Τρ. Σεπ 22nd, 2020

Geopolitics & Daily News

Global news on Economy, Security, Politics and more

Ας αναλύσουμε τους Βούλγαρους

Γράφει ο Υποπλοίαρχος Παναγιώτης Γέροντας ΠΝ,
Επιτελής Υπηρεσίας Ιστορίας Ναυτικού

 

 

Από την Εθνογένεση μέχρι και την Μάχη στο Κλειδί (1014)

Οι Πρωτοβούλγαροι ήταν στην πραγματικότητα ένα τουρκικό νομαδικό φύλο
καταγόμενο από την κεντρική Ασία, το οποίο μιλούσε μία αρχαία τουρκική γλώσσα, πρόγονο της σημερινής τσουβασικής, και σταδιακά μεταξύ 2ου – 4ου αιώνα μ.Χ., εγκαταστάθηκε στη στέπα βορείως της Αζοφικής Θάλασσας. Αυτό αποδεικνύεται από το όνομά τους (bulģa που σημαίνει ανακατεύω), τους τίτλους της ιεραρχίας τους, την σαμανιστική θρησκεία τους καθώς και το ημερολόγιο τους που είναι ίδια με των άλλων τουρκικών και μογγολικών φυλών της περιοχής.

Γύρω στα 668 μ.Χ, υπό την πίεση των Χαζάρων οι Πρωτοβούλγαροι διεσπάρησαν προς διάφορες κατευθύνσεις. Μία από αυτές τις ομάδες κατέλαβε την ΒΑ Βαλκανική ιδρύοντας τον 9ο αιώνα το Πρώτο Βουλγαρικό Βασίλειο.

(Σημείωση: οι Χάζαροι ήταν ημι-νομαδικός τουρκικός λαός, ο οποίος δημιούργησε ένα δυνατό κράτος πάνω στις σημαντικότερες εμπορικές αρτηρίες μεταξύ Βόρειας Ευρώπης και Νοτιοδυτικής Ασίας. Στις αρχές του 8ου αιώνα οι Χάζαροι βασιλιάδες και σημαντικό κομμάτι της αριστοκρατίας προσηλυτίστηκαν στον Ιουδαϊσμό, ενώ ο λαός ήταν πολυθρησκευτικός: ειδωλολάτρες, Μουσουλμάνοι και Χριστιανοί διαβιούσαν μαζί. Υπάρχει μια θεωρία – την οποία έχουν υιοθετήσει κυρίως αντισημίτες – ότι οι Ασκεναζίτες Εβραίοι προέρχονται από τους Χαζάρους….)

Το Βουλγαρικό “έθνος” προήλθε από την ανάμειξη τριών πληθυσμιακών ομάδων: των αυτοχθόνων πληθυσμών των βυζαντινών περιοχών, των πρώτων Σλάβων εποίκων που είχαν καταφθάσει πριν τους Πρωτοβούλγαρους και την πρωτοβουλγαρική αριστοκρατία. Μετά από μία μεταβατική περίοδο συγκρότησης του κράτους στα τέλη του 8ου αιώνα, η Βουλγαρία διαμορφώθηκε ως ισχυρό ομοσπονδιακό βουλγαρο-σλαβικό κράτος, επικεφαλής του οποίου ήταν ο “χάνος” (στις βυζαντινές πηγές – κῦρις, ἄρχων, ἀρχηγός). Μετά τη μάχη των Μαρκελλών (792) για τη Βουλγαρία ξεκίνησε μία περίοδος πολιτικής και στρατιωτικής ανόδου. Ο Κρούμος (803 – 814) διπλασίασε την έκταση της χώρας, σκότωσε το Βυζαντινό Αυτοκράτορα Νικηφόρο Α΄ (802 – 811) στη Μάχη της Πλίσκα (811) και εισήγαγε τον πρώτο γραπτό νομικό κώδικα.

Πάνω στα εδάφη της Βουλγαρίας διενεργήθηκε η πρώτη μεγάλη σύγκρουση μεταξύ του Πάπα και του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπολεως. Ο Βόρις ο Α’ βαφτίστηκε τελικά Χριστιανός Ορθόδοξος αποσπώντας όμως από το Πατριαρχείο το αυτοκεφαλο της Βουλγαρικής Εκκλησίας.

 

Ο Συμεών ο Μέγας

Ο γιος του, Συμεών ο Μέγας,  υπήρξε μια μεγάλη στρατιωτική και πολιτική φυσιογνωμία. Οι νίκες του κατά των Βυζαντινών, των Ούγγρων και των Σέρβων οδήγησαν τη Βουλγαρία στη μεγαλύτερη εδαφική επέκταση στην ιστορία της, καθιστώντας την το ισχυρότερο κράτος της Ανατολικής Ευρώπης. Διαποτισμενος από τον βυζαντινό πολιτισμό, αφού ο ίδιος σπούδασε στην Κωνσταντινούπολη, δημιούργησε αυλή κατά τα βυζαντινά πρότυπα δίνοντας μεγάλη έμφαση στις τέχνες και τα γράμματα. Έμαθε άπταιστα Ελληνικά, γι’ αυτό και αναφέρεται ως “μισός Έλληνας” στους Βυζαντινούς χρονοχράφους.

Το 894 ο Συμεών εισέβαλε στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία από τον Βορρά με το πρόσχημα ότι προστάτευε τους Βουλγάρους έμπορους που ο Αυτοκράτορας μετέφερε από την Κωνσταντινούπολη στην Θεσσαλονίκη, όπου πλήρωναν βαρύ φόρο. Συνάντησε ελάχιστη αντίσταση γιατί οι βυζαντινές δυνάμεις αντιμετώπιζαν αραβική εισβολή από την Ανατολή. Ο Αυτοκράτορας για να αντιμετωπίσει την βουλγαρική εισβολή κίνησε τους Ούγγρους εναντίον των Βουλγάρων. Ο Συμεών κατάφερε να επικρατήσει και ανάγκασε το Βυζάντιο να καταβάλει ετήσιο φόρο και να του παραδώσει εδάφη. Το όνειρό του ομως ήταν η Κωνσταντινούπολη…

Μετά την μεγάλη νίκη στην Αγχίαλο, οι Βούλγαροι κατηλθαν νοτιότερα και πολιόρκησαν την Κωνσταντινούπολη χωρίς όμως επιτυχία. Εν τω μεταξύ οι αποτυχίες των Βυζαντινών στα πεδία των μαχών έφεραν αλλαγές στα όργανα διακυβέρνησης: ο ναύαρχος Ρωμανός Λακαπηνός αντικατέστηκε τη Ζωή και έγινε αντιβασιλέας του νεαρού Κωνσταντίνου Ζ΄ το 919, στέλνοντας τη Ζωή σε μοναστήρι. Ο Ρωμανός αρραβώνιασε την κόρη του Ελένη Λακαπηνή με τον Κωνσταντίνο Ζ΄ και ανήλθε στην εξουσία ως συναυτοκράτορας τον Δεκέμβριο του 920. Η βυζαντινή διπλωματία παράλληλα υποκινούσε Σέρβους και Κροάτες εναντίον του Συμεών. Στις 27 Μαΐου 927 ο Συμεών πέθανε από καρδιακή ανεπάρκεια στο παλάτι του στην Πρεσλάβα.

ο Βυζαντινός Στρατός κατατροπώνει τον Βουλγαρικό, ενώ στο κάτω μέρος εικονίζεται η κηδεία του Σαμουήλ.

Μετά τον θάνατο του Συμεών το βουλγαρικό κράτος έχασε την ισχύ του και προσπαθούσε να διατηρήσει την ανεξαρτησία του από την Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Ο τσάρος της Βουλγαρίας Σαμουήλ Β’ κατήγαγε σημαντικές νίκες κατά των Βυζαντινών και των Σέρβων, αλλά είχε την ατυχία να έχει απέναντί του έναν από τους πιο δυναμικούς Αυτοκράτορες του Βυζαντίου, τον Βασίλειο Β’ τον ονομασθέντα και “Βουλγαροκτονο”. Στην Μάχη στο Κλειδί (29 Ιουλίου 1014) ο Βυζαντινός Στρατός κατέστρεψε ολοκληρωτικά τον Βουλγαρικό. Οι Βούλγαροι στρατιώτες αιχμαλωτίσθηκαν και τυφλώθηκαν μετά από διαταγή του Βασιλείου Β’, ο οποίος αργότερα πήρε το όνομα “Βουλγαροκτόνος”. Ο Σαμουήλ επέζησε από τη μάχη, αλλά πέθανε δύο μήνες αργότερα από καρδιακή ανεπάρκεια. Θεωρείται πώς πέθανε όταν είδε τους τυφλούς Βούλγαρους στρατιώτες. Η Βουλγαρία κατελήφθη ολοκληρωτικά, ενώ η βιαιότητα του Βασιλείου Β’ τρομοκράτησε τόσο πολύ τους Βουλγάρους που δεν απασχόλησαν τους Βυζαντινούς για τα επόμενα σχεδόν 170 χρόνια.

Στον χάρτη εικονίζεται η περιοχή των γεγονότων κατά το 1000 μ.Χ.. Διακρίνονται τα εδάφη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας καθώς και των Βουλγάρων.

Από την Μάχη στο Κλειδί μέχρι την οθωμανική κατάκτηση (1396)

Μετά την Μάχη στο Κλειδί και την τρομακτική τους ήττα από τους Βυζαντινούς και τον Βασίλειο Β’ τον Βουλγαροκτόνο, οι Βούλγαροι έκαναν 170 χρόνια για να εμφανιστούν εκ νέου ως κρατική οντότητα. Το 1185, οι Βλάχοι (πιθανώς όμως μεικτής καταγωγής αφού το esen στα Τούρκικα των Κουμάνων σημαίνει υγιής, ασφαλής) αδελφοί Πέτρος, Ιβάν – Ασέν και Ιωάννης ζήτησαν από τον Ισαάκιο Β΄ Άγγελο να τους παραχωρήσει επικράτεια. Ο Αυτοκράτορας τους απέπεμψε και αυτοί, εκμεταλλευόμενοι τη δυσαρέσκεια των Βουλγάρων για τους φόρους που πλήρωναν, εξεγέρθηκαν και ίδρυσαν το Βλαχο-Βουλγαρικό ή Β΄ Βουλγαρικό κράτος με ηγεμόνες τους αδελφούς Πέτρο Β΄, Ιβάν Α΄ και Καλο-Ιωάννη διαδοχικά και μετά τους απογόνους του Ιβάν Α΄.

Ο Πέτρος Β΄τραβά το ξίφος του

Προκάλεσαν εξέγερση του βουλγαρικού και βλάχικου πληθυσμού εκμεταλλευόμενοι την βαριά φορολογία. Για να πείσουν μάλιστα τους ντόπιους πλήρωσαν προφήτες που δήλωναν ότι θα τους υποστήριζε και ο Άγιος Δημήτριος. Ο Αυτοκρατορικός Στρατός κατέστειλε την εξέγερση αναγκάζοντας τον Ασέν να καταφύγει στους Κουμάνους από όπου επέστρεψε με στρατό. Σύντομα, απέκτησαν τον έλεγχο της περιοχής του Παριστρίου δημιουργώντας εκεί βουλγαρικό κράτος.

Ο Αυτοκράτορας του Βυζαντίου Ισάακιος Β’ Άγγελος

Η ενασχόληση του Αυτοκράτορα Ισαάκιου Β΄με τον Αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του γερμανικού έθνους Φρειδερίκο Βαρβαρόσα έδωσαν την ευκαιρία στους Ασέν να καταλάβουν και άλλα εδάφη.

Η δυναστεία των Ασέν κατάφερε να πετύχει την εδραίωση του δεύτερου βουλγαρικού κράτους. Τη δυναστεία τους ακολούθησαν οι δυναστείες των Μίτσο, Τιχ, Τέρτερ, Σισμάν και Στρασιμίρ, που τα μέλη τους ήταν απόγονοι εκ θηλυγονίας των Ασέν και για να εδραιώνουν τη θέση τους, έφεραν το επώνυμο Ασέν. Το βουλγαρικό κράτος τελικά κατελήφθη από τους Οθωμανούς το 1396 μ.Χ. .

Συμπερασματικά, θα μπορούσε να λεχθεί ότι οι Βούλγαροι του Μεσαίωνα είχαν διαποτιστεί από τον Μεσαιωνικό Ελληνικό Πολιτισμό. Παρά τις ανταγωνιστικές τους διαθέσεις, η ένταξη στον βυζαντινό πολιτισμό αποτέλεσε μια σαφέστατη πολιτική επιλογή. Αρκεί να σκεφτούμε την σημασία της γραφής (κυριλλικό αλφάβητο). Οι Βούλγαροι έφεραν βέβαια από την Ασία μια ρουνική γραφή, αλλά η χρήση της ήταν περιορισμένη και μυστικιστική και δεν μπόρεσε ποτέ να καλύψει τις ανάγκες του κράτους και των κατοίκων. Ο εκχριστιανισμός του πληθυσμού βοήθησε στην πολιτισμική συνένωση των Πρωτοβούλγαρων και του προγενέστερου σλαβικού υποστρώματος.

Οι Βούλγαροι θα αργήσουν να έρθουν και πάλι στην χορεία των ανεξάρτητων κρατών…


Οι Βούλγαροι μέχρι και το τέλος του 19ου αιώνα

Με την οθωμανική κατάκτηση της Βαλκανικής, η οικουμενικότητα του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως ανακτήθηκε στα πλαίσια της ηγεσίας του Ρουμ μιλλετ. Η Ρωμαίϊκη Κοινότητα, το Ρωμαίϊκο Γένος διαβιούσε ως μια “πολιτεία εν αιχμαλωσία” με την ελληνική γλώσσα να έχει αποκτήσει την πρωτοκαθεδρία.

Το παραπάνω όμως δεν σημαίνει ότι η επικράτηση των Ελληνικών ως ιερής γλώσσας του “ορθόδοξου οικουμενικού Γένους” έγινε χωρίς εμπόδια. Στο βίο του Αγίου Διονυσίου διαβάζουμε ότι τον 16ο αιώνα, όταν ανέλαβε ηγούμενος στη μονή Φιλοθέου “την Μονήν ταύτην την έκαμε ρωμαϊκή, διατί πρώτον ήτο βουλγαρική, ομοίως και την ακολουθίαν […] εφθονήθη πολλά υπό των Βουλγάρων, ώστε όπου ηθέλησαν αποκτείναι αυτόν” (Α. Γλαβίνας “Ο άγιος Διονύσιος ο εν τω Ολύμπω”, Επιστημονική Επετηρίδα Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Παράρτημα αρ.30 του 26ου τόμου, Θεσσαλονίκη 1981, σελ 80). Στα τέλη όμως του 18ου αιώνα “στο απόγειο αυτής της κατακτητικής πορείας, το πεδίο εξάπλωσης της ελληνικής ιερής γλώσσας στα Βαλκάνια θα είναι πολύ ευρύτερο από αυτό της αντίστοιχης εξάπλωσης των ομιλούμενων ελληνικών διαλέκτων, ενώ αντίστροφα η σλαβοβουλγαρική ιερή γλώσσα θα έχει εξαλειφθεί από τις “βουλγαρόφωνες” περιοχές, χωρίς όμως να χαθεί εντελώς και η ανάμνησή της.” (Ματάλας Π, “Έθνος και Ορθοδοξία. Οι περιπέτειες μιας σχέσης. Από το “Ελλαδικό” στο Βουλγαρικό Σχίσμα”, Ηράκλειο 2002, σελ 24).

Παράλληλα, οι Έλληνες διακρίνονται για την έφεση τους στο εμπόριο συγκροτώντας μια “διαβαλκανική αστική τάξη” (έκφραση του ιερού τέρατος της ελληνικής ιστοριογραφίας Νίκου Σβορώνου). “Το ελληνικό εμπόριο είχε αποκτήσει τόση σπουδαιότητα, ώστε μπορεί να πει κανείς χωρίς υπερβολή ότι η Ελλάδα είχε γίνει εμπορική αυτοκρατορία προτού γίνει κράτος· και μπορεί να ειπωθεί, εξίσου αληθινά, ότι οι Έλληνες ως έμποροι, όπως οι Έλληνες ως χριστιανοί, αποτελούσαν ένα είδος κράτους μέσα στο τουρκικό κράτος” (Dakin D., Ο Αγώνας των Ελλήνων για την Ανεξαρτησία, Αθήνα 1989, σελ 38).

Απαραίτητη προϋπόθεση για την ένταξη σε αυτήν την αστική τάξη ήταν η ελληνοποίηση στην γλώσσα και “στους τρόπους”. Η αριστοκρατία μιλά και φέρεται ελληνικά, ενώ οι λαϊκές τάξεις περνούν στο περιθώριο όποια γλώσσα και να μιλούν. Οι Βούλγαροι όμως έρχονται μέσω των Ελλήνων σε επαφή με τα διδάγματα του Διαφωτισμού. Τα μεσαιωνικά βουλγαρικά κράτη λόγω της φροντίδας που είχαν δείξει σε θέματα πολιτισμού, λειτουργούσαν ως μια ισχυρή ανάμνηση στους Σλάβους της Βαλκανικής.

Από το 1830, στην Ρωσική Αυτοκρατορία αρχίσει να επικρατεί η ιδέα του Πανσλαβισμού. Μετά από έντονη ανάμειξη της ρωσικής διπλωματίας στα εσωτερικά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας θα δημιουργηθεί το βουλγαρικό σχίσμα. Ο πρώτος Έλληνας πολιτικός που είχε προβλέψει τον σλαβικό κίνδυνο ήταν ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ήδη από το 1848. Κατά τον Κριμαϊκό Πόλεμο (1853 – 1856) οι περισσότεροι Έλληνες (και ο Όθων) θα ταχθούν στο πλευρό των Ρώσων. Οι λίγες αντιρωσικές – αντισλαβικές φωνές που ακούγονταν, του λογίου Κωνσταντίνου Δόσιου και της αγγλόφιλης εφημερίδας “Αθηνά”, θα σκεπαστούν από την πολεμική φρενίτιδα των Ελλήνων.

Η Βουλγαρική Εξαρχία (βουλγαρικά: Българска екзархия, προφέρεται Bâlgarska ekzarkhia) συστήθηκε ως αυτόνομη Ορθόδοξη Εκκλησία με σουλτανικό φιρμάνι, κατά παράβαση των χριστιανικών διατάξεων και χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του Οικουμενικού Πατριαρχείου, στις 28 Φεβρουαρίου (γρηγ. ημερ.) / 12 Μαρτίου 1870, έχοντας ως έδρα την Κωνσταντινούπολη. Η Βουλγαρική Εξαρχία ήταν η εκδήλωση του βουλγαρικού εθνικισμού που είχε αρχίσει να αναδύεται από το 1840. Όσες, μάλιστα, περιοχές περνούσαν στον έλεγχο της Εξαρχίας εθεωρείτο ότι θα ήταν κομμάτια ενός νέου πιθανού βουλγαρικού κράτους.

Από το 1870 και μετά, οι ιθύνοντες του βουλγαρικού εθνικισμού προσπαθούν να πείσουν πληθυσμούς περιοχών να προσχωρήσουν στην Εξαρχία. Οι Έλληνες, από την άλλη, έχοντας συνειδητοποιήσει τον βουλγαρικό κίνδυνο θεωρούν την Οθωμανική Αυτοκρατορία ως ένα αναγκαίο ανάχωμα στην Μακεδονία εναντίον της ρωσικής επέκτασης. Στην “Βουλγαρία” θα ξεσπάσει επανάσταση και οι Οθωμανοί θα προβούν σε φρικαλεότητες προκαλώντας το δημόσιο αίσθημα της Ευρώπης. Οι Ρώσοι θα επέμβουν δυναμικά και θα υποχρεώσουν την Οθωμανική Αυτοκρατορία να υπογράψει την Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (1878). Σύμφωνα με αυτήν, η Βουλγαρία ανακηρύχθηκε σε μεγάλη αυτόνομη Ηγεμονία συνολικής έκτασης 163.000 τετρ χλμ. περιλαμβάνοντας την περιοχή από τον Δούναβη μέχρι το Αιγαίο, κατά Β.-Ν, και από Μαύρη θάλασσα μέχρι τον Δρίνο ποταμό, κατά Α.-Δ., δηλαδή, εκτός από τη σημερινή Βουλγαρία, τμήμα της Ανατολικής Θράκης, την περιοχή της Ξάνθης, τη μετέπειτα Ελληνική Μακεδονία, πλην Θεσσαλονίκης, Χαλκιδικής, Πιερίας, Ημαθίας, Γρεβενών και Κοζάνης, ολόκληρη τη σημερινή πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, τις λίμνες Πρέσπες και Αχρίδα, μέχρι και εδάφη της σημερινής Αλβανίας (όπως η Κορυτσά).

 

Η “Μεγάλη Βουλγαρία του Αγίου Στεφάνου”

Αυτή η εξέλιξη όμως προκάλεσε την μήνιν της Αγγλίας. Αποτέλεσμα ήταν η άμεση σύγκληση του Συνεδρίου του Βερολίνου (1878). Τα εδάφη της Βουλγαρίας μειώθηκαν αισθητά, ενώ στις νότιες περιοχές της δημιουργήθηκε η Ανατολική Ρωμυλία. Αυτήν θα την προσαρτήσουν οι Βούλγαροι πραξικοπηματικά το 1885. Το 1893 δημιουργήθηκε η Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση (ΕΜΕΟ), η οποία αν και στην αρχή υποστήριζε την αυτονομία της Μακεδονίας, στην συνέχεια προσχώρησε ολοκληρωτικά στις βουλγαρικές θέσεις.

 

Η ΝΑ Ευρώπη μετά το Συνέδριο του Βερολίνου.

Η αυξανόμενη πίεση Βουλγάρων κομιτατζήδων εναντίον πατριαρχικών περιοχών (που οι πληθυσμοί δηλαδή αρνούνταν να προσχωρήσουν στην Εξαρχία παραμένοντας πιστοί στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως) προκάλεσε την αντίδραση της ελληνικής πλευράς. Ο Μακεδονικός Αγώνας ήταν η ελληνική ένοπλη αντεπίθεση στις αρχές του 20ού αιώνα που διήρκεσε περίπου 4 χρόνια (1904-1908) σημειώνοντας επιτυχία.

Η επικράτηση των ελληνικών αντάρτικων σωμάτων δεν επέφερε ως άμεσο κέρδος τη Μακεδονία επειδή μεσολάβησε το Νεοτουρκικό κίνημα του 1908, το οποίο μετά την επικράτησή του οδήγησε στην απώλεια πολλών κεκτημένων των μειονοτήτων, εμπόδισε όμως να χαθεί η Ελληνικότητα πολλών περιοχών της Μακεδονίας. Τον Μακεδονικό Αγώνα τον στήριξαν Αξιωματικοί του Στρατού αλλά και του Πολεμικού (Βασιλικού) Ναυτικού (να μην ξεχαστούν οι Μακεδονομάχοι Αξιωματικοί του Ναυτικού Γεώργιος Κακουλίδης και Ιωάννης Δεμέστιχας), Ιερείς, Δάσκαλοι, Διπλωμάτες Πολιτικοί και Άνθρωποι του Πνεύματος.

Οι υποσχέσεις των Νεότουρκων για ισοπολιτεία όλων των εθνοτήτων της Αυτοκρατορίας απεδείχθησαν ψευδείς. Ήθελαν τον βίαιο εκτουρκισμό των πάντων. Οι Λαοί των Βαλκανίων θα αντιδρούσαν σύντομα.

Ο Μακεδονομάχος Αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού Γεώργιος Κακουλίδης

Οι Βούλγαροι τον 20ο αιώνα

Οι βιαιότητες των Νεότουρκων κατά του χριστιανικού στοιχείου της Βαλκανικής ώθησαν τα βαλκανικά έθνη σε μια ιδιότυπη συμμαχία. Λέω ιδιότυπη, διότι δεν υπήρχε ένας a priori σχεδιασμός κινήσεων, απλά η επιθυμία κοινής σύμπραξης. Αυτό το οποίο ουσιαστικά συνέβη είναι ότι οι τέσσερις στρατοί (Ελληνικός, Βουλγαρικός, Σερβικός και Μαυροβούνιος) κινήθηκαν προς απελευθέρωση εδαφών. Φαινόταν δηλαδή ότι όσα καταλάμβανε έκαστος, αυτά θα κρατούσε.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος κατάφερε και χώθηκε έξυπνα στην συμμαχία Σερβίας – Βουλγαρίας που είχε δημιουργηθεί παίζοντας και το χαρτί του Πολεμικού Ναυτικού. Οι θαλασσοβάτες Έλληνες ήταν οι μόνοι που με το Πολεμικό τους Ναυτικό θα μπορούσαν να αποτρέψουν την ενίσχυση δια θαλάσσης των οθωμανικών δυνάμεων με άλλες που ευρίσκονταν στην Μικρά Ασία.

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία διατηρούσε στα ευρωπαϊκά της εδάφη 346.000 άνδρες ενώ οι Βαλκάνιοι Σύμμαχοι παρέτασσαν αναλυτικά: Ελλάδα 105.000, Βουλγαρία 305.000, Σερβία 223.000 άνδρες, Μαυροβούνιο 35.000, σύνολο 668.000 άνδρες. Από την παράθεση των αριθμών βγαίνει ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία χρειαζόταν να μεταφέρει ενισχύσεις από τις εφεδρείες στην Μικρά Ασία και τη Μέση Ανατολή για να αντιμετωπίσει τους Βαλκάνιους Συμμάχους. Επειδή όμως το Αιγαίο είχε μετατραπεί από το Ελληνικό Ναυτικό σε mare clausum, η Οθωμανική Αυτοκρατορία έπρεπε να χρησιμοποιήσει το φτωχό και απαρχαιωμένο χερσαίο και σιδηροδρομικό δίκτυο με αποτέλεσμα οι ενισχύσεις να μην φθάσουν ποτέ.

Εξ άλλου, στην Στρατιωτική Σύμβαση μεταξύ Ελλάδος και Βουλγαρίας αναφερόταν ρητά ότι η Ελλάδα είχε “ως αντικειμενικό σκοπό να καταστεί εξάπαντος κυρίαρχος του Αιγαίου και να διακόψει τις θαλάσσιες συγκοινωνίες μεταξύ της Μικράς Ασίας και της Ευρωπαϊκής Τουρκίας” (Στρατιωτική Σύμβαση μεταξύ Ελλάδος και Βουλγαρίας, άρθρο 2, 22 Σεπτεμβρίου/ 5 Οκτωβρίου 1912). Παρά τις ελληνο-βουλγαρικές διάφορες στην Μακεδονία και παρά το μάχιμο του Στρατού της (η Βουλγαρία είχε ονομαστεί “Πρωσία των Βαλκανίων”), η Σόφια γνώριζε ότι περαιτέρω οθωμανικές ενισχύσεις τελικά θα έκαμπταν τον Βουλγαρικό Στρατό.

Στην λιθογραφία εικονίζεται η μάχη στο Κιλκίς

Η Βουλγαρία με την λήξη του Α’ Βαλκανικού Πολέμου δεν ήταν ικανοποιημένη με το μοίρασμα των εδαφών. Συνέπεια αυτού ήταν να κηρύξει τον πόλεμο και στην Σερβία και στην Ελλάδα. Οι ήττες στις μάχες Κιλκίς – Λαχανά από τα Ελληνικά Όπλα στην βουλγαρική ιστορία έλαβαν την θέση μιας δικής τους “Μικρασιατικής Καταστροφής”. Το Κιλκίς εκείνη την εποχή ήταν μια βουλγαρική πόλη και έμεναν μόνο 30 ελληνικές οικογένειες.

Από τότε, η Βουλγαρία καθίσταται μια μόνιμα αναθεωρητική δύναμη στα Βαλκάνια, πράγμα το οποίο θα φανεί και στον Α’ αλλά και στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η Ελλάδα αφού ξεπεράσει τον Εθνικό Διχασμό, θα επικρατήσει επί των Γερμανο – Βουλγάρων στην Μάχη του Σκρα (16 Μαΐου/29 Μαΐου – 17 Μαΐου/30 Μαΐου του 1918). Στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, θα συμμετάσχουν στην λεγόμενη Τριπλή Κατοχή της Ελλάδος επιδεικνύοντας τρομερή βαναυσότητα στην Ανατολική Μακεδονία και στην Δυτική Θράκη.

Η βουλγαρική κατοχή έληξε στις 26 Οκτωβρίου του 1944. Οι περιοχές που καταλήφθηκαν αρχικά ήταν η Ανατολική Μακεδονία και η ελληνική Θράκη, εκτός από μία έκταση στα ελληνικά σύνορα με την Τουρκία στο νομό Έβρου, που παρέμεινε υπό τον έλεγχο των Γερμανών. Μετά την συνθηκολόγηση της Ιταλίας, η σφαίρα επιρροής της Βουλγαρίας στα ελληνικά εδάφη μεγεθύνθηκε και ο βουλγαρικός στρατός προωθήθηκε στην Κεντρική Μακεδονία μέχρι τον Αξιό, εξαιρουμένης της Θεσσαλονίκης και μιας έκτασης 20 μιλίων γύρω από αυτήν.

 

Βούλγαροι Αξιωματικοί παρελαύνουν στη Ξάνθη (1943)

Η βουλγαρική κατοχή ονόμασε την περιοχή «Μπελομόριε» («Αιγαΐδα») και προχώρησε άμεσα στην ολοκληρωτική ανακατασκευή της. Οι πολιτικές και αστυνομικές υπηρεσίες αντικαταστάθηκαν από αντίστοιχες βουλγαρικές, ενώ άλλαξε και ο διοικητικός χάρτης με την χάραξη νέων επαρχιών και την ένταξή τους σε προϋπάρχουσες βουλγαρικές. Έγιναν ανεπιτυχείς προσπάθειες υπαγωγής του πληθυσμού στο βουλγαρικό εκπαιδευτικό σύστημα, απαγορεύτηκε η χρήση της ελληνικής γλώσσας και παράλληλα η ελληνική εκκλησιαστική δομή αναιρέθηκε για να ενταχθούν οι εκκλησίες στην βουλγαρική Εξαρχία. Εκτός από τους Έλληνες δεινοπάθησαν και οι Πομάκοι, τους οποίους οι Βούλγαροι θεωρούσαν “παραστρατημένους Βουλγάρους”. Αυτή η κατάσταση βίας προκάλεσε κύμα εξεγέρσεων, το οποίο το πλήρωσαν ακριβά οι Έλληνες. Οι Βούλγαροι εκτέλεσαν περίπου 2.500 Έλληνες στους νομούς Δράμας, Σερρών, Καβάλας και αλλού.

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Βουλγαρία πέρασε στην σοβιετική επιρροή και επαναξοπλίστηκε με συνέπεια εκ νέου να προκαλεί τον τρόμο στην Ελλάδα. Ο Αρχιστράτηγος Παπάγος φοβόταν ότι σε περίπτωση βουλγαρικής εισβολής θα γινόταν μια “νέα Κορέα” και πιθανώς η Ελλάδα να μην προλάβαινε καν να διενεργήσει επιστράτευση λόγω του μικρού στρατηγικού βάθους στην Μακεδονία και την Θράκη.

Στην συνέχεια, οι σχέσεις Ελλάδος Βουλγαρίας βελτιώθηκαν αισθητά. Ιδίως μετά την πτώση του σοβιετικού μπλοκ και λόγω του τουρκικού επεκτατισμού. Η τουρκική μειονότητα στην Βουλγαρία με ηγέτη τον Αχμέντ Ντογκάν αποτελεί έναν διαρκή κίνδυνο για την Βουλγαρία. Η τουρκική μειονότητα στην Βουλγαρία αριθμεί 700.000 άτομα.

Συμπερασματικά, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι οι Βούλγαροι αποτελούν τον σημαντικότερο κοινωνό του Ελληνοχριστιανικού Πολιτισμού και για αυτό έγινε και ο μεγαλύτερος ανταγωνιστής του στα Βαλκάνια. Σήμερα, όμως ανοίγονται νέοι λεωφόροι επικοινωνίας ίσως και συμμαχίας. Ελλάδα, Βουλγαρία και Σερβία καλούνται να συνεργαστούν για την αποτροπή της τουρκικής διείσδυσης στα Βαλκάνια.

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail