα διακριτό την τελευταία δεκαετία. Οι κοινωνίες που αναπτύχθηκαν ακραιφνώς σε στοιχεία τοπικισμού δεν μπορούν να «διαφύγουν» από την κοινωνιολογική «μοίρα» τους. Και τι θέλουμε να πούμε με αυτό, καθώς κάποιος από τους αναγνώστες μπορεί να αντιτείνει το γεγονός, ότι ο Καντάφι διακυβέρνησε τη Λιβύη σχεδόν 40 έτη. Ο Καντάφι κατάφερε (και εννοείται η φυλή του) να υπερισχύσει και να συνενώνει για πολλά χρόνια τις φυλές του κράτους του, καθώς ανέλαβε την εξουσία σε μία εποχή που όλα τα αποικιοκρατικά μορφώματα αναζητούσαν την αυθυπαρξία τους όχι μόνο από τους ξένους πάτρωνες, αλλά και από τους τοπικούς άρχοντες που υπέθαλπαν τον ευρωπαϊκό παράγοντα. Επίσης, ο Λίβυος άνδρας ήταν αυτός που με την πραξικοπηματική δράση του εναντίον του Ιντρίς έδωσε υπόσταση στο λαό, ως «απελευθερωτής». Όταν, όμως, η εποχή αυτή παρήλθε και στο προσκήνιο επανήλθαν Κινήματα, ιδιαίτερα γνωστά στον αραβικό Κόσμο, όπως οι Αδερφοί Μουσουλμάνοι, τα πρώτα αραβικά μορφώματα που συντάχθηκαν μαζί τους (εκτός από τους Αιγύπτιους που «γέννησαν» τη συγκεκριμένη οργάνωση), ήταν αυτά που στήριζαν διαχρονικά τον κοινωνισμό τους στη διάσταση της φυλής.

 

Έτσι λοιπόν, και κάτω από το πλαίσιο αυτό πρέπει να αναγνώσουμε τη λαϊκή επανάσταση του 2011, από την οποία ανατράπηκε ο Μουαμάρ Καντάφι. Ο δεύτερος εμφύλιος που συντελέστηκε λίγα χρόνια αργότερα και μαινόταν μέχρι το Φεβρουάριο, όταν ανέλαβε και η μεταβατική κυβέρνηση, έγινε πάλι μεταξύ των φυλών της περιοχής, ενώ το πολιτικό, κυβερνητικό σχήμα που θα οδηγήσει τη χώρα στις εκλογές τον προσεχή Δεκέμβριο (και πιο συγκεκριμένα στις 24), απαρτίζεται από πρόσωπα που προέρχονται από διάφορες τοπικές ομάδες, οι οποίες την τελευταία δεκαετία ξεχωριστά η μία από την άλλη έχουν αναπτύξει διαφορετική δυναμική απέναντι στις ισχυρές χώρες.

 

Είναι γεγονός ότι σε πολύ μεγάλο ποσοστό, η Τουρκία «εμφανίστηκε» στο ευρύτερο περιβάλλον της αφρικανικής ηπείρου, με μέσο τη Λιβύη, η οποία όλα αυτά τα χρόνια είχε αναπτύξει σχέσεις με χώρες της αφρικανικής ηπείρου. Καθώς, η Δύση, όλες αυτές τις δεκαετίες δεν μπόρεσε να αντιληφθεί, ότι το λιβυκό κράτος λόγω των κοινωνικών και κοινωνιολογικών χαρακτηριστικών που έχει με χώρες της Αφρικής διαμόρφωνε πολιτικό- διπλωματικά «δοχεία» που συγκοινωνούσαν ιδεολογικά μεταξύ τους, δεν είχε δώσει τη δέουσα προσοχή τόσο στην αφρικανική ήπειρο όσο και ειδικότερα σε επιμέρους πολιτειακά μορφώματά της.

 

Και το ερώτημα που τίθεται, είναι αν πλέον είναι πολύ αργά να αντιδράσει, όχι μόνο ο δυτικός, αλλά ευρύτερα ο διεθνής παράγοντας απέναντι στην περαιτέρω κατίσχυση τού ισλαμικού φονταμενταλισμού στην Αφρική; Μία σειρά προτάσεων για το πώς οφείλουν οι Ισχυροί να χειριστούν τον παράγοντα «Λιβύη», προκειμένου να ανακόψουν την ισχυροποίηση των Τζιχαντιστών στο αφρικανικό έδαφος είναι:

 

1.Να επιδείξουν αποφασιστικότητα και να εφαρμόσουν πλήρως τις Συνθήκες και τα Πρωτόκολλα του ΟΗΕ, καθώς και τη Συνθήκη της Λουάντα για το μισθοφορισμό. Ο μισθοφορισμός είναι ποινικό αδίκημα και τυγχάνει εφαρμογής τόσο στο Δίκαιο της Ένοπλης Σύρραξης όσο και στο Δίκαιο της Ανθρωπιστικής Επέμβασης. Ο ΟΗΕ πρέπει να εκδώσει άμεσα νέα ψηφίσματα μετά από αυτά του 2011 και τα πιο πρόσφατα που έκαναν λόγο για την ανθρωπιστική κρίση, στα οποία όμως αυτήν τη φορά θα γίνεται μοναδικά λόγος για την απόσυρση των μισθοφορικών στρατευμάτων. Σε περίπτωση κατά την οποία η Κυβέρνηση της Λιβύης συνεχίζει να παραβιάζει τα ψηφίσματα και να μην υιοθετεί πιο αποφασιστικές ενέργειες για την απομάκρυνση των μισθοφόρων, ο ΟΗΕ, ενεργοποιώντας τον Αφρικανικό Σύνδεσμο να κινήσει τη διαδικασία επέμβασης του ΝΑΤΟ. Φυσικά, επειδή το νομικό πλαίσιο που υφίσταται αυτήν την στιγμή κάτω από ποιες προϋποθέσεις μπορεί να δοθεί άδεια στο ΝΑΤΟ από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ για να επέμβει αφενός, αφετέρου επειδή αυτήν την στιγμή η Λιβύη υποτίθεται ότι με τη μεταβατική Κυβέρνηση έχει μπει σε κατάσταση εσωτερικής εξομάλυνσης, και μία τέτοια επέμβαση- παρέμβαση θα παραβίαζε μία σειρά Κανόνων του Διεθνούς Δικαίου, ωστόσο πρέπει να πούμε, ότι υπάρχουν προηγούμενες αποφάσεις, όπου το ΝΑΤΟ είχε το ρόλο του «παρατηρητή». Η επιτήρηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση για το εμπάργκο όπλων είναι μία πολύ σημαντική κίνηση, όμως στην παρούσα περίπτωση και έτσι όπως εδώ και καιρό εξελίσσονται τα πράγματα, χρειάζονται πιο δραστικές κινήσεις από τη Διεθνή Κοινότητα, επιδεικνύοντας αποφασιστικότητα. Φυσικά, στο ΝΑΤΟ υφίσταται ως μέλος η χώρα που έχει εγκαταστήσει τα μισθοφορικά στρατεύματα στη Λιβύη. Όμως, κάτω από το πλαίσιο αυτό, η Τουρκία έρχεται απέναντι στις άμεσες ευθύνες της,

2. Η Λιβύη δεν πρέπει να μείνει εκτός EastMed και του θεσμικού οργάνου, του EastMed Gas Forum,

3. Η Γαλλία και η Ιταλία είναι δύο κράτη, που έχοντας παρελθόν στη Λιβύη μπορούν να «επενδύσουν» (ερμηνευμένη η λέξη ποικιλοτρόπως) στη συγκεκριμένη χώρα,

