Πα. Ιούλ 10th, 2020

Geopolitics & Daily News

Global news on Economy, Security, Politics and more

Απαντήσεις υπό προϋποθέσεις

 

Του Νικόλαου Παππά*

Καλό θα ήταν να προσέχουμε τι λέμε, ποιοι το λέμε και ειδικότερα πότε το λέμε! Συγκεκριμένα αναφέρομαι στις δύο κατά σειρά δημόσιες δηλώσεις του Έλληνα Αρχηγού ΓΕΕΘΑ και του Έλληνα Υπουργού Άμυνας. Με τον πρώτο να δηλώνει: «Αν οι Τούρκοι ανέβουν σε βραχονησίδα θα την ισοπεδώσουμε», και τον δεύτερο να συμπληρώνει στον ίδιο τόνο, “Να ξέρουνε πολύ καλά όλοι αυτοί οι οποίοι προκαλούν, ότι καλό θα ήταν για αυτούς να παραμείνουν μόνο στις λεκτικές προκλήσεις» συνεχίζοντας, «από εκεί και πέρα, ένα χιλιοστό κίνησης αν κάνουνε, θα τους τσακίσουμε, θα τους συντρίψουμε“.  

Οι εκατέρωθεν λεονταρισμοί, τόσο από τουρκικής πλευράς όσο και από ελληνικής, δεν βοηθούν την κατάσταση αλλά την επιδεινώνουν έτι περαιτέρω. Η Ελλάδα δεν πρέπει επ ουδενί να παρασυρθεί σε αυτό το «παιχνίδι» (που μόνο παιχνίδι δεν είναι) της επιθετικής ρητορικής και των εθνικιστικών εξάρσεων, που όχι μόνο δεν οδηγεί πουθενά αλλά μπορεί να αποβεί και (αυτό)καταστροφικό με οδυνηρές για τη χώρα συνέπειες, λαμβάνοντας μάλιστα και εσωτερικές πολιτικές προεκτάσεις και ο νοών νοείτω. Συν τοις άλλοις μια τέτοιου είδους ρητορική το μόνο που καταφέρνει είναι να οξύνει αμφότερα τα πνεύματα και να τροφοδοτεί ανηλεώς την ερντογανική προπαγάνδα με νέο υλικό.

Από την άλλη, βέβαια, αυτό δεν σημαίνει ότι οι τουρκικές προκλήσεις θα μένουν αναπάντητες. Είναι, όμως, απαραίτητο οι ελληνικές απαντήσεις να πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις, να βρίσκονται δηλαδή εντός λογικών πλαισίων, να διατυπώνονται με φειδώ, συγκράτηση και πάνω απ’ όλα με ορθολογική σκέψη.

Οι καθ’ ύλην αρμόδιοι θα έπρεπε προηγουμένως -πριν προβούν σε αυτές τις δηλώσεις- να έχουν εξετάσει και βολιδοσκοπήσει τις διεθνείς εξελίξεις για το κατά πόσο αυτές ευνοούν τέτοιες εθνικιστικές κορώνες. Και δυστυχώς -ως φαίνεται- οι τελευταίες εξελίξεις δεν είναι ιδιαίτερα ευνοϊκές για την ελληνική πλευρά. Ειδικότερα, αναφέρομαι στην απόφαση της Ουάσινγκτον, δια στόματος (ή μάλλον δια χειρός μέσω twitter) Τραμπ, να αποσύρει τα αμερικανικά στρατεύματα από τη Συρία, δίνοντας έτσι εμμέσως την ευκαιρία στον Ερντογάν να υλοποιήσει την υπόσχεσή του για μια νέα επίθεση εναντίον των κουρδικών Μονάδων Προστασίας του Λαού (YPG). Το γεγονός αυτό, εφόσον γίνει πράξη, αφενός θα απομακρύνει ένα μεγάλο αγκάθι που δυσχεραίνει τις σχέσεις των δύο χωρών και αφετέρου θα επιτρέψει στον Τούρκο Πρόεδρο να κλείσει ένα επικίνδυνο για την Τουρκία μέτωπο -ένα μέτωπο που κρατάει απασχολημένες τις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις.

Ωστόσο, δεν είναι μόνον αυτό. Προηγήθηκε η απόφαση των ΗΠΑ, η οποία εγκρίθηκε και από το αμερικανικό Κογκρέσο, για την πώληση του αντιπυραυλικού συστήματος Patriot στην Τουρκία. Μόνο η πώληση των μαχητικών 5ης γενιάς F-35 έχει παγώσει από αμερικανικής πλευράς, λόγω του ρωσικού συστήματος αντιπυραυλικής άμυνας S-400 Triumph, με το οποίο φλερτάρει η Άγκυρα. Τα αίτια των σχετικών αμερικανικών αποφάσεων δεν είναι στενά και προφανώς δεν έχουν να κάνουν με κάποια αλλαγή της στάσεως της Αμερικής απέναντι στην Ελλάδα. Αντιθέτως θα μπορούσαν να ιδωθούν ως μία ακόμη απόδειξη της αξίας που έχει η Τουρκία για την Αμερική ως στρατηγικός σύμμαχος, μέλος του ΝΑΤΟ ήδη από το 1952.

Παρ’ όλα αυτά οι αμερικανικές “υποχωρήσεις” ως προς τα άνωθεν ζητήματα μπορεί να σημαίνουν πολλά, μπορεί όμως και τίποτα. Σημαντικό είναι οι ελληνικές πρωτοβουλίες να λαμβάνονται με γνώμονα τους υπό διαμόρφωση συσχετισμούς ισχύος στην περιοχή. Οι Έλληνες πολιτικοί ιθύνοντες χρειάζεται να επικεντρωθούν σε έναν και μόνο στόχο, στην ενίσχυση δηλαδή της αποτρεπτικής ισχύος της χώρας. Αυτό, όμως, δεν θα επιτευχθεί με λόγια που δεν έχουν κανένα απολύτως αντίκρισμα και που θέτουν τη χώρα σε κίνδυνο, αλλά με έργα, όπως για παράδειγμα με την αναβάθμιση της διεθνούς θέσης της Ελλάδας δια μέσου της σύναψης διμερών ή πολυμερών συμφωνιών-συμμαχιών οιασδήποτε φύσεως (πολιτικής, οικονομικής, στρατιωτικής, ενεργειακής) με τα άλλα όμορα κράτη της Βαλκανικής ή Ανατολικής Μεσογείου. Ένα ενδεικτικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση αποτελεί και η αναβάθμιση των σχέσεων της Ελλάδας, σε γεωπολιτικό και ενεργειακό επίπεδο, με το Ισραήλ και την Κύπρο με τον αγωγό East Med.

Τα παραπάνω, ωστόσο, προϋποθέτουν δύο βασικά στοιχεία: πρώτον την ύπαρξη πολιτικής βούλησης και δεύτερον τη σύμπραξη όλου του δημοκρατικού πολιτικού φάσματος, προκειμένου να υπάρξει μια κοινή γραμμή, τουλάχιστον ως προς τα ζητήματα των εξωτερικών υποθέσεων. Η Ελλάδα τα διαθέτει;

 

 

 

*Ο Νικόλαος Παππάς είναι τελειόφοιτος φοιτητής του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, με κατεύθυνση Ιστορίας.

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail