Culture

Ο Ιωάννης Τσιμισκής και η συντριβή των Ρώσων (Α’ Μέρος)

 

Γράφει ο Μάριος Νοβακόπουλος
mnovakopoulos.blogspot.gr

Η ανατροπή και άγρια δολοφονία του αυτοκράτορα Νικηφόρου Φωκά το 969 έγιναν με την ταχύτητα και ακρίβεια που χρειάζονταν οι συνωμότες. Ο ανιψιός του και εγκέφαλος του εγκλήματος, Ιωάννης Τσιμισκής, αναγορεύθηκε Ρωμαίος αυτοκράτορας. Ο Ιωάννης, έχοντας πλέον εξασφαλίσει τον θρόνο, δε δίστασε να κλείσει την Θεοφανώ σε μοναστήρι και να εξορίσει τους συνεργούς του στον φόνο, όπως απαίτησε ο πατριάρχης για να τον στέψει στην Αγία Σοφία.

Όπως και ο Νικηφόρος πριν από εκείνον, έτσι και ο Τσιμισκής σεβάστηκε τα ανήλικα βασιλόπουλα Βασίλειο και Κωνσταντίνο, παιδιά της Θεοφανούς, και κυβέρνησε εξ ονόματος τους. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του, μόνη σοβαρή απειλή για το θρόνο του υπήρξε η εξέγερση του Βάρδα Φωκά, συγγενή του Νικηφόρου, που όμως κατεπνίγη. Θέλοντας να στερεώσει τη νομιμότητα της εξουσίας του, ο Ιωάννης παντρεύτηκε την αδελφή του Ρωμανού Β’, Θεοδώρα. Σε μια πράξη μεγάλου συμβολισμού, μοίρασε την μεγάλη περιουσία του είτε στους φτωχούς γείτονες του, είτε σε ένα λεπροκομείο της Κωνσταντινούπολης.

Ο Ιωάννης Τσιμισκής καταγόταν από την αρμενικό οίκο Κουρκούα, αρχοντική γενιά που είχε ως τότε βγάλει πολλούς ικανούς στρατηγούς. Το όνομα Τσιμισκής πρόκειται είτε για τοπωνύμιο, είτε για χαϊδευτικό, καθώς σημαίνει κοντός στην αρμενική γλώσσα. Ο Ιωάννης ήταν όντως σχετικά μικρόσωμος, αλλά γεροδεμένος, με πυρόξανθα μαλλιά και εντυπωσιακός στην όψη. Έχοντας ήδη από τον καιρό του θείου του αναδειχτεί σε πολύ αποτελεσματικό στρατηγό στους πολέμους κατά των Αράβων, ο Ιωάννης θα συνέχιζε την μεγάλη ρωμαϊκή αντεπίθεση προς την Ανατολή και το Βορρά.


Ο Ρώσος πολέμαρχος Σβιατοσλάβος

Πιεστικότερη απειλή όταν ανήλθε στον θρόνο ήταν οι Σκανδιναβοί Ρως, οι οποίοι είχαν καταλάβει την Βουλγαρία. Ο ηγεμόνας τους, ο τρομερός Σβιατοσλάβος, απειλούσε την ίδια την Κωνσταντινούπολη. Ο Ιωάννης κινητοποίησε τα αυτοκρατορικά στρατεύματα και βάδισε να συναντήσει τον εχθρό.

Η αρχή υπήρξε ελπιδοφόρα: το έτος 970 οι Ρωμαίοι απέκρουσαν την πολιορκία της Αρκαδιούπολης, προκαλώντας πολύ μεγάλες απώλειες στον εχθρό. Στη συνέχεια ο Ιωάννης αυτοπροσώπως προέλασε μέσα στην Βουλγαρία, με στόχο την παλιά πρωτεύουσα Πρεσλάβα. Οι Ρωμαϊκές δυνάμεις κατέλαβαν την πόλη με έφοδο, συντρίβοντας ξανά τους Ρως, που παρότι άγριοι και ικανοί πολεμιστές δεν μπορούσαν να αντιταχθούν στον αυτοκρατορικό στρατό. Ιδιαίτερα αποτελεσματικό κατά των αποκλειστικά πεζών Σκανδιναβών ήταν το ρωμαϊκό βαρύ ιππικό, οι θρυλικοί κατάφρακτοι. Στην Πρεσλάβα ο Ιωάννης συνέλαβε τον Βούλγαρο τσάρο Βόρι μαζί με την οικογένεια του. Ο αυτοκράτορας τον δέχθηκε με τιμές, λέγοντας πως δεν ήρθε για νακατακτήσει την Βουλγαρία αλλά για να την ελευθερώσει από τους Ρώσους. Η στάση του αυτή οδήγησε σε μαζικές λιποταξίες Βουλγάρων από την παράταξη των Ρως. Έξαλλος ο Σβιατοσλάβος έριξε 20.000 ανθρώπους στη φυλακή, ενώ διέταξε να γδαρθούν ζωντανοί 300 Βούλγαροι άρχοντες. Ο Ιωάννης πλέον βάδιζε προς τον τελικό στόχο: την πόλη του Δορόστολου, στις εκβολές του Δούναβη.

Ο Ρωμαϊκός στρατός περικύκλωσε την πόλη και ετοιμάστηκε για πολιορκία, ενώ ο στόλος έπλευσε στις ακτές της οπλισμένος με το φοβερό υγρόν πυρ. Παγιδευμένοι πλέον, οι Ρως αποφάσισαν να πουλήσουν πολύ ακριβά το τομάρι τους. Ξανά και ξανά οι στρατιώτες τους βγήκαν στην πεδιάδα για να αντιμετωπίσουν τους Ρωμαίους, εξαπολύοντας άγριες εφόδους προς τις γραμμές τους. Οι αυτοκρατορικοί έσκαψαν μια μεγάλη τάφρο και έφτιαξαν τείχος με τις ασπίδες τους για να αμυνθούν. Ξανά και ξανά, με πεζικό, τοξότες, ακόμα και ένα ερασιτεχνικό απόσπασμα ιππικού οι Ρως επί μέρες χτυπούσαν πάνω στην Ρωμαϊκή γραμμή. Ξανά και ξανά οι Ρωμαίοι, υπό την ηγεσία του Τσιμισκή τους απέκρουαν και τους κυνηγούσαν μέχρι τα τείχη της πόλης. Και εκεί οι κατάφρακτοι προκάλεσαν τεράστιες απώλειες στο σκανδιναβικό πεζικό. Ταυτόχρονα, οι Ρως έστελναν περιπόλους στην γύρω ύπαιθρο για να μαζέψουν τρόφιμα. Μία από αυτές αιφνιδίασε ένα ρωμαϊκό απόσπασμα, και αφού το εξόντωσε, επέστρεψε με πολύτιμες προμήθειες στο κάστρο. Έξαλλος ο Ιωάννης απείλησε τους αξιωματικούς του πως στο επόμενο τέτοιο λάθος θα έχαναν τα κεφάλια τους και έσφιξε ακόμη περισσότερο την πολιορκία. Η πείνα δεν άργησε να γυρίσει στο στρατόπεδο των πολιορκημένων. Συγκλήθηκε στρατιωτικό συμβούλιο, ενώ ζώα και Βούλγαροι αιχμάλωτοι θυσιάστηκαν προσφορά στους θεούς. Ο Ιωάννης πρότεινε στο Σβιατοσλάβο να παραδοθεί, και εκείνος θα τον άφηνε να επιστρέψει ανενόχλητος στην πατρίδα του. Ο Σκανδιναβός πρίγκιπας αρνήθηκε την πρόταση: Οι Ρως δεν παραδίδονται. Οι Ρως μόνο νικάνε ή πεθαίνουν, και οι ήρωες τους πάνε στην Βαλχάλα!


Η είσοδος του Ιωάννη στην Πρεσλάβα

Η τελευταία έξοδος των Ρως υπήρξε και η αγριότερη. Με την μανία που δίνει η απελπισία του καταδικασμένου, οι πολιορκημένοι όρμησαν με κραυγές στους Ρωμαίους. Οι κατάφρακτοι όρμησαν από τα πλευρά για να παγιδεύσουν τους βαρβάρους, όμως η μάχη για πολύ ώρα φαινόταν αμφίρροπη. Με τα ξίφη και τα τεράστια τσεκούρια τους, οι Ρως άρχισαν να ανοίγουν δρόμο μέσα από το κέντρο της ρωμαϊκής παράταξης. Στην πιο κρίσιμη στιγμή της μάχης, οι Ρωμαίοι είδαν στις γραμμές τους έναν νέο καβαλάρη πάνω σε ένα άσπρο άλογο να χτυπάει τους εχθρούς και να φωνάζει, προσπαθώντας να τους δώσει θάρρος. Ο Άγιος Θεόδωρος! φώναξαν οι στρατιώτες. Ο προστάτης του χριστιανικού στρατού, σα να κατέβηκε από τους ουρανούς για να σπάσει την προέλαση των απίστων και να σώσει τα παιδιά του.
Σφίγγοντας τα δόντια και πιέζοντας μπροστά, οι Ρωμαίοι ανέκοψαν την προέλαση των Ρως. Από εκείνο το σημείο και μετά ξεκίνησε η καταδίωξη. Πανικόβλητοι οι Ρως κλείστηκαν πίσω από τα τείχη. Η τελευταία τους ευκαιρία να λυθεί η πολιορκία είχε μόλις χαθεί, μαζί με αμέτρητες χιλιάδες συμπολεμιστών τους, που το αίμα τους πότιζε τη γη της Βουλγαρίας.

(συνεχίζεται)

Facebooktwittergoogle_plusredditpinterestlinkedinmail