4. Η ενεργοποίηση συμφωνιών, κυρίως οικονομικής φύσης, ανάμεσα σε κράτη της ΕΕ και τη Λιβύη, αποτελεί ένα στιβαρό επιχείρημα που θα επαναφέρει τα ευρωπαϊκά κράτη στο εν λόγω περιβάλλον,

5. Ο φαινομενικά –και μόνο- διαχωρισμός της Λιβύης σε σφαίρες επιρροής των παλαιών Ευρωπαίων «πατρώνων» της, θα επιφέρει τη διαχείριση των φυλών από τους πρώην ξένους «καθοδηγητές» του κράτους. Η προβληματική αυτή της «διαχείρισης» των φυλών είναι μία συνθήκη που δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται εξ απαλών ονύχων, αλλά είναι επιβεβλημένο να γίνει σοβαρά και επισταμένα. Γιατί, στο λιβυκό περιβάλλον δεν υπάρχουν «κανταφικοί» και «αντικανταφικοί», «καθεστωτικοί» και «αντιφρονούντες». Υπάρχει μία συνισταμένη με πολλές συνιστώσες που ονομάζονται φυλές.

 

 

The Insurgency in Cabo Delgado is an ongoing conflict in Cabo Delgado Province, Mozambique, mainly fought between Islamist militants attempting to establish an Islamic state in the region, and Mozambican security forces. Areas under control of insurgents (in gray)

Η Μοζαμβίκη μετά τα γεγονότα της 24ης Μαρτίου- Η διαχείριση της κρίσης από το Διεθνές Σύστημα: Στη καυτή λίστα των γεωπολιτικών ανταγωνισμών ισχύος, έχει υψίστη σημασία αυτό που συμβαίνει στη Νοτιοανατολική Αφρική, συγκεκριμένα στη Μοζαμβίκη. Σε ένα έθνος με περίπου 30 εκατομμύρια κατοίκους που είναι ένα από τα πιο φτωχά και υποανάπτυκτα κράτη στον κόσμο. Μόνο το 19% του πληθυσμού είναι μουσουλμάνοι, αλλά ξεκίνησε ένας ανηλεής πόλεμος του Ισλάμ, έτσι υπάρχουν προβλήματα τα οποία χειροτερεύουν.

 

Σποραδικές συγκρούσεις ξέσπασαν βόρεια της Μοζαμβίκης τη περασμένη εβδομάδα, καθώς χιλιάδες κάτοικοι κρύβονται γύρω από την πολιορκημένη βόρεια πόλη στην Πάλμα, προσπαθώντας να ξεφύγουν από την περιοχή που κατακλύστηκε από τζιχαντιστές μαχητές. Αντάρτες που συνδέονται με τις εξτρεμιστικές ομάδες του Ισλαμικού Κράτους ξεκίνησαν επιδρομές για να κατακλύσουν την παράκτια πόλη, λεηλατώντας κτίρια και αποκεφαλίζοντας αμάχους. Δεκάδες έχουν σκοτωθεί ενώ μάρτυρες περιγράφουν τα γεγονότα ως μια συντονισμένη επίθεση, μόλις 10 χιλιόμετρα από τις εγκαταστάσεις εργοστασίου φυσικού αερίου, αξίας πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων, συμφερόντων της γαλλικής Total. Οι συγκρούσεις συνεχίζονται όπως δήλωσε η υπηρεσία ανθρωπιστικών υποθέσεων του ΟΗΕ, προσθέτοντας ότι «χιλιάδες» κατέφυγαν και αναζήτησαν καταφύγιο κοντά στον τόπο εξερεύνησης φυσικού αερίου. Η επιδρομή αυτή ήταν μια σημαντική κλιμάκωση της εξέγερσης από τζιχαντιστές που έχουν καταστρέψει τη βόρεια Μοζαμβίκη από το 2017, με σκοπό την ίδρυση ενός ισλαμικού χαλιφάτου.

 

Αυτό το φτωχό έθνος, κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου, επέλεξε το σιδηρούν παραπέτασμα και μετά από έναν 15ετή εμφύλιο πόλεμο ακολούθησε η ανεξαρτησία του, από την Πορτογαλία στα μέσα της δεκαετίας του ’70. Προσπάθησε να βρει ένα βηματισμό, αλλά δεν έχει καταφέρει τίποτα.

 

Φαίνεται ότι η Μοζαμβίκη δεν αντιμετωπίζει μόνο εσωτερικά προβλήματα. Αν και τα γαλλικά συμφέροντα απειλούνται, είναι πλήρως κατοχυρωμένα στο Σαχέλ με τις διαθέσιμες στρατιωτικές δυνάμεις και χρήματα. Η πρώην αποικιακή δύναμη, η Πορτογαλία δεν διαθέτει ισχύ για να μπορεί να βοηθήσει. Η Ζιμπάμπουε και η Νότια Αφρική έχουν αρκετά εσωτερικά ζητήματα για να αντιμετωπίσουν αυτή τη κατάσταση. Η Ρωσία πιθανότατα  δεν θα εμπλακεί για τον πρώην σοβιετικό εταίρο, καθώς έχει να αντιμετωπίσει σοβαρότερα προβλήματα με την Ουκρανία αλλά και τη Συρία.

 

«Έκθεση της Αφρικανικής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Δικαιωμάτων των Λαών, 30.3.2021: Η Αφρικανική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και των Λαών παρακολούθησε με ανησυχία μέσω του Εισηγητή της Έκθεσης τα γεγονότα στην περιφέρεια της Πάλμα, στην επαρχία Κάμπο Ντελγκάμπο, στη Βόρεια Μοζαμβίκη μετά την εισβολή ένοπλων επαναστατών, την Τετάρτη 24 Μαερτίου, αφήνοντας ίχνη θανάτου και καταστροφής. Η Επιτροπή ανησυχεί επίσης για τις ειδήσεις σχετικά με τον χωρισμό των οικογενειών, τον εξανδραποδισμό αμάχων μετά τις επιθέσεις και τις υλικές ζημιές που υπέστησαν οι κτιριακές  υποδομές της περιοχής. Η Επιτροπή λυπάται βαθειά για την απώλεια της ζωής και στέκεται με αποτροπιασμό στις εικόνες με την απάνθρωπη,  δημόσια έκθεση των νεκρών στους δρόμους. Καταδικάζει επίσης έντονα τις επιθέσεις εναντίον του ανυπεράσπιστου πληθυσμού και την καταστροφή αγαθών και υποδομών, οι οποίες θα αντικατοπτρίζονται στις διαρκώς επιδεινούμενες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες των πληθυσμών αυτής της περιοχής και των γύρω περιοχών. Η Επιτροπή επιθυμεί να υπενθυμίσει με σεβασμό στην Κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Μοζαμβίκης, ότι έχει αναλάβει υποχρεώσεις βάσει του Αφρικανικού Χάρτη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Λαών, του Χάρτη για τα Δικαιώματα του παιδιού και επιμέρους δικαιωμάτων, όπως αυτά κατοχυρώνονται στα διεθνή και περιφερειακά κείμενα για την ανθρωπιστική βοήθεια. Επιπλέον, η Επιτροπή καλεί το κράτος της Μοζαμβίκης, για άλλη μία φορά να καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια, για να διασφαλίσει την ειρήνη και την ηρεμία στους πολίτες τής μαρτυρικής επαρχίας, Κάμπο Ντελγκάμπο, η οποία από καιρό έχει αποσταθεροποιηθεί από τρομοκρατικές ενέργειες».

 

Στη βάση της ανωτέρω Έκθεσης γίνεται αισθητή η ανθρωπιστική καταστροφή που συντελέστηκε στη Μοζαμβίκη μετά τη δράση των Τζιχαντιστών. Φυσικά, η επέμβαση του διεθνούς παράγοντα μπορεί να γίνει κάτω από πολύ ορισμένες προϋποθέσεις, για να μην παραβιαστούν μία σειρά Κανόνων του Διεθνούς Δικαίου (με πρώτη και κυρίαρχη την αυτονομία του κυρίαρχου κράτους). Όμως, επειδή η Ανθρωπιστική Κρίση είναι ιδιαίτερα εμφανής, η οποία στοιχειοθετείται όχι μόνο της Εκθέσεως του συγκεκριμένου θεσμικού οργάνου, αλλά και μέσω της  έκκλησης που γίνεται από αυτό στην κυβέρνηση του Κράτους της Μοζαμβίκης να αναλάβει την πρωτοβουλία και πράττοντας τις κατάλληλες ενέργειες για την ενεργοποίηση των αρμόδιων διεθνών οργάνων, όπως είναι ο ΟΗΕ, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, όπως έπραξε και στο παρελθόν σε ανάλογες κρίσεις, είναι υποχρεωμένο να κινήσει τις ανάλογες διαδικασίες, χρησιμοποιώντας ακόμα και το ΝΑΤΟ.

 

Παρόλο η Μοζαμβίκη που δεν ήταν ποτέ στη σφαίρα επιρροής των ΗΠΑ, φαίνεται ότι θα υπάρξει προσπάθεια να βοηθήσουνε. Έτσι παρακολουθούμε να αυξάνεται η παρουσία Ναυτικών δυνάμεων στη περιοχή με συνεργασία και γαλλικών πλοίων. Η Γαλλική επιχειρησιακή Ομάδα του Ναυτικού (Marine Nationale) Charles de Gaulle (CSG) ανέλαβε ήδη τη διοίκηση της Task Force (NAVCENT) της Κεντρικής Διοίκησης των ΗΠΑ (CTF) 50. Η Task Force 50 είναι ένα από τα στοιχεία των ναυτικών δυνάμεων των ΗΠΑ που αναπτύσσονται στην περιοχή του Αραβικού-Περσικού Κόλπου. Η Γαλλία συνεργάζεται εδώ και πολλά χρόνια με τις Ηνωμένες Πολιτείες για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, στο Σαχέλ, όπως και στο Levant. Το Charles de Gaulle CSG πιθανότατα θα είναι το πλοίο διοικήσεως για την CTF 50 έως ότου το αεροπλανοφόρο USS Dwight D.Eisenhower θα αναλάβει αργότερα τον Απρίλιο που πιθανότατα να καθυστερήσει στο χρονοδιάγραμμα, μετά το συμβάν του Ever Given στο κανάλι του Σουέζ.

 

Οι δυνάμεις των ειδικών επιχειρήσεων των ΗΠΑ εκτιμάται ότι θα υποστηρίξουν τις προσπάθειες της Μοζαμβίκης για την πρόληψη της εξάπλωσης της τρομοκρατίας και του βίαιου εξτρεμισμού. Είναι σαφές ότι οι ΗΠΑ προσπαθούν να επεκτείνουν την επιρροή τους. Όμως πρόκειται για μια περίπλοκη τοπική σύγκρουση όπου οι ΗΠΑ δεν θα μπορέσουν να αντιμετωπίσουν την εξέγερση με έναν πολύ απλουστευμένο τρόπο, καθότι έχουν να κάνουν με μαχητές και επέκταση του Ισλαμικού Κράτους. Άλλωστε, η κυβέρνηση των ΗΠΑ όρισε την Al-Shabab στη Μοζαμβίκη ως «ξένη τρομοκρατική οργάνωση», χαρακτηρίζοντάς την ως θυγατρική του ISIS.

Από την πλευρά της Κίνας, έχει  παρουσιαστεί το ενδιαφέρον να αυξήσει τις επενδύσεις στους τομείς των φυσικών πόρων, δηλαδή του πετρελαίου και του φυσικού αερίου. Οι κινεζικές επενδύσεις στη Μοζαμβίκη αυξάνονται κάθε χρόνο. Το εμπόριο μεταξύ των δύο χωρών βρίσκεται σε ικανοποιητικό ρυθμό και εκτιμάται ότι τα επόμενα χρόνια θα ενισχυθεί περαιτέρω από την αύξηση των επενδύσεων σε διάφορους τομείς. Σύμφωνα με τα διατιθέμενα στοιχεία, περίπου το 70% των άμεσων ξένων επενδύσεων στη Μοζαμβίκη πηγαίνει σε φυσικούς πόρους, κυρίως για πετρέλαιο και φυσικό αέριο, οπότε η Κίνα βρίσκει ευκαιρίες για επέκταση της συνεργασίας σε νέους επιχειρηματικούς τομείς και για να βοηθήσει την κινεζική επιχειρηματική κοινότητα στη Μοζαμβίκη.

 

Το ερώτημα που προκύπτει είναι αν συνεχίσει αυτή η σκέψη εφόσον η κατάσταση ασφαλείας αρχίσει να επηρεάζει τα κινέζικα συμφέροντα. Έτσι εκτιμάται ότι κάποια στιγμή η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας θα αρχίσει να δοκιμάζει τα νέα της παιχνίδια και αυτό που βλέπει ως τη θέση της στον κόσμο κάπου αλλού εκτός του Δυτικού μετώπου. Οπότε ο στρατιωτικός ανταγωνισμός μεγάλης ισχύος είναι πιθανό να λάβει τη μορφή πολέμου δι’ αντιπροσώπων στον οποίο η Ουάσιγκτον και το Πεκίνο θα βοηθούν τους ανταγωνιστές σε μια ενδοκρατική σύγκρουση. Ο πόλεμος δι’ αντιπροσώπων θα μπορούσε να κλιμακωθεί με απροσδόκητους και δαπανηρούς τρόπους, καθώς η Ουάσιγκτον και το Πεκίνο προσπαθούν να χειραγωγήσουν πολλές φορές με εμφύλιους πολέμους τις μακρινές χώρες, επιταχύνοντας τη δέσμευσή τους για να αποφύγουν την ήττα του δικού τους εταίρου και να ανταποκριθούν σε τοπικούς αναπληρωτές που επιδιώκουν να επιβάλλουν τη δική τους ατζέντα.

 

=============================

*Ο Υποναύαρχος (εα) Δημήτριος Τσαϊλάς ΠΝ δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου, είναι μέλος και ερευνητής του Ινστιτούτου για την Εθνική και Διεθνή Ασφάλεια.

**Η Άννα Κωνσταντινίδου είναι Ιστορικός- Διεθνολόγος, Διδάκτωρ Δημοσίου Δικαίου & Πολιτικής Επιστήμης της Νομικής Σχολής ΑΠΘ. Εργάζεται ως Μεταδιδακτορική Ερευνήτρια στην ίδια Σχολή. Είναι εξωτερική συνέργατιδα στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου (ΑΔΙΣΠΟ), επιστημονική συνεργάτιδα και μέλος του Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών (ΕΛ.Ι.Σ.ΜΕ.).

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία/ ιστότοποι

Παναγιώτης Γκλαβίνης, Διεθνές Οικονομικό Δίκαιο- Γενικές Αρχές/Διεθνές Εμπόριο/Ξένες Επενδύσεις, Αθήνα-Θεσσαλονίκη: Σάκκουλας, 2009,

Λίνος- Αλέξανδρος Σισιλιάνος, Η Εξουσιοδότηση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ για χρήση βίας, Αθήνα- Κομοτηνή: Αντ. Ν. Σάκκουλας, 2003,

Δημήτρης Λιακόπουλος, Το Δίκαιο στην Ανθρωπιστική Επέμβαση, Αθήνα- Θεσσαλονίκη: Αντ. Ν. Σάκκουλας, 2001,

Συλλογικό έργο, Αντιμέτωποι με τη φτώχεια- Η Δύση και οι φτωχοί χθες και σήμερα, Αθήνα: Κατάρτι, 1996,

https://www.achpr.org

 

 

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail