Τρ. Ιούλ 23rd, 2019

Geopolitics & Daily News

Global news on Economy, Security, Politics and more

Η δράση του Πολεμικού Ναυτικού στο Β΄ΠΠ

Ναυτικοί Δόκιμοι και Αξιωματικοί στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων στην Αλεξάνδρεια το 1944 (φωτ. αρχείο Υπηρεσίας Ιστορίας Ναυτικού).

Μέρος του πληρώματος του Γεώργιος Αβέρωφ επί του καταστρώματος. Στην μέση ο αρχιμανδρίτης του Στόλου Δ. Παπανικολόπουλος (φωτ.αρχείο Θ/Κ Αβέρωφ).

Γράφει ο Υποπλοίαρχος Παναγιώτης Γέροντας ΠΝ,
Επιτελής Υπηρεσίας Ιστορίας Ναυτικού 

Το Πολεμικό Ναυτικό δεν σταμάτησε την επική του δράση με την κατάληψη της Χώρας από τους Γερμανούς τον Απρίλιο του 1941. Μεταφέρθηκε ως σύστημα στην Μέση Ανατολή, όπου και αναδιοργανώθηκε ταχύτατα. Πολύ γρήγορα έγινε το πολυτιμότερο συμμαχικό Ναυτικό για τους Βρετανούς, οι οποίοι άρχισαν να μας παραδίδουν από το 1942 πολεμικά πλοία για να συνεχίσει να είναι επιχειρησιακά ενεργό. Η δράση του Πολεμικού Ναυτικού ήταν που τελικά κατέταξε την Ελλάδα στις νικήτριες χώρες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου όχι μόνο ηθικά και συμβολικά αλλά και επιχειρησιακά υπενθυμίζοντας σε «φίλους και εχθρούς» το έπος του ηρωικού Στρατού μας που ταπείνωσε την Ιταλία στα βουνά της Ηπείρου.

Το παρακάτω απόσπασμα από το βιβλίο «Μεθ’ Ορμής Ακαθέκτου. Επίτομη Ιστορία του Πολεμικού Ναυτικού 1821 – 1945» (εκδ Υπηρεσίας Ιστορίας Ναυτικού – 2016) έχει ως στόχο να δώσει μια αμυδρή μόνο εικόνα των δυσκολιών που αντιμετώπισε το Πολεμικό Ναυτικό μας κατά την διάρκεια της αναδιοργάνωσής του στην Μ. Ανατολή.

 

 

 

Ο Ναυτικός Όμιλος Αλαξανδρείας, όπου εγκαταστάθηκε το Αρχηγείο Στόλου κατά την διάρκεια της παραμονής και δράσης του Πολεμικού μας Ναυτικού στην Μέση Ανατολή.

 

«Το Πολεμικό ναυτικό στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου έπρεπε να αναδιοργανωθεί από την αρχή ως σύστημα. Όπως ήδη έχει αναφερθεί ελάχιστα έγγραφα νομοθετικής ή διοικητικής φύσης είχαν παραληφθεί από το ΓΕΝ. Αυτά τα έγγραφα στάθηκε τις περισσότερες φορές αδύνατο να βρεθούν σε άλλες διοικητικές αρχές του Κράτους, όπως την πρεσβεία και τα προξενεία. Χρειάστηκε λοιπόν ή να αναζητηθούν από τις αντίστοιχες αρχές άλλων χωρών ή να εκδοθούν νέες διαταγές για να ευρύ φάσμα θεμάτων.

Παράλληλα, τα ελληνικά πλοία είχαν φτάσει στα όρια της αντοχής τους και έπρεπε γρήγορα ο Ελληνικός Στόλος να ενισχυθεί με νέα πλοία. Τέλος, η Αλεξάνδρεια, αν και φαινόταν ασφαλές λιμάνι σε σχέση με άλλες εναλλακτικές, όπως αυτή της Μάλτας αλλά δεν έπαυε να είναι εμπόλεμη ζώνη. Οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί ήταν συχνοί και το θωρηκτό Γεώργιος Αβέρωφ συνέβαλε στην αντιμετώπισή τους με τα ισχυρά αντιαεροπορικά του όπλα.

Από την άλλη, στην Αλεξάνδρεια υπήρχε ακμάζουσα ελληνική κοινότητα, πράγμα το οποίο ήταν ανακουφιστικό για τα στελέχη του Ναυτικού. Πρέπει να σκεφτόμαστε ότι η αιγυπτιώτικη ελληνική ομογένεια ήταν οικονομικά αναπτυγμένη, με επιχειρήσεις, σχολεία, εκκλησίες, ιδρύματα, εκκλησίες. Σε πολλές περιοχές η ελληνική γλώσσα ομιλούνταν περισσότερο από τα αραβικά. Η ελληνική ομογένεια υποδέχθηκε με ενθουσιασμό τους ήρωες από την Ελλάδα. Όλοι άνοιξαν τα σπίτια τους.Ταχύτατα όλοι μέχρι τον τελευταίο ναύτη βρήκε κάποιο σπίτι να τον «υιοθετήσει».

Στην αρχή το Υπουργείο των Ναυτικών με Υπουργό τον Υποναύαρχο Σακελλαρίου αλλά και το Αρχηγείο Στόλου με Αρχηγό τον Υποναύαρχο Ε. Καββαδία εγκαταστάθηκαν στο θωρηκτό Γεώργιος Αβέρωφ. Στην συνέχεια, τον Ιούνιο το Υπουργείο εγκαταστάθηκε στο κτήριο του ελληνικού Λιμενικού Προξενείου και τέλος επί της οδού Σαάντ Ζαγκλούλ δίπλα στο Δημαρχείο της Αλεξάνδρειας. Τέλη Αυγούστου άφησε οριστικά το θωρηκτό και το Αρχηγείο Στόλου, το οποίο εγκαταστάθηκε στο κτήριο του ελληνικού Ναυτικού Ομίλου Αλεξάνδρειας.

Οργανώθηκε η μισθοδοσία του προσωπικού, τα επιδόματα ειδικοτήτων, υπηρεσίας υποβρυχίων με γνώμονα την αντιμετώπιση των αναγκών της διαβίωσης στο εξωτερικό. Παράλληλα οργανώθηκαν οι οικονομικές υπηρεσίες, η επιμελητεία και ο έλεγχος των δαπανών του Πολεμικού Ναυτικού με προσωπικό που προέρχονταν από τους εγγράμματους άνδρες των πληρωμάτων των πλοίων ή από τους αιγυπτιώτες Έλληνες που κατετάγησαν ως εθελοντές. Το εγχείρημα της οικονομικής οργάνωσης του Ναυτικού γινόταν ακόμη πιο δύσκολο λόγω της έλλειψης οικονομικών Αξιωματικών διότι αυτοί, εκτός από αυτούς που ευρίσκονταν στα πλοία, δεν είχαν κατέλθει στην Αλεξάνδρεια. Στις 23 Ιουνίου του 1941 συνεστήθη η Υπηρεσία Ελέγχου του Υπουργείου Ναυτικών, η οποία ανέλαβε τον εφοδιασμό των πλοίων με χρήματα, την λογιστική κίνηση των χρημάτων, τον έλεγχο των δαπανών σε μισθούς, την τροφοδοσία του προσωπικού καθώς και την προμήθεια ιματισμού και υλικών επισκευών των πλοίων. Την 8η Δεκεμβρίου ιδρύθηκε η Κεντρική Οικονομική Υπηρεσία του Ναυτικού με αποστολή τον χρηματικό εφοδιασμό των πλοίων και τον προέλεγχο των δαπανών τους. Τέλος τον Φεβρουάριο του 1942 ιδρύθηκε η Υπηρεσία Επιμελητείας για τα κάθε είδους υλικά, ιματισμό και τρόφιμα.

Λόγω αντιπειθαρχικών κρουσμάτων που σημειώθηκαν στο Γεώργιος Αβέρωφ, στο Πάνθηρ και στο Ήφαιστος ενεργοποιήθηκε Ναυτοδικείο, όπως και Ναυτοφυλακή επί του επιτάκτου «Ιωνία». Από την άλλη η Υπηρεσία Διευθύνσεως Πληρωμάτων, η οποία στεγαζόταν και αυτή στο Ιωνία, πέτυχε υπό τον Πλοίαρχο Γολέμη την οργάνωση του κατωτέρου προσωπικού. Για να μην συγχρωτίζονται μάλιστα τα καλά πληρώματα με τα φθοροποιά, τον Δεκέμβριο του 1941 το Ναυτοδικείο και η Ναυτοφυλακή εγκαταστάθηκαν σε ένα νοικιασμένο από το Ναυτικό κτήριο στην Αλεξάνδρεια.

Το προσωπικό του Ναυτικού συνεχώς αυξάνεται. Το προσωπικό του κατά τον κατάπλου στην Αλεξάνδρεια από 200 Αξιωματικούς και 2500 περίπου Υπαξιωματικούς και Ναύτες. Την 1η Ιανουαρίου του 1942 η δύναμη του Ναυτικού ανήλθε στους 250 Αξιωματικούς και 3500 Υπαξιωματικούς και Ναύτες. Την 1η Μαϊου του 1942 η δύναμη ανήλθε στους 300 Αξιωματικούς και 4500 Υπαξιωματικούς και ναύτες και τέλος την 31η Δεκεμβρίου 1942 σε 350 Αξιωματικούς και 5500 Υπαξιωματικούς και Ναύτες .

Όσο αφορά την υγειονομική υπηρεσία το Πολεμικό Ναυτικό έλαβε την αποκλειστική διαχείριση ενός παραρτήματος του Κοτσικείου Νοσοκομείου της ελληνικής κοινότητας στην Αλεξάνδρεια. Επιπρόσθετα ιδρύθηκε το Αναπαυτήριον Αλεξανδρείας, όπου αποστέλλονταν τα σε μακρά άδεια στελέχη του Στόλου, δεδομένου ότι δεν είχαν οικογένειες και συγγενείς να τους περιθάλψουν. Τέλος δημιουργήθηκε τάξη «εξαιρετικών προσόντων». Με αυτό το μέτρο δίνονταν προνόμια τιμητικής διάκρισης και παραπάνω μισθοδοσία σε όλους τους ικανούς και ηθικά άμεμπτους του κατώτερου προσωπικού.

Στις αρχές του 1942 αποφασίστηκε η συστηματική λειτουργία της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων στο Γεώργιος Αβέρωφ. Τον Μάρτιο προκηρύχθηκαν στην Αλεξάνδρεια εισαγωγικές εξετάσεις. Υποψήφιοι ήταν νέοι που είχαν διαφύγει από την Ελλάδα. Πέρασαν πέντε, οι οποίοι μαζί με άλλους πέντε που είχαν στο μεταξύ συγκεντρωθεί στην Αλεξάνδρεια, ταξίδεψαν στην Βομβάη, όπου είχε καταπλεύσει το πλοίο και με άλλους τέσσερεις δοκίμους που εκπαιδεύονταν ήδη εκεί αποτέλεσαν τους μαθητές της Σχολής.

Η Σχολή άρχισε την λειτουργία της στις 17 Μαϊου του 1942 με 14 δοκίμους σε δύο τάξεις. Τριτοετείς ήταν η τάξη του 1939 και πρωτοετείς οι πέντε καινουργιοι. Τα διοικητικά και καθηγητικά καθήκοντα είχαν ανατεθεί σε αξιωματικούς του πλοίου. Η εκπαιδευτική περίοδος διήρκεσε πέντε μήνες και κατόπιν εξετάσεων οι δόκιμοι προβιβάστηκαν στην επόμενη τάξη. Η Σχολή στο Γεώργιος Αβέρωφ διέκοψε την λειτουργία της τον Οκτώβριο γιατί άρχισε να λειτουργεί η Σχολή στην Αλεξάνδρεια. Οι δόκιμοι αποβιβάστηκαν στο Σουέζ και παρουσιάστηκαν την 14η Νοεμβρίου στη νέα Σχολή.

Η οργάνωση και η διοίκηση της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων στην Αλεξάνδρεια ανελήφθη από τον Πλοίαρχο Κωνσταντίνο Κοντογιάννη. Στεγαζόταν σε μία και στην συνέχεια δύο επαύλεις που είχαν νοικιαστεί στην οδό Μαλέκα Φαρίντα της περιοχής Ζιζίνια. Ένα γειτονικό οικόπεδο χρησιμοποιήθηκε ως γήπεδο αθλοπαιδιών. Τον Αύγουστο του 1942 προκηρύχθηκαν εξετάσεις για την κατάταξη 25 δοκίμων. Πέτυχαν 21, στους οποίους προσετέθηκαν πέντε μήνες αργότερα άλλοι 12 μετά από νέες εξετάσεις. Πέντε αγγλομαθείς εστάλησαν στη Βρετανική Ναυτική Σχολή. Εκεί, μετά από παρέμβαση του διαδόχου Παύλου, είχαν παραχωρηθεί ισάριθμες θέσεις για Έλληνες υποτρόφους.

Τον πρώτο χρόνο η Σχολή είχε 55 δοκίμους, οι οποίοι αποτελούνταν από τους δοκίμους της Σχολής του Γεώργιος Αβέρωφ, οι δόκιμοι που είχαν διαφύγει από την Ελλάδα και οι νεοεισελθόντες. Το επιτελείο της αποτελούνταν από δέκα αξιωματικούς και το διδακτικό προσωπικό από οκτώ αξιωματικούς και έξι ιδίωτες καθηγητές. Φαίνεται ότι τα προβλήματα ξεπεράστηκαν γρήγορα. Ο Αρχηγός του Στόλου Υποναύαρχος Αλεξανδρής θα την χαρακτηρίσει «υποδειγματική ».

Στις 30 Ιουνίου του 1943 ολοκληρώθηκε το εκπαιδευτικό έτος και στις 10 Ιουλίου έγινε η ορκωμοσία των νέων σημαιοφόρων, 15 μαχίμων και 5 μηχανικών της τάξης του 1939. Ήταν η πρώτοι απόφοιτοι της Σχολής ναυτικών Δοκίμων στην Αλεξάνδρεια. Από τις 15 Ιουλίου μέχρι τις 15 Σεπτεμβρίου οι δόκιμοι επιβιβάστηκαν στο Γεώγιος Αβέρωφ στο Πορτ Σάιδ για θερινή εκπαίδευση, η οποία περιελάμβανε πρακτικά μαθήματα και πλόες με αντιτορπιλικά που εκτελούσαν συνοδείες νηοπομπών στην Ανατολική Μεσόγειο. Κάθε δευτεροετής συμπλήρωσε είκοσι ημέρες πλου. Παράλληλα έγιναν νέες εισαγωγικές εξετάσεις στην Αλεξάνδρεια, στις οποίες πέτυχαν άλλοι πέντε δόκιμοι, ενώ άλλοι πέντε αγγλομαθείς εστάλησαν στην Βρετανική Ναυτική Σχολή.

Η λειτουργία της Σχολής συνεχίστηκε απρόσκοπτα μέχρι το τέλος του Πολέμου. Μοναδική παραφωνία ήταν η κατάληψή της στις 4 Απριλίου του 1944 από στασιαστές στα πλαίσια της στάσης των πληρωμάτων του Πολεμικού Ναυτικού που είχε εκδηλωθεί την ίδια περίοδο. Την 21η Απριλίου οι στασιαστές παραδόθηκαν άνευ όρων. Πρέπει να αναφερθεί ότι στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων συγκεντρώθηκαν όλοι οι αξιωματικοί του Ναυτικού για να ρυθμίσουν τις λεπτομέρειες της σχεδιαζόμενης καταστολής της στάσης στα πλοία του Ναυτικού από άγημα εμβολής. Στο άγημα έλαβαν μέρος εθελοντικά 16 δόκιμοι εκ των οποίων ένας τραυματίστηκε σοβαρά από ριπή οπλοπολυβόλου.

Όσο αφορά την εκπαίδευση του προσωπικού, προέκυψε μεγάλο ζήτημα με την απόκτηση νέων πλοίων. Έπρεπε να μεταφραστεί ένα μεγάλο πλήθος αγγλικών εγχειριδίων, περιγραφών και οδηγιών, ενώ οι αγγλομαθείς που θα μπορούσαν να τα μεταφράσουν πολύ λίγοι. Ακόμη υπήρχε μεγάλο πρόβλημα με την συνεννόηση , η οποία είχε αφεθεί ολοκληρωτικά στα χέρια βρετανικών ομάδων σηματωρών, ασυρματιστών και κρυπτογράφων, που επέβαιναν των ελληνικών πλοίων με αποτέλεσμα το ελληνικό προσωπικό να λησμονεί τα ελληνικά σήματα, χωρίς όμως παράλληλα να μαθαίνει τα βρετανικά, με τα οποία γινόταν η συνεννοήση μεταξύ των πλοίων . Για την λύση των παραπάνω ζητημάτων άρχισαν να αποστέλλονται εκ περιτροπής Υπαξιωματικοί σε ειδικά βρετανικά σχολεία στο βρετανικό προγυμναστήριο στην Αλεξάνδρεια HMS Canopus. Μέχρι τέλους του 1943 πάνω από 600 υπαξιωματικοί και ναύτες είχαν περάσει από τα σχολεία αυτά.

Παράλληλα ο αριθμός των νεοκατατασσομένων, οι οποίοι προέρχονταν από ανθρώπους που είχαν διαφύγει από την Ελλάδα αλλά περισσότερο από αυτούς που στρατολογούνταν στη Μ. Ανατολή, αυξανόταν συνεχώς. Για αυτόν τον σκοπό παραχωρήθηκε από τους Βρετανούς το στρατόπεδο Καμπρίτ, το οποίο είχε μετονομαστεί σε Β.Π. Ελλη. Επίπρόσθετα επειδή ανάμεσα στους πρόσφυγες από την Ελλάδα υπήρχαν και αρκετοί παίδες, ως επί το πλείστον ορφανών, οι οποίοι συστεγάζονταν με τους ναύτες, εκπαιδευόμενοι ως ναυτόπαιδες σε μη ανάλογες συνθήκες, ελήφθη η απόφαση να συσταθεί Σχολή Ναυτοπαίδων σε πιο κατάλληλη θέση. Με την βοήθεια των Ελλήνων ομογενών στην Αλεξάνδρεια βρέθηκε θέση σε οίκημα μακριά από το κέντρο της πόλης και με εκτεταμένο γήπεδο. Η διοίκηση της ανατέθηκε στο Αντιπλοίαρχο Α. Τριανταφυλλίδη . Τέλος οι σχολές ειδικεύσεως των κληρωτών και των νεοκατατασσομένων εγκαταστάθηκαν επί του Γεώργιος Αβέρωφ που ήταν τότε αγκυροβολημένο στο Πορτ Σάϊδ.

Ο Ελληνικός Στόλος κατά τον κατάπλου του στην Αλεξάνδρεια ευρισκόταν σε οικτρή κατάσταση όσο αφορά το υλικό. Σχεδόν όλα τα μάχιμα πλοία ήταν παλαιά και καταπονημένα. Ως εκ τούτου ήταν αναγκαία η άμεση επισκευή τους. Σε συνεργασία με τους Βρετανούς αποφασίστηκε, αφού δεν ήταν δυνατή η επισκευή των πλοίων στην Αίγυπτο λόγω της ανεπάρκειας δεξαμενών αλλά και τεχνιτών, τα ελληνικά αντιτορπιλικά να πλεύσουν εκ περιτροπής στην Ινδία για μετασκευή και επισκευές, ενώ για τα υποβρύχια και τα μικρότερα πλοία να χρησιμοποιηθεί το λιμάνι της Ερυθράς Θάλασσας Πορτ Σουδάν. Σε αυτό το λιμάνι θα κατέπλεαν το Γεώργιος Αβέρωφ και το Ήφαιστος, το μεν πρώτο για να μην εκτίθεται άσκοπα στους εχθρικούς αεροπορικούς βομβαρδισμούς, ενώ το δεύτερο για να συμβάλει στην επισκευή των υποβρυχίων και των τορπιλοβόλων. Παράλληλα το Γεώργιος Αβέρωφ θα συμμετείχε σε συνοδείες στον Ινδικό Ωκεανό.

Στα ελληνικά αντιτορπιλικά στην Καλκούτα ή στην Βομβάη θα γινόταν εγκατάσταση ανθυποβρυχιακών συσκευών, αφαίρεση ενός ή δύο (για τα τύπου Πάνθηρ) πυροβόλων και μιας ομάδος τορπιλοσωλήνων, εγκατάσταση ενός Α/Α πυροβόλου των 3΄΄ (εκτός πλοίων τύπου Πάνθηρ), δύο πολυβόλων Oerlicon, δύο βομβιδοβόλων και τριών στο σύνολο αφετήρων με φορτίο 30 – 50 βομβών επί του καταστρώματος αναλόγως του τύπου του πλοίου.

Τα ελληνικά υποβρύχια ήταν σε κακή κατάσταση. Τα Κατσώνης και Παπανικολής είχαν ανάγκη μακράς γενικής επισκευής και ιδίως για το πρώτο γίνονταν σκέψεις περί παροπλισμού του. Τα Νηρεύς και Τρίτων είχαν καταπονηθεί μεν αλλά με επισκευές και δεξαμενισμούς θα μπορούσαν να ξαναχρησιμοποιηθούν. Το Γλαύκος τέλος είχε αποπλεύσει βεβιασμένα από την Ελλάδα και είχε υποστεί στον μέχρι Αλεξάνδρεια πλου σοβαρές βλάβες. Για αυτόν τον λόγο τα υποβρύχια εξετέλεσαν ασκήσεις στην Αλεξάνδρεια.»

Ναυτικοί Δόκιμοι και Αξιωματικοί στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων στην Αλεξάνδρεια το 1944 (φωτ. αρχείο Υπηρεσίας Ιστορίας Ναυτικού).

 

 

 

Facebooktwittergoogle_plusredditpinterestlinkedinmail
2019 Copyright © All rights reserved - Geopolitics & Daily News | Newsphere by AF themes.