26/07/2021

Geopolitics & Daily News

Global news on Economy, Security, Politics and more

Το Σουδανικό Ζήτημα και η Αιγυπτιακή Διπλωματία

της Δρ Άννας Κωνσταντινίδου*

Ιστορικός- Διεθνολόγος

 

Ο Έλληνας πρωθυπουργός, κ. Κυριάκος Μητσοτάκης κατά τη χθεσινή επίσκεψή του στην Αίγυπτο στην κοινή δήλωσή του με τον Πρόεδρο, κ. Αλ Σίσι ανέφερε ότι : «η Ελλάδα στηρίζει την Αίγυπτο στο ζήτημα του φράγματος της Αιθιοπίας».

Και εκεί που πρέπει να ενσκήψει αυτή την στιγμή η Διεθνής Διπλωματία όσον αφορά τη διένεξη για την κατασκευή του υδροηλεκτρικού φράγματος στην Αιθιοπία, δεν είναι πώς αντιδρούν ή θα αντιδράσουν τα δύο ενδιαφερομένα κράτη, αλλά το ρόλο που θα διαδραματίσει για άλλη μία φορά μετά το μακρινό 1924 και κυρίως το 1955 το Σουδάν (ως ενιαία γεωγραφική περιοχή) και το σημαίνοντα ρόλο που θα έχει στις εξελίξεις, κι αυτό γιατί πλέον υφίσταται και μία Τουρκία να καραδοκεί.

Το Σουδάν και εξαιτίας του γεγονότος ότι από το 2011 αποτελεί δύο διαφορετικές πολιτειακές οντότητες, είναι μία συνθήκη που πρέπει αυτήν την περίοδο να απασχολήσει τη Δύση, για να μην χαθεί ο έλεγχος, όπως έγινε στην περιοχή του Σαχέλ.

Το Σουδάν για να καταλάβουμε το ρόλο που έχει στην αιγυπτιακή Διπλωματία, τουλάχιστον μέχρι το 1956 (αλλά και ως φαίνεται διαχρονικά) θα πρέπει να το παραλληλίσουμε στις βασικές του διαστάσεις με τη σημασία που φέρει η Κύπρος για την Τουρκία.

Όσοι έχουμε μελετήσει τη Διπλωματική και Πολιτική Ιστορία της Αιγύπτου, που διαμόρφωσαν τις εξελίξεις του 1956 (αλλά και φυσικά αργότερα ως προς το ρόλο, τον οποίο θα διαδραμάτιζε στην περιοχή του το αιγυπτιακό κράτος) καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι δύο ήταν (και πάντοτε θα είναι) τα ζωτικής σημασίας συμφέροντά της, α. Ο Νείλος β. Η διώρυγα του Σουεζ.

Το Σουδανικό Ζήτημα είναι ο ενδιάμεσος κρίκος των δύο αυτών ζητημάτων που επίσπευσε τις εξελίξεις του 1956 ή για να είμαι πιο ακριβής (και στη βάση των όσων διαδραματίζονται), ότι η περιοχή του Σουδάν (ως ενιαίος γεωγραφικός χώρος) , πάντοτε θα είναι ως η αχίλλειος πτέρνα της αιγυπτιακής Διπλωματίας (και δεν είναι καθόλου αδόκιμος ο όρος).

Για να καταλάβουμε τι σημαίνει φράγμα της Αιθιοπίας για τα συμφέροντα της Αιγύπτου θα αναφέρουμε αυτό που έγραψε ένας Κόπτης Αιγύπτιος το 1901, ο Joseph Nahas για το Νείλο ποταμό: «… Ο Νείλος είναι για την Αίγυπτο το ζωτικό κομμάτι. Υπάρχει μία ρήση εδώ και είκοσι τέσσερεις (24) αιώνες που λέει τα εξής : Η Αίγυπτος υπάρχει χάρη στο Νείλο… Η Αίγυπτος είναι μία αγροτική χώρα. Η βιοτεχνία μεταποίησης δεν είναι τόσο σημαντική και παράγει μόνο συγκεκριμένα είδη που έχουν ως πρώτη ύλη το βαμβάκι, επίσης υπάρχει παραγωγή ζάχαρης, ρυζιού και κάποιων σπόρων… Η Αίγυπτος ευχαριστεί τον Νείλο. Ο Νείλος ανήκει στο Κράτος, από τα νερά μέχρι τις εκβολές του. Το Κράτος είναι ο κυρίαρχος και καθορίζει μέχρι και τις καλλιέργειες που θα φυτευθούν.»

