Πα. Οκτ 18th, 2019

Geopolitics & Daily News

Global news on Economy, Security, Politics and more

Ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1877-1878, η αλλαγή της εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας και η μεταφορά του Ναυστάθμου από τον Πόρο στη Σαλαμίνα

Πολεμικός χάρτης-κόμικς του 1877. Αντιρωσική γελοιογραφία που απεικονίζει τη Ρωσία ως μοχθηρό χταπόδι.

 

Γράφει ο Υποπλοίαρχος  Παναγιώτης Γέροντας ΠΝ, 
Επιτελής Υπηρεσίας Ιστορίας Ναυτικού


Σαν σήμερα, 10 Δεκεμβρίου του 1877, ο Ρωσικός Στρατός καταλαμβάνει την Πλέβεν μετά από πεντάμηνη πολιορκία. Η φρουρά των 25.000 επιζώντων Οθωμανών παραδίνεται. Η ρωσική νίκη είναι καθοριστική για την έκβαση του πολέμου και την απελευθέρωση της Βουλγαρίας. Ο ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1877 – 1878 είχε και ένα άλλο αποτέλεσμα: την μεταφορά του Ναυστάθμου του Πολεμικού Ναυτικού από τον Πόρο στην Σαλαμίνα, μια μεταφορά που την μελετούσαν χρόνια πίσω, αλλά δεν αποφάσιζαν την υλοποίησή της. 

Το απόσπασμα από το βιβλίο μου «Μεθ’ Ορμής Ακαθέκτου. Επίτομη Ιστορία του Πολεμικού Ναυτικού 1821 – 1945», εκδ Υπηρεσίας Ιστορίας Ναυτικού, Αθήνα 2016.

Ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1877-1878, η αλλαγή της εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας και η μεταφορά του Ναυστάθμου από τον Πόρο στη Σαλαμίνα

Η Ελλάδα, στη δεκαετία του 1870, αναγκάζεται να τροποποιήσει αισθητά την εξωτερική της πολιτική. Μέχρι τότε ο εχθρός ήταν ξεκάθαρος όπως και ο σκοπός, η Οθωμανική Αυτοκρατορία και η προστασία και τελικά η ενσωμάτωση των περιοχών που ανήκαν σε αυτήν με συμπαγείς ελληνικούς πληθυσμούς. Αυτό συνοπτικά ονομάστηκε Μεγάλη Ιδέα. Αυτήν την περίοδο όμως στο προσκήνιο εμφανίστηκε ένας νέος ιδεολογικός εχθρός, ο πανσλαβισμός.

Ο πανσλαβισμός, ο οποίος υφίσταται ως ιδεολογία στη Ρωσική Αυτοκρατορία ήδη από το 1830, υιοθετήθηκε αυτήν την εποχή από τον τσάρο Αλέξανδρο Β΄ αλλάζοντας αισθητά τις κατευθύνσεις της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής. Ενώ μέχρι τον Κριμαϊκό Πόλεμο η Ρωσία παρουσιάζόταν ως προστάτης των Χριστιανών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αυτή η προστασία τώρα περιοριζόταν στους Σλάβους της Βαλκανικής. Ήδη το 1870, η Βουλγαρική Εκκλησία ή Εξαρχία όπως ονομαζόταν, αποσχίστηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, με αποτέλεσμα να ξεκινήσει ένας ανταγωνισμός μεταξύ του βουλγαρικού κλήρου και αυτού του Οικουμενικού Πατριαρχείου σχετικά με το ποιες περιοχές θα ενταχθούν θρησκευτικά πού, ανάλογα με την ύπαρξη ελληνόφωνου ή βουλγαρόφωνου κλήρου. Οι Βούλγαροι, οι οποίοι ακόμα δεν είχαν αποκτήσει καν την αυτονομία τους, είχαν από πίσω την υποστήριξη της ρωσικής διπλωματίας. Δέον μάλιστα να σημειωθεί ότι σε πολλές περιπτώσεις η επιλογή μεταξύ Οικουμενικού Πατριαρχείου ή Εξαρχίας σήμαινε και επιλογή του ἀνήκειν στο ελληνικό ή βουλγαρικό στρατόπεδο, καθώς τότε η θρησκευτική πεποίθηση ή τοποθέτηση ταυτιζόταν με το έθνος. Άλλωστε, η Εξαρχία ήταν ξεκάθαρα εκδήλωση του νεόκοπου βουλγαρικού εθνικισμού.

Από την εποχή του Κριμαϊκού Πολέμου (1853-1856), γίνεται λόγος στις ελληνικές εφημερίδες για τον νέο εχθρό του Ελληνισμού, τους Σλάβους. Μέχρι τότε οι Έλληνες αντιμετώπιζαν τους Σλάβους ως ένα εθνοτικό στοιχείο, το οποίο θα μπορούσε να ενταχθεί στον καθόλου Ελληνισμό. Το 1853 όμως, κυκλοφόρησε ένα φυλλάδιο με τίτλο Περί Ἀνατολῆς παρὰ τινος Ἀνατολίτου, του οποίου μέρος δημοσιεύεται στην αγγλόφιλη εφημερίδα Ἀθηνά (αρ. 2020/1 Οκτωβρίου 1853). Αυτό το φυλλάδιο υποστηρίζει ότι η μόνη λύση στο Ανατολικό Ζήτημα είναι η μεταρρύθμιση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, διότι ἡ παροῦσα μεταξύ Ρωσίας καὶ Τουρκίας διαμάχη δεν εἶναι κυρίως ἄλλο τι ἤ προανάκρουσμα μετ’ οὐ πολύ ἐκραγησομένου πολέμου ἀναμεταξύ ἑλληνικοῦ καὶ σλαβικοῦ στοιχείου, καὶ ὅτι λοιπόν ὁ σκοπός τῆς Ῥωσίας, δὲν ἀφορά κυρίως κατά τῆς τουρκικής φυλῆς, ἥτις ἐξητονημένη πλέον καὶ ἀπεξικμασμένη ἀπόλλυται ἐντός ὁλίγου, ἀλλά κατὰ τοῦ ἑλληνικοῦ στοιχείου, τὸ ὁποῖον θέλει να το ἐξομοιώσει με το σλαβικόν (…).

Εντούτοις, το σημαντικότερο όλων είναι το ανώνυμο φυλλάδιο Ἑλληνισμός ἤ Ῥωσσισμός, του οποίου ο συγγραφέας ή τουλάχιστον ένας από τους συγγραφείς του, φέρεται να είναι ο στενός συνεργάτης του Θεόκλητου Φαρμακίδη, Κωνσταντίνος Δόσιος. Η Ἀθηνά, τον Μάιο του 1854 (αρ. 2101/ 3 Μαϊου 1854 και αρ. 2102/ 5 Μαϊου 1854), δημοσιεύει μέρος του ενστερνιζόμενη τις απόψεις του. Σε αυτό το φυλλάδιο, προβάλλεται ξεκάθαρα η αρχή της ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία ἀντιτασσόμενη κατά των σχεδίων της Ρωσίας θα είναι εὐεργέτημα για ὅλον τὸν κόσμο καὶ σωτηρία για τὴν Εὐρώπη. Για να σωθεί επομένως, η Οθωμανική Αυτοκρατορία πρέπει να εφαρμοστούν οι μεταρρυθμίσεις και οι Χριστιανοί της Αυτοκρατορίας να αποκτήσουν πατρίδα και να γίνουν πολίται κράτους, τοῦ ὁποίου τώρα εἶναι δοῦλοι. Βέβαια, οι Χριστιανοί δεν θα συγχωνευθούν με τους Τούρκους, διότι τους χωρίζουν θρησκεία, πολιτισμός και γλώσσα, αλλά δεν θα υπάρχει έχθρα μεταξύ τους. Θα είναι μία ένωση πολιτική και όχι εθνική.

Το 1875, ξέσπασε επανάσταση στην Ερζεγοβίνη που γρήγορα επεκτάθηκε στη Σερβία, το Μαυροβούνιο και τη Βουλγαρία. Οι επαναστάτες γρήγορα κατάφεραν να νικήσουν τις μικρές οθωμανικές δυνάμεις και μόνο στη Βουλγαρία κατεστάλη η εξέγερση. Οι Οθωμανοί μάλιστα, προέβησαν σε ανείπωτες θηριωδίες και σφαγές που συγκλόνισαν την Ευρώπη. Η Ρωσία αμέσως αγκάλιασε τους αδελφούς σλάβους και επενέβη αποφασιστικά υπέρ τους. Κήρυξε τον πόλεμο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία το 1877 και το 1878 αναγκάζοντας τον σουλτάνο σε συνθηκολόγηση. Η ομώνυμη συνθήκη υπεγράφη σε ένα χωριό έξω από την Κωνσταντινούπολη, τον Άγιο Στέφανο. Σύμφωνα με αυτήν, η Σερβία, η Ρουμανία και το Μαυροβούνιο αποκτούσαν την ανεξαρτησία τους, ενώ ιδρυόταν αυτόνομη βουλγαρική Ηγεμονία με μεγάλη εδαφική έκταση που έφτανε μέχρι έξω από τη Θεσσαλονίκη. Αυτό προκάλεσε την αντίδραση των Μ. Δυνάμεων και ιδίως, της Μ. Βρετανίας. Με πρωτοβουλία της ενωμένης Γερμανίας του Μπίσμαρκ συνεκλήθη το Συνέδριο του Βερολίνου (1878), με αποφάσεις του οποίου Σερβία, Ρουμανία και Μαυροβούνιο διατήρησαν την ανεξαρτησία τους, ενώ τα εδάφη της Βουλγαρίας μειώθηκαν δραστικά Στα εδάφη της Βουλγαρίας μάλιστα, ιδρύθηκε η Ηγεμονία της Ανατολικής Ρωμυλίας . Τέλος, με ειδική μυστική συνθήκη, η οποία υπεγράφη στην Κωνσταντινούπολη την ίδια χρονιά μεταξύ Αγγλίας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, παραχωρήθηκε στην Αγγλία η Κύπρος.

Η Ελλάδα μπροστά σε αυτές τις εξελίξεις βρέθηκε αντιμέτωπη με το δίλημμα ή να συμπράξει με τους βαλκανικούς λαούς κι έτσι, να συμπλεύσει με τη ρωσική εξωτερική πολιτική ρισκάροντας την τύχη της Μακεδονίας ή να κρατήσει ουδετερότητα σύμφωνα με τις αγγλικές υποδείξεις. Τελικά, μετά από πολλές αμφιταλαντεύσεις κι ενώ ο ρωσικός στρατός ευρισκόταν έξω από την Κωνσταντινούπολη, εκδηλώθηκε επαναστατική κίνηση στην Θεσσαλία, την οποία η ελληνική Κυβέρνηση όχι μόνο υιοθέτησε, αλλά διέταξε και την εισβολή του ηρωικού μεν, αλλά ολιγάριθμου και πλημμελώς οργανωμένου Ελληνικού Στρατού στη Θεσσαλία. Την επομένη όμως της εισβολής, οι Οθωμανοί υπέγραψαν ανακωχή με τη Ρωσία και στράφηκαν στο ελληνικό μέτωπο. Οι υπέρτερες και πιο οργανωμένες οθωμανικές δυνάμεις, όχι μόνο απέκρουσαν την εισβολή, αλλά επέκειτο και επέμβαση στα νησιά. Τότε, η Ελληνική Κυβέρνηση λαμβάνοντας υπόψη και τις απόψεις του Ναυτικού Συμβουλίου, αποφάσισε τη μεταφορά του ναυστάθμου του Πόρου στη Μονή της Φανερωμένης της Σαλαμίνας.

Η μεταφορά του Ναυστάθμου στη Μονή Φανερωμένης κράτησε τρεις μήνες και κόστισε στο Δημόσιο 113.000 δρχ. της εποχής εκείνης. Το Διευθυντήριο εγκαταστάθηκε στα κελιά του Μοναστηριού μαζί με το κατώτερο προσωπικό, με αποτέλεσμα να δημιουργείται συνωστισμός. Στον περίβολο του μοναστηριού, τοποθετήθηκαν ορισμένα ξύλινα παραπήγματα που χρησιμοποιούνταν ως εργαστήρια. Το υλικό ήταν εκτεθειμένο στο ύπαιθρο, σωριασμένο χωρίς τάξη σε υγρά κελιά, ενώ απουσίαζε εντελώς ο έλεγχος. Ο Ναύσταθμος στη Φανερωμένη δεν διέθετε ούτε νεωλκείο ούτε αρτοποιείο, ενώ οι γαιάνθρακες είχαν παραμείνει στον Πόρο και η μεταφορά τους στην Σαλαμίνα γινόταν με πλοία.

Η έλλειψη νεωλκείου είχε ως αποτέλεσμα την καθυστέρηση των επισκευών, γιατί οι εξειδικευμένοι εργάτες μεταφέρονταν στο νεωλκείο του Πόρου που το συντηρούσε μια ομάδα ναυτών και έναν αξιωματικό. Η προμήθεια άρτου είχε ανατεθεί σε αρτοποιείο του Πειραιά και η μεταφορά του στη Σαλαμίνα γινόταν με πλωτό μέσο. Συν τοις άλλοις, λόγω του αλίμενου του τόπου και των αβαθών νερών, η κάθε επισκευή γινόταν επί του πλοίου και η εποπτεία της από τη στεριά. Οι δαπάνες λειτουργίας του ναυστάθμου ήταν υψηλές και αυξάνονταν, όταν προς επίσπευση της επισκευής, προσλαμβάνονταν εργάτες από τον Πόρο ή την Αίγινα, οι οποίοι έπαιρναν διπλάσιο μισθό. Τέλος, σημαντικό πρόβλημα ήταν η έλλειψη πόσιμου νερού στον Ναύσταθμο. Το νερό μεταφερόταν με πλοίο από τον Πειραιά ή την απέναντι ακτή της Αττικής. Με τον ίδιο τρόπο, γινόταν και η παραλαβή των τροφίμων. Ο ναύσταθμος στη Μονή Φανερωμένης έμεινε τρία χρόνια, μέχρι την 16η Απριλίου του 1881, οπότε και μεταφέρθηκε στη θέση Αράπη της Σαλαμίνας, όπου ευρίσκεται μέχρι σήμερα.

(Στην φωτογραφία εικονίζεται η Ιερά Μονή Παναγιάς Φανερωμένης στην οποία στεγάστηκε προσωρινά ο Ναύσταθμος μέχρι το 1881.)

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail

Photos & Clips

bgcolor="000000"
2019 Copyright © All rights reserved - Geopolitics & Daily News | Newsphere by AF themes.