Εκτός των παραπάνω, ο Νείλος ήταν εμπορικό πέρασμα και για μεγάλο χρονικό διάστημα αποτέλεσε τον αριβιστικό μίτο διασφάλισης των οικονομικών συμφερόντων και επιδιώξεων της ευρωπαϊκής διπλωματίας (σημείο του οποίου γέννησε το Σουδανικό Ζήτημα), στάθηκε αργότερα η αφορμή (λόγω Διώρυγας Σουεζ) να διαρραγεί η ενιαία πολιτική που μέχρι τότε (μέσα 20ου αιώνα) είχε ακολουθηθεί από τους Δυτικούς.

Στην έκθεση του Άγγλου αξιωματούχου Μίλνερ το 1922 (υπάρχει στο Ιστορικό Αρχείο του Ελληνικού ΥπΕξ) αναφέρεται ότι ο εχθρός των φελλάχων (δηλαδή του αιγυπτιακού πληθυσμού που κατοικούσε στις παρίσθμιες περιοχές) ήταν οι ομάδες, ανεξαρτήτως καταγωγής, που θα προσπαθούσαν να πάρουν από τα χέρια τους το Νείλο.

Καθώς, όπως αναφέραμε ο Νείλος και το Σουεζ ήταν (και είναι οι ζωτικοί χώροι της Αιγύπτου), το Σουδάν ως πολιτική και διπλωματική παράμετρος ήταν το θέμα που δημιουργούσε και δημιουργεί παρεμβολές στα συμφέροντα του αιγυπτιακού κράτους, τότε με τους Άγγλους, τώρα – αν η Δύση δεν δει σοβαρά το θέμα φράγμα Αιθιοπίας και το αντιμετωπίσει ως μία απλή διένεξη ανάμεσα σε δύο χώρες για μία επένδυση- τότε το Σουδάν ως ενιαία περιοχή, αλλά και ειδικότερα το Νότιο Σουδάν θα γίνει ο χώρος όπου Αιθίοπες του Ερντογάν, θα το «διαμορφώσουν» ως δεύτερη Λιβύη (παρά το γεγονός ότι ο Α’ Εμφύλιος Πόλεμος στο Σουδάν έγινε το 1956, λόγω των θρησκευτικών διαφορών πρωτίστως και δευτερευόντως των φυλετικών, με ένα χριστιανικό νότο να επιδιώκει να αποκοπεί από ένα μουσουλμανικό βορρά).

Δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει αυτό, καθώς τα περιβάλλοντα αυτά διέπονται κυρίαρχα από εθνοτοπικές- φυλετικές αντιλήψεις και δευτερευόντως από τη διάσταση των πολιτειακών αρχών, στη βάση των οποίων οργανώθηκαν τα δυτικά κράτη ως αυτόνομες οντότητες. Ακόμα και να θεωρούνται κυρίαρχα κράτη (με ο, τι αυτό συνεπάγεται στη βάση της Πολιτειολογίας), οι κοινωνίες τους διέπονται και κυριαρχούνται από τις παραδοσιακές αξίες, έτσι όπως διαορφώνονται από την κάθε φυλή.

Και επίσης, δεν πρέπει να ξεχνάμε, καθώς το βλέπουμε πολύ συχνά, Νότιο Σουδάν και Αιθιοπία είναι συγκοινωνούντα δοχεία από κάθε άποψη.

Επίσης πρέπει να πούμε αυτό, γιατί η Ιστορία και η Διπλωματία ενός γεωγραφικού χώρου, όχι μόνο δεν παρουσιάζει χάσματα «ερμηνείας» και διαχείρισης, αλλά υφίσταται μόνο συνέχεια (και κυρίως για τη Διπλωματία, διαχρονικά κάτω από ενιαία βάση). Το Σουδανικό και το Παλαιστινιακό ήταν Ζητήματα που επανέρχονταν στο διπλωματικό προσκήνιο κάθε φορά που υπήρχε πολιτικός αναβρασμός στο εσωτερικό κατεστημένο της Αιγύπτου, καταδεικνύοντας στην πραγματικότητα την “ενδόμυχη” αναγνώριση από τη Διεθνή Διπλωματία της συμπλεκτικής εθνολογικής σχέσης μεταξύ της πλειονότητας (εκτός των Τούρκων, στη βάση των αραβικών νομάδων) των μουσουλμανικών πληθυσμών που διέμεναν στον ευρύτερο νοτιοανατολικό, μεσογειακό χώρο. Τα συγκεκριμένα θέματα στάθηκαν πολλές φορές ως οι αφορμές, ώστε από τη μια μεριά να επανακαθοριστούν οι σχέσεις των λαών της μεσανατολικής περιοχής, ιδιαίτερα τη δεκαετία του 1950, από την άλλη πλευρά να προκριθεί η συσπείρωση των αραβικών πληθυσμών, πλέον σε εθνικά και φυλετικά ερείσματα.

Άλλωστε, το εσωτερικό πολιτικό κατεστημένο της Αιγύπτου, ιδίως από την στιγμή που ο Φουατ Α’ ανέλαβε (με τις «ευλογίες» της Μ. Βρετανίας) την εξουσία, το Σουδανικό έγινε πεδίο σφοδρής αντιπαράθεσης ανάμεσα στον ίδιο και το κόμμα της Ουαφντ, κατηγορώντας τον ότι ακόμα και σε αυτό το ζωτικής σημασίας θέμα για την Αίγυπτο έδειχνε ότι ήταν άθυρμα της βρετανικής διπλωματίας. Θα πρέπει να πούμε ότι η Ουαφντ ήταν το κόμμα που κινήθηκε και προσπάθησε να κάνει πράξη την ιδεολογία του Παναραβισμού, αποζητώντας με τις εξελίξεις που επέφερε ο Α’ΠΠ τόσο στην περιοχή όσο και σε διεθνές επίπεδο, την αυτονόμηση της Αιγύπτου από τα βρετανικά συμφέροντα και την εξ ολοκλήρου διευθέτηση των εκκρεμών ζητημάτων που άφηναν «παράθυρο» στον παρεμβατισμό των Άγγλων στα εσωτερικά τους θέματα. Ένα από τα ζητήματα αυτά ήταν το Σουδανικό. Η σουδανική υπόθεση ήταν η αφορμή που χρησιμοποιούνταν στη «διπλωματική φαρέτρα» των Αιγύπτιων ριζοσπαστών ηγετών, κάθε φορά που το αιγυπτιακό κατεστημένο ήθελε να εναντιωθεί στην αποικιοκρατική πολιτική των Ευρωπαίων (ακόμα και κυρίως μετά το 1920, όταν η Αίγυπτος τέθηκε σε καθεστώς «Εντολής»).

Το Σουδάν τελούσε υπό καθεστώς αγγλοαιγυπτιακής επιτήρησης ήδη από τα τέλη του 19ου αι.. Ο εθνικιστικός παροξυσμός, ο οποίος έλαβε μεγάλες διαστάσεις στην αιγυπτιακή κοινωνία τη δεκαετία του 1920, εξαιτίας των «κόκκινων διαπραγματευτικών γραμμών» ανάμεσα σε Βρετανούς και Αιγυπτίους συντέλεσε σε ακραία γεγονότα, όπως ήταν η δολοφονία Άγγλων αξιωματούχων το 1924. Οι Βρετανοί τότε, ως αντίποινα, ζήτησαν από τους Αιγυπτίους χρηματική αποζημίωση και την αποχώρηση των αιγυπτιακών στρατευμάτων από το Σουδάν.

Όμως, καθώς η Σοβιετική Ενωση, καθώς είχε αρχίσει να παρεμβαίνει έντονα στα ζητήματα της Μέσης Ανατολής και με ένα Παλαιστινιακό να θέτει στους Ευρωπαίους την αναγκαιότητα επανακαθορισμού της αποικιοκρατικής πολιτικής τους στην ευρύτερη περιοχή, τελικά δεν πίεσαν τους Αιγυπτίους περαιτέρω με το Ζήτημα του Σουδάν, το οποίο τέθηκε σε εκ νέου διαβούλευση ανάμεσα στις δύο πλευρές το 1937 (Συνθήκη του Montreux για τη διευθέτηση του καθεστώτος των Διομολογήσεων στη Μέση Ανατολή. Το καθεστώς των Στενών είχε διευθετηθεί πάλι στο Montreux ένα χρόνο νωρίτερα), όπου αποφασίστηκε το θέμα να τεθεί σε διεθνή επιτήρηση με την προϋπόθεση, οι ίδιοι οι Σουδανοί πολίτες να αποφασίσουν στο μέλλον το πολιτειακό κατεστημένο τους.

Το 1954, όταν ο Νάσερ ανέλαβε την εξουσία έβαλε ως στόχο της πολιτικής του να δώσει “σάρκα και οστά” στην ιδεολογία του Παναραβισμού με την πρόκριση μίας ομοσπονδιακής ενοποίησης των μεσανατολικών χωρών. Στο ίδιο διάστημα και μέσα στο πλαίσιο αυτό, ο Αιγύπτιος Πρόεδρος είχε καταφέρει να αποσπάσει από τους Βρετανούς μία ανανεωμένη συμφωνία για το Σουδανικό Ζήτημα. Ο Νάσερ, επιλέγοντας μία φαινομενικά συμβιβαστική λύση, έριξε το «διπλωματικό γάντι» στους ίδιους τους Σουδανούς, δίνοντάς τους τη δυνατότητα να επιλέξουν οι ίδιοι – πλέον-σε διάστημα τριών ετών το πολιτειακό μέλλον τους.

Ωστόσο, οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι, έχοντας εισχωρήσει στις κύριες δομές του Σουδάν, ως αντίπαλο δέος του νασερισμού που ουσιαστικά ο δεύτερος είχε ερείσματα και απήχηση και στις άλλες φυλές και θρησκείες του σουδανικού κατεστημένου επέφεραν μία σειρά αλυσιδωτών αντιδράσεων (και λόγω της Συμφωνίας της Βαγδάτης που διεσπασε τους Άραβες) με συνέπεια τα γνωστά γεγονότα του Α’ Εμφυλίου που έγιναν το 1956, ταυτόχρονα με την ανεξαρτητοποίηση του κράτους από την αγγλοαιγυπτιακή επιτήρηση.

Ωστόσο το Σουδάν δεν μπόρεσε να ορθοποδήσει ποτέ πολιτικά και πολιτειακά, όντας το κράτος σε διαρκή εμφύλιο μέχρι το 2011 (τερματισμός του Β’ Εμφυλίου Πολέμου), λόγω των έντονων ιδεολογικών εριδων σε θρησκευτικό και φυλετικό επίπεδο. Και φυσικά, το Δυτικό Σουδάν ήταν (και συνεχίζει να αποτελεί) μία συνθήκη που λόγω της εποίκησής του από αραβικά, νομαδικά φύλα δημιουργούσε ακόμα πιο έκρυθμο το κλίμα ανάμεσα σε βόρειο και νότιο Σουδάν, ανάλογα πάντοτε και το πόσο ακραίος ισλαμιστής ήταν ο ηγέτης του βόρειου τμήματος του Σουδάν.

Όπως καταλαβαίνουμε το σουδανικό κατεστημένο παρουσιάζει μία πολυπλοκότητα σε ερμηνευτικό, διπλωματικό επίπεδο, καθώς η Διεθνής Διπλωματία δεν πρέπει απλά να δει τη θρησκεία ή τη φυλή σε Βορρά, Νότο και Δυτική πλευρά ή ποιος είναι ο σημερινός ηγέτης του κάθε τμήματος, αλλά οφείλει να προσεγγίσει την Ιστορία όλου αυτού του γεωγραφικού τμήματος αρχικά ως ενιαία οντότητα από το 1956 και μετά, να διαβάσει τις σχέσεις όλων ανεξαίρετα των φυλών (ακόμα και με κοινό εθνοτικό πρόσημο) και κυρίως να δει πώς επέδρασαν όλες αυτές τις δεκαετίες των συνεχόμενων εμφυλίων πολέμων τα γειτονικά κράτη (πχ Αίγυπτος, Αιθιοπία, Λιβύη κτλ) και πώς το Σουδάν ήταν και είναι για την Αίγυπτο, λόγω του Νείλου, μία «αχίλλειος πτέρνα».

Και μπορεί το Σουδάν (και εννοείται το Βόρειο) να συντάσσεται με την Αίγυπτο τώρα (θα πρέπει να πούμε ότι συμμετέχει στις σχετικές τριεθνείς Συμφωνίες, με Αίγυπτο και Αιθιοπία), αλλά το Νότιο Σουδάν «βλέπει» και προς την Αιθιοπία και αυτό είναι μία συνθήκη που οι Τούρκοι θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν, ώστε να βάλουν «φωτιά» στη σουδανική περιοχή (και έχοντας τους Αιθίοπες μισθοφόρους), επιφέροντας δυσμενείς συνέπειες (μέσω των Αδελφών Μουσουλμάνων) στην Αίγυπτο.

Οπότε μπορεί αυτήν την στιγμή τα «νερά του Νείλου», όπως εύστοχα το τελευταίο διάστημα οι αναλυτές επικεντρώνουν την προσοχή τους να θεωρούν ότι θα επισπεύσουν τις εξελίξεις στην περιοχή, όμως θεωρώ ότι η Διεθνής Διπλωματία δεν πρέπει να το δει ως ένα “τοπικό” ζητήμα, αλλά οφείλει να το «διεθνοποιήσει», γιατί, όπως προείπα θα καταστεί ένα δεύτερο Σαχέλ και μία δεύτερη Λιβύη για τα συμφέροντα της Δύσης.

 

*Η Δρ Άννα Κωνσταντινίδου είναι Ιστορικός- Διεθνολόγος, Διδάκτωρ Δημοσίου Δικαίου και Πολιτικής Επιστήμης της Νομικής Σχολής ΑΠΘ, ερευνήτρια της ίδιας Σχολής, Εξωτερική Συνεργάτιδα της Ανώτατης Διακλαδικής Σχολής Πολέμου και μέλος και ερευνήτρια του Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών (ΕΛ.Ι.Σ.ΜΕ.).

